Ο καθηγητής του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημήτρης Σταύρου, με αφορμή τη Βραδιά Ερευνητή, μίλησε για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στο εκπαιδευτικό σύστημα όσον αφορά στη διδασκαλία της επιστήμης
«Θα πρέπει να συνδεθεί αυτό που συμβαίνει στην επιστήμη με αυτό που υπάρχει στην κοινωνία έξω, κάτι το οποίο προς το παρόν δεν υπάρχει στην εκπαίδευση»
Η Βραδιά του Ερευνητή, μια μέρα αφιερωμένη στη διάχυση της επιστημονικής γνώσης από τα ακαδημαϊκά και ερευνητικά ιδρύματα στο ευρύ κοινό, ήταν η αφορμή για τον καθηγητή του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης Πανεπιστημίου Κρήτης Δημήτρη Σταύρου να αναπτύξει στην ομιλία του τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν διαχρονικά εκπαιδευτικοί και μαθητές στη διδασκαλία της επιστήμης.
Η Βραδιά του Ερευνητή είναι μια μέρα που μικροί και μεγάλοι έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν τι εστί έρευνα και πώς αξιοποιείται στην κοινωνία, όπως και οι ίδιοι οι ερευνητές να μοιραστούν ένα κομμάτι από τη δουλειά τους.
Όμως τίθεται το ερώτημα κατά πόσο στην καθημερινότητά τους, στις σχολικές τάξεις, οι μαθητές καταρτίζονται πάνω σε βασικά θέματα της επιστήμης, ως μελλοντικοί πολίτες της κοινωνίας.
Τα μαθήματα της φυσικής και της χημείας που διδάσκονται στις σχολικές τάξεις, «κρύβουν» μια πολυπλοκότητα, που την ακολουθεί μια αβεβαιότητα όσον αφορά στις απαντήσεις που καλούνται να δώσουν οι εκπαιδευτικοί στους μαθητές, όπως ανέδειξε ο κ. Σταύρου.
Παράλληλα το γεγονός ότι οι εξελίξεις της έρευνας για δεκαετίες καθυστερούν να φτάσουν στο σχολείο και στην εκπαίδευση, ή δεν φτάνουν καθόλου, δεν είναι μια ευνοϊκή συνθήκη για τη «διαμόρφωση» των μελλοντικών πολιτών μιας κοινωνίας, με ένα υπόβαθρο που να τους επιτρέπει να σχηματίζουν σύγχρονη άποψη.
Από την άλλη όμως, «ποιο σώμα γνώσης τελικά θα πρέπει να φτάνει στα σχολεία;», όπως χαρακτηριστικά έθεσε το ρητορικό ερώτημα ο κ. Σταύρου στη διάρκεια της ομιλίας του με τίτλο «Ενσωματώνοντας πολυπλοκότητα και Αβεβαιότητα στη διδασκαλία της κλιματικής αλλαγής».
Η πολυπλοκότητα και η αβεβαιότητα είναι δύο έννοιες που συνοδεύουν την επιστήμη και τα μεγάλα ζητήματα της εποχής μας, όπως η κλιματική αλλαγή.
Ο κ. Σταύρου ανέδειξε πώς το σχολείο μπορεί να προσεγγίσει ένα τόσο σύνθετο και πολυδιάστατο ζήτημα, όχι μόνο σε επίπεδο γνώσεων, αλλά και μέσα από την καλλιέργεια δεξιοτήτων που θα επιτρέψουν στους μαθητές να γίνουν πολίτες με κριτική σκέψη.
Την κλιματική αλλαγή, όπως ξεκαθάρισε, τη χρησιμοποίησε ως παράδειγμα για να εξηγήσει τις δυσκολίες που υπάρχουν στη διδασκαλία ενός τόσο πολυπαραγοντικού ζητήματος, καθώς και στις φορτισμένες από αβεβαιότητα λύσεις σε αυτό.
Ανέδειξε την ανάγκη να μπει στο επίκεντρο της εκπαιδευτικής διαδικασίας η εξοικείωση με την ίδια τη φύση της επιστήμης, που συμπεριλαμβάνει την έρευνα.
«Κάθε φορά συζητάμε για την εκπαίδευση, μιλάμε για θέματα έρευνας αιχμής, η οποία θα πρέπει να φανεί και στα σχολεία, στους μαθητές, γιατί είναι οι μελλοντικοί πολίτες. Είναι θέματα τα οποία βρίσκουμε και στην καθημερινή μας ζωή», ανέφερε, εστιάζοντας στο υπόβαθρο που θα πρέπει να αναπτύσσει ένας μαθητής για την επιστήμη.
Τα όρια του επιστημονικού εγγραμματισμού σε διεθνές επίπεδο
Με το παράδειγμα της πανδημίας του κορονοϊού ο κ. Σταύρου έκανε αναφορά στα όρια του επιστημονικού εγγραμματισμού σε διεθνές επίπεδο.
Όπως είπε, τότε πολλοί ήταν οι πολίτες που δυσπιστούσαν απέναντι στην επιστήμη (στα εμβόλια, στην αναγκαιότητα για lockdown), καθώς αδυνατούσαν να κατανοήσουν πώς παράγεται η γνώση και ποιοι είναι οι μηχανισμοί της.
«Η πανδημία μας ταρακούνησε από την άποψη του επιστημονικού εγγραμματισμού», σημείωσε, ενώ πρόσθεσε: «Είδαμε ότι είχαμε διάφορα θέματα όσον αφορά στα εμβόλια και όλα αυτά που κυκλοφορούσαν γύρω από αυτό, κάτι το οποίο δεν ήταν μόνο ελληνικό φαινόμενο, ήταν διεθνές φαινόμενο. Εκεί άρχισε η συζήτηση τι γίνεται σε σχέση με την επιστήμη, καθώς φάνηκε ότι υπήρχε ένας αριθμός -μάλλον που δεν περιμέναμε- πολιτών σε διεθνές επίπεδο που αντιμετώπιζαν με δυσπιστία την επιστήμη και υποστήριζαν ότι δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα. Επίσης, ο περισσότερος κόσμος δεν μπορούσε να καταλάβει πώς λειτουργεί η επιστήμη και πώς παράγεται αυτή η επιστημονική γνώση», περιέγραψε ο καθηγητής, αναδεικνύοντας ότι η εκπαίδευση πάνω σε βασικές γνώσεις και η κατανόηση της επιστήμης μπορούν να επιτρέψουν τη συμμετοχή των ανθρώπων -γενικότερα- σε αποφάσεις της κοινωνίας.
«Τα επιτεύγματα της έρευνας μπορεί να περάσουν 20 -30 χρόνια για να φτάσουν στην εκπαίδευση»
Στο ζήτημα των σύγχρονων επιτευγμάτων της έρευνας που παράγεται στα εργαστήρια και σε αυτό που διδάσκεται στις σχολικές τάξεις, αναφέρθηκε ο κ. Σταύρου, κάνοντας λόγο για μια διαπίστωση που αφορά στο χάσμα μεταξύ επιστημονικής έρευνας και εκπαίδευσης.
Ένα χάσμα που δεν έχει γεφυρωθεί, όπως περιέγραψε ο κ. Σταύρου: «Υπάρχουν φοβερές εξελίξεις στο κομμάτι της επιστήμης και της έρευνας, άρα ποιο σώμα γνώσης τελικά θα πρέπει να φτάνει στα σχολεία, στους μαθητές, έτσι ώστε να μπορούμε να διαμορφώσουμε τους πολίτες του μέλλοντος και να μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτές τις απαιτήσεις της κοινωνίας. Είναι ένα ερώτημα», ενώ συμπλήρωσε: «Υπάρχει και μια διαπίστωση ότι υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ της έρευνας που παράγεται στα ακαδημαϊκά ιδρύματα, με αυτό που φτάνει στο σχολείο. Τα επιτεύγματα της έρευνας που συζητάμε σήμερα, μπορεί να περάσουν 20-30 χρόνια για να φτάσουν στην τάξη – εάν φτάσουν ποτέ. Άρα αυτό που θέλουμε είναι αυτή η γνώση να φτάνει όσο το δυνατόν νωρίτερα, γιατί είναι το αύριο των παιδιών και όλων των πολιτών που συμμετέχουν σε αυτήν τη διαδικασία».
Η «πολυπλοκότητα» και η «αβεβαιότητα» της επιστήμης μέσα από το παράδειγμα της κλιματικής αλλαγής
Η κλιματική αλλαγή αποτέλεσε το βασικό παράδειγμα της ομιλίας, καθώς όπως επεσήμανε ο κ. Σταύρου πρόκειται για ένα σύνθετο, διεπιστημονικό ζήτημα, που δεν έχει μία μόνο απάντηση, αλλά πολλές και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες λύσεις.
«Η κλιματική αλλαγή είναι ένα σύνθετο θέμα, στο οποίο προφανώς δεν υπάρχει μια λύση. Υπάρχουν πολλές λύσεις. Επίσης, μπορεί να λύσεις ένα πρόβλημα, όπως για παράδειγμα να μειώσουμε τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα και να αυξηθεί το μεθάνιο και να αλλάξει ο κύκλος του άνθρακα. Οπότε ενδέχεται όταν λύνεις ένα πρόβλημα να δημιουργήσεις άλλα προβλήματα», περιέγραψε ο κ. Σταύρου, κάνοντας λόγο για ένα περίπλοκο πρόβλημα, το οποίο για να μπορέσει να λυθεί χρειάζεται η συνεργασία διαφόρων επιστημονικών τομέων.
«Είναι καθαρά ένα διεπιστημονικό θέμα. Σε αυτήν την πολυπλοκότητα προφανώς θέλουμε να κατανοούμε βασικές αρχές, να καταλάβουμε τι γίνεται με την κλιματική αλλαγή, με τη νανοτεχνολογία, την κβαντομηχανική, τα λέιζερ κ.λπ. Από την άλλη θέλουμε να είμαστε σε θέση να αξιολογούμε αυτήν την επιστημονική πληροφορία. Κυκλοφορούν πάρα πολλές πληροφορίες για την κλιματική αλλαγή, παραπληροφόρηση και διάφορες τάσεις. Βέβαια, πρέπει να πάρουμε και κάποιες αποφάσεις, να δράσουμε».
Ο «κλιματικός εγγραμματισμός» και η εκπαίδευση
Στην προσέγγιση της κλιματικής αλλαγής, ο καθηγητής μίλησε για την έννοια του «κλιματικού εγγραμματισμού», που απαιτεί συστημική σκέψη, επιστημονική διερεύνηση, αξιακό προσανατολισμό (τι είναι σωστό να πράττουμε ως κοινωνία), καθώς και μελλοντοστραφή σκέψη.
«Για την εκπαίδευση όσον αφορά στην κλιματική αλλαγή υπάρχουν πολλοί άξονες.
Κάποιος για να μπορέσει να προσεγγίσει την κλιματική αλλαγή, αυτό που λέμε «κλιματικός εγργαμματισμός», χρειάζεται μια σειρά από πράγματα, όπως συστημική σκέψη, επιστημονική διερεύνηση για να γνωρίζει πώς λειτουργεί η επιστήμη, σκέψη με γνώμονα τις αξίες που έχει, δηλαδή τι είναι σωστό να κάνει, τι να μην κάνει, τι επηρεάζει, καθώς και εγγραμματισμό για το μέλλον.
Η βεβαιότητα είναι ένα στοιχείο σημαντικό όσον αφορά τη διδασκαλία της επιστήμης, σημείωσε ο κ. Σταύρου: «Πολύ σημαντικό σε όλη αυτήν τη διεργασία, ειδικά όταν μιλάμε για τέτοιου είδους περίπλοκα συστήματα όπως είναι η κλιματική αλλαγή, είναι η βεβαιότητα. Πρέπει να μιλάμε με βεβαιότητα για το τι προκύπτει από τα μοντέλα τα οποία έχουμε. Αυτά είναι θέματα που εμπλέκονται σε μια διδασκαλία ή τουλάχιστον θα έπρεπε να εμπλέκονται στη διδασκαλία της κλιματικής αλλαγής αυτήν τη στιγμή», ενώ περιέγραψε ότι οι εκπαιδευτικοί δεν είναι εξοικειωμένοι να προσεγγίσουν την πολυπλοκότητα, καθώς όπως τόνισε δεν έχουν εκπαιδευτεί για αυτό: «Η αβεβαιότητα είναι ένα εμπόδιο, με την έννοια ότι ο μαθητής περιμένει από τον εκπαιδευτικό να του δώσει τη σωστή απάντηση. Θα πρέπει να συνδεθεί αυτό που συμβαίνει στην επιστήμη με αυτό που υπάρχει στην κοινωνία έξω, κάτι το οποίο προς το παρόν δεν υπάρχει στην εκπαίδευση».
Τόνισε επίσης τη δυσκολία των μαθητών να προσεγγίσουν ζητήματα πολυπλοκότητας, καθώς έχουν συνηθίσει σε ένα ντετερμινιστικό μοντέλο σκέψης (αιτία-αποτέλεσμα).
«Οι μαθητές δυσκολεύονται να καταλάβουν τέτοιου είδους ζητήματα, όχι επειδή είναι δύσκολο το περιεχόμενο, αλλά επειδή οι μαθητές έχουν ντετερμινιστικό τρόπο σκέψης. Έρχονται σε αντίθεση με τα καθημερινά τους βιώματα. Οι μαθητές συνήθως -όπως έχουν δείξει έρευνες- συνδέουν τον ντετερμινισμό με την προβλεψιμότητα. Έχεις νομοτέλεια, άρα έχεις πρόβλεψη. Εάν δεν έχεις νομοτέλεια έχεις μια προβλεψιμότητα», σημείωσε, ενώ περιέγραψε: «Οι μαθητές μπορούν να δουν τη νομοτέλεια σε ένα πείραμα ζητώντας να το ξανά κάνουμε. Εάν το ξανά κάνουμε και το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, θα διαπιστώσουν ότι είναι νομοτελειακό. Εάν βγει κάτι τελείως διαφορετικό θα πουν ότι δεν είναι νομοτελειακό».
Η προσέγγιση πολύπλοκων θεμάτων, όπως είναι η κλιματική αλλαγή, χρειάζεται κατανόηση του επιπέδου των φυσικών μηχανισμών, σημείωσε ο κ. Σταύρου: «Σίγουρα θα πρέπει να γνωρίζουμε πώς δουλεύει η επιστήμη, τι κάνει, ποια είναι τα σφάλματα, πώς τα διαχειρίζεται και γενικότερα ποιο είναι το οικοδόμημα».
Ο καθηγητής κ. Σταύρου μίλησε στη διάρκεια της Βραδιάς του Ερευνητή στο Ινστιτούτο Φυσικής Πλάσματος και Λέιζερ του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου (ΕΛΜΕΠΑ) στα Τρία Μοναστήρια στις 26 Σεπτεμβρίου.
Το Παιδαγωγικό τμήμα συμμετείχε στη Βραδιά Ερευνητή ως Εργαστήριο Διδακτικής των Θετικών Επιστημών και με το Science in the City.














