27 °C Rethymno, GR
23/05/2022

Το μέλλον του ευρωπαϊκού γεωργικού μοντέλου και ο παγκόσμιος κίνδυνος από τις αυξανόμενες τιμές τροφίμων

ΜΕΡΟΣ Α’

Το μέλλον του ευρωπαϊκού γεωργικού μοντέλου και ο παγκόσμιος κίνδυνος από τις αυξανόμενες τιμές τροφίμων συνδέονται άμεσα με τον αντίκτυπο του πολέμου στην Ουκρανία, στην επισιτιστική ασφάλεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό μας διδάσκουν ειδική μελέτη της δεξαμενής σκέψης του Ευρωκοινοβουλίου και η ιταλική δεξαμενή σκέψης Ινστιτούτο Διεθνών Πολιτικών Σπουδών (Istituto per gli studi di politica internazionale). Παρά τούτο, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Φρανς Τίμερμανς, κατηγόρησε επικριτές ότι χρησιμοποιούν τον πόλεμο ως «πρόσχημα» για να εκτροχιάσουν τις φιλοδοξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πράσινη γεωργία.

 

Η κομισιόν δε φοβάται επισιτιστική αστάθεια

Κοινοτικός αξιωματούχος θεωρεί λοιπόν ότι η διάδοση φόβων για ελλείψεις τροφίμων είναι «ανεύθυνη και ανέντιμη», αλλά παραβλέπει την αλήθεια των λεγομένων μας ότι μεταξύ της αύξησης των τιμών των λιπασμάτων και των εμπορικών διαταραχών, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ωθήσει τον τομέα των γεωργικών προϊόντων διατροφής σε σύγχυση, πυροδοτώντας ανησυχίες για την επισιτιστική ασφάλεια τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και σε άλλα μέρη του κόσμου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παρά τις προκλήσεις που θέτει η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, θεωρεί ότι η επισιτιστική ασφάλεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα απειληθεί. Γιατί όμως η εκτελεστική εξουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιταχύνει την παραγωγή στα κράτη μέλη; Ποιο είναι το πραγματικό ζήτημα: η διαθεσιμότητα των τροφίμων ή η σωστή λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων; Και τι μπορεί να κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταπολέμηση αυτού του προβλήματος;

Σε μελέτη της δεξαμενής σκέψης του ευρωκοινοβουλίου, σχετικά με το μέλλον του ευρωπαϊκού γεωργικού μοντέλου, εξετάζονται τόσο οι κοινωνικοοικονομικές, όσο και οι εδαφικές επιπτώσεις της μείωσης του αριθμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και των γεωργών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η μελέτη αυτή κυκλοφόρησε στις 26-04-2022 και είναι μια επισκόπηση των επιπτώσεων της μείωσης του αριθμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση στο ευρωπαϊκό γεωργικό μοντέλο (EFM), το οποίο βασίζεται στην έννοια της πολυλειτουργικότητας και της παροχής δημόσιων αγαθών από τη γεωργία. Η μελέτη εξάγει ένα συμπέρασμα για την ενίσχυση της βιωσιμότητας και η ανθεκτικότητας, η EFM και η πολιτική πρέπει να αγκαλιάσουν την αναδυόμενη ποικιλομορφία των προφίλ των γεωργών και να ενθαρρύνουν κοινωνικά επιθυμητές προσαρμοστικές στρατηγικές που διατηρούν την πολυλειτουργικότητα της γεωργίας.

 

Παγκόσμιοι κίνδυνοι από τις αυξανόμενες τιμές τροφίμων

Το ξέσπασμα της σύγκρουσης στην Ουκρανία και η ακόλουθη επιβολή αυστηρών δυτικών κυρώσεων στη Ρωσία προκαλούν απότομες αυξήσεις των τιμών στα τρόφιμα και τα ενεργειακά προϊόντα – εκ των οποίων τόσο η Ουκρανία όσο και η Ρωσία αντιπροσωπεύουν βασικούς εξαγωγείς – καθώς και διαταραχές στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, επηρεάζοντας την οικονομική ανάκαμψη μετά την πανδημία. Ως αποτέλεσμα, οι προβλέψεις του ΔΝΤ για το 2022 για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη αναθεωρήθηκαν και ακολουθούν τώρα πτωτική πορεία, ενώ ο παγκόσμιος πληθωρισμός τιμών καταναλωτή αναμένεται να αυξηθεί κατά 6,4% το 2022, το υψηλότερο ποσοστό από το 1995. Οι αναδυόμενες αγορές και οι αναπτυσσόμενες χώρες αναμένεται να δουν τις υψηλότερες μέσες αυξήσεις του πληθωρισμού, στο 7,1 και 11,6% αντίστοιχα.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι επηρεάζονται αρνητικά και τα επίπεδα χρέους να γίνονται όλο και περισσότερο μη βιώσιμα για πολλές οικονομίες χαμηλού εισοδήματος, όπως και στη χώρα μας. Μετά τη σταθερή μείωση των δύο προηγούμενων δεκαετιών, τα ποσοστά φτώχειας αυξάνονται παγκοσμίως από το 2020 μαζί με τον αριθμό των ανθρώπων που βιώνουν επισιτιστική ανασφάλεια.

Αν θελήσει κανείς να εξετάσει έστω και επιφανειακά, τους παράγοντες κινδύνου που πυροδοτήθηκαν από τη σύγκρουση στην Ουκρανία, θα κατέληγε σχετικά εύκολα στην πιθανότητα ότι ο συνεχιζόμενος πόλεμος είναι πιθανό να επηρεάσει τις οικονομίες σε όλο τον κόσμο μέσω αρκετών κύριων διαύλων και είναι πιθανό να προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις στην επισιτιστική ασφάλεια και την εγχώρια κοινωνικοοικονομική σταθερότητα πολλών χωρών τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μεσοπρόθεσμα:

  1. Ο βραχυπρόθεσμος αντίκτυπος στις παγκόσμιες τιμές των τροφίμων. Η Ρωσία και η Ουκρανία είναι μεγάλοι παραγωγοί τροφίμων (κυρίως σιτηρών και φυτικών ελαίων). Τον Μάρτιο, ο Δείκτης Τιμών Τροφίμων του FAO κατέγραψε ετήσια αύξηση 33%. Αυτό είναι πιθανό να επηρεάσει τις τοπικές τιμές των περισσότερων χωρών, ιδίως εκείνων που εισάγουν σημαντικά μερίδια των αναγκών τους σε τρόφιμα.
  2. Ρεκόρ οι αυξήσεις των τιμών λιπασμάτων. Τα λιπάσματα παρεμβαίνουν επίσης δυναμικά στην εξέλιξη της παραγωγής. Η Ρωσία διαδραματίζει καίριο ρόλο τόσο ως παραγωγός λιπασμάτων όσο και των κύριων πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τους.
  3. Η σημαντική αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας: Αυτό οφείλεται κυρίως στο καθεστώς της Ρωσίας ως σημαντικού παγκόσμιου εξαγωγέα πετρελαίου και φυσικού αερίου και στην επιβολή δυτικών κυρώσεων, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν ή/και να καταστήσουν τις εισαγωγές ενέργειας από τη Ρωσία ακριβότερες. Αυτό είναι πιθανό να επηρεάσει τις οικονομίες των χωρών που είναι καθαροί εισαγωγείς υδρογονανθράκων. Επιπλέον, οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας είναι πιθανό να επιδεινώσουν τις αυξήσεις των τιμών των τροφίμων, καθώς τα καύσιμα αποτελούν βασική γεωργική εισροή. Στη δραματική εξέλιξη αυτή, ο Αμερικάνος πρόεδρος Μπάϊντεν πήρε καταστροφικά για την Ευρωπαϊκή Ένωση μέτρα υπέρ της Ουκρανίας κατά 33 δισ. δολάρια, τα οποία θα κληθούν να πληρώσουν οι Ευρωπαίοι, αφού θα καταβάλουν μέχρι και τριπλάσια τιμή στο υγροποιημένο φυσικό αέριο που θα αρχίσει να εισρέει στα λιμάνια και σους χώρους αποθήκευσης σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τόση μεγάλη έλλειψη πολιτικών με ορθή σκέψη στην Ευρώπη δε φανταζόμουνα ότι θα ζήσω!
  4. Τέλος, η μείωση του εφοδιασμού διεθνώς αναγκάζει ήδη ορισμένες χώρες παραγωγής να περιορίσουν ή να απαγορεύουν τις εξαγωγές για να διασφαλίσουν τη σταθερότητα των εγχώριων τιμών. Αυτό αποτελεί επί του παρόντος τον μεγαλύτερο παράγοντα κινδύνου για τις αγορές τροφίμων, καθώς η ταχεία μείωση της προσφοράς που προκαλείται από την απαγόρευση μπορεί να αυξήσει τις τιμές κυρίως για τις εξαρτώμενες οικονομίες από μια ζωτική ροή εφοδιασμού τροφίμων.