Διανύουμε μια εποχή όπου η τέχνη υπάρχει παντού, σε μεγάλη ποσότητα και συχνότητα. Πληθωρισμός και στην τέχνη και στους καλλιτέχνες, μερικούς από τους οποίους θα τους δει κανείς να βγάζουν συχνά το «καλλιτεχνικόμετρο» να μετρήσουν μέχρι που φτάνει του καθενός η αξία λες και είναι λυμένα αυτά τα ερωτήματα περί τέχνης. Δεδομένα, ορισμένα. Αυτά βέβαια για κάποιους άλλους είναι ανοησίες. Και ευτυχώς (για εμάς) ο Χάρης Κακαρούχας, «ένα ανθρώπινο ον που του αρέσει μεταξύ πολλών άλλων πραγμάτων να παίζει με τη φωτογραφική μηχανή» – έτσι μας παρουσίασε τον εαυτό του – εντελώς αποστασιοποιημένος από την ταύτιση της επιτυχίας και της διεθνούς αναγνώρισης που έχει το έργο του εδώ και πολλά χρόνια, αρνούμενος την ταμπέλα του καλλιτέχνη φωτογράφου – και του φωτογράφου ολότελα, είπαμε είναι απλώς ένα ανθρώπινο ον – μας χαρίζει μέσα από την απλότητά του, την προσωπική σχέση που έχει αναπτύξει με τον φωτογραφικό φακό, εικόνες αληθινές. Εικόνες που δεν μιμούνται την επιτυχία του, αλλά που κυνηγάνε να φτάσουν κάθε φορά όλο και πιο κοντά στην αλήθεια της ψυχής του.
Αλλά για να συνεννοηθούμε λίγο καλύτερα, ο Χάρης Κακαρούχας είναι όντως φωτογράφος. Ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τη φωτογραφία πιο συστηματικά στον Φωτογραφικό Κύκλο στην Αθήνα. Μεταξύ άλλων είναι κάτοχος διπλώματος φωτογραφίας στο University of Derby (Ph.D 2008), με τίτλο διατριβής «Προσωπογραφία: Εικονίζοντας τον Εαυτό». Φωτογραφική του δουλειά έχει δημοσιευτεί σε περιοδικά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχουν εκδοθεί τρία φωτογραφικά του λευκώματα: «Στα Μονοπάτια του Χρόνου» (Εκδόσεις Φωτοχώρος, 1994), «Μετέωρος Χρόνος: Ένα Πορτραίτο της Κούβας» (2004), το οποίο έγινε στο πλαίσιο του διδακτορικού του και έχει εκδοθεί σε έξι χώρες της Ευρώπης και έχει βραβευτεί με το European Publishers Award και με το βραβείο «Μήλος» για το καλλιτεχνικό βιβλίο της χρονιάς στην Ελλάδα, και το «Natural Presence» (Εκδόσεις Luminous Eye, 2019). Έχει βραβευτεί επίσης με το Schweppes Photographic Portrait Prize (London National Portrait Gallery) ως επιλαχών. Έχει επιμεληθεί ομαδικές και ατομικές εκθέσεις σε αθηναϊκές αίθουσες τέχνης. Έχει πραγματοποιήσει μεγάλο αριθμό φωτογραφικών εκθέσεων, ατομικών και ομαδικών, ανά τον κόσμο. Παραδίδει φωτογραφικά βιωματικά σεμινάρια με τίτλο «Η Φωτογραφία ως Καθρέφτης».
Για κείνον μάλλον όλα αυτά βέβαια δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Όπως εξομολογείται στα «Ρ.Ν.», η φωτογραφική του περιπέτεια ξεκίνησε χωρίς καν να έχει στο μυαλό του ότι αυτό ήταν που θα ακολουθήσει. Οι δύο μεγάλες του αγάπες ήταν το σινεμά (πανάκριβο να κάνεις ταινίες όπως μας λέει για να ασχοληθεί) και η ζωγραφική (πολυκορεσμένο πεδίο, τι παραπάνω έχει αυτός να πει, μας λέει) τις οποίες τις συνάντησε εν τέλει και τις δύο μέσα στη φωτογραφία, ένα σχετικά καινούργιο μέσο της εποχής που εκείνος πρωτοξεκίνησε. Και το κυριότερο, όπως εξηγεί, είναι πως αντιλήφθηκε ότι μέσα από τον φακό μπορεί κάποιος, όπως στο σινεμά και στη ζωγραφική, να δημιουργεί κόσμους. «Όσο φωτογράφιζα τα πρώτα χρόνια, χωρίς να έχω καμία φωτογραφική παιδεία και χωρίς να ξέρω πολλά τεχνικά, επειδή κρατούσα αυτό το κουτάκι στα χέρια μου, έβλεπα ενώ πριν δεν έβλεπα. Αυτό ήταν που συνειδητοποίησα. Αυτό ήταν που μου έδωσε ένα έναυσμα να αρχίσω να κοιτάω γύρω γύρω. Αυτό θυμάμαι από τότε, την περίοδο της χαράς. Και μετά όταν αποφάσισα να ασχοληθώ σοβαρά, που πήγα να κάνω ένα εξάμηνο αυτό που λέμε μαθήματα φωτογραφίας και αυτό που μου έδωσαν στην ουσία οι διαλέξεις ήταν ότι όντως είδα ότι αυτό το μέσο δημιουργεί έναν κόσμο και για αυτό αποφάσισα να ασχοληθώ», αναφέρει στα «Ρ.Ν.» ο ίδιος.
Σημειώνεται πως ο Χάρης Κακαρούχας βρέθηκε στο Ρέθυμνο αυτές τις μέρες, μεταξύ άλλων, για να παραστεί στην επικόλληση της φωτογραφικής συλλογής του με τίτλο «Μετέωρος Χρόνος: Ένα Πορτραίτο της Κούβας» στη οδό Τσαγρή, όπου πλέον μόνιμα θα κοσμεί ένα μικρό κομμάτι τοίχου, το οποίο διέθεσε ο Στέφανος Αλεξανδράκης.

Η πρωτοβουλία αυτή προήλθε από τα Μαθήματα Φωτογραφίας Ρεθύμνου του Μανόλη Καραταράκη, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας που έχει ξεκινήσει από πέρυσι το καλοκαίρι, όπου μικρές εκθέσεις φωτογραφίας και ζωγραφικής επικολλώνται σε διάφορες οδούς της παλιάς πόλης με σκοπό να έρθει ο κόσμος πιο κοντά στην τέχνη και την καλλιτεχνική δημιουργία. Όπως ανέφερε και στα «Ρ.Ν.» ο τιμώμενος φωτογράφος, Χάρης Κακαρούχας, του οποίου η φωτογραφική έκθεση επικολλήθηκε μόνιμα στην οδό Τσαγρή, ο δρόμος για εκείνον είναι και ο φυσικός χώρος της φωτογραφίας.
Από την εποχή της χαράς, στην επιτυχία και πάλι πίσω
Από την περίοδο που απλώς ανακάλυπτε τη φωτογραφία, το μέσο που κρατούσε στα χέρια του και τις δυνατότητες του μέχρι να φτάσει να γίνει «σπουδαίος φωτογράφος» μεσολάβησε η εποχή που ο Χάρης Κακαρούχας έπρεπε να αποδείξει ότι είναι ικανός, ότι μπορεί, ότι αξίζει. «Αυτό από μόνο του χάλαγε τη χαρά», αναφέρει. Ωστόσο, η επιτυχία ήρθε σχετικά νωρίς και έτσι κατάφερε γρήγορα να γλιτώσει, όπως λέει, από όλο αυτό το «τρυπάκι». Και εκεί που άλλοι στη θέση του θα την «ψώνιζαν» που λέμε στα απλά ελληνικά, εκεί που του ανοίχτηκαν οι δρόμοι για να κάνει τον επαγγελματία καλλιτέχνη στην Ευρώπη, εκείνος αντιλήφθηκε πως άλλα ήταν αυτά που τον ενδιέφεραν. «Επειδή όντως έγινε το όνομά μου γνωστό σε όλη την Ευρώπη ξαφνικά είχα και εγώ την ικανοποίηση της ματαιοδοξίας μου ότι έγινα ένας αναγνωρισμένος φωτογράφος. Εκεί όμως είδα ότι αυτή η αναγνωρισιμότητα επί της ουσίας δεν σημαίνει τίποτα. Δεν σε κάνει ούτε καλύτερο άνθρωπο, ούτε καλύτερο φωτογράφο, ούτε σου δίνει πραγματικούς φίλους. Γιατί; Γιατί το μόνο που βοηθάει είναι να σου ανοίξει επαγγελματικές πόρτες, αλλά είδα ότι δεν με ενδιέφερε αυτό, οπότε πήγε περίπατο. Και μετά όταν κατάλαβα τι είναι όλο αυτό που λέγεται καλλιτεχνική δημιουργία εκεί ξαναεπέστρεψε η περίοδος της χαράς με μια ωριμότητα».
Και ποια είναι αυτή η ωριμότητα; Για εκείνον ήταν ότι αντιλήφθηκε τι πραγματικά είναι η φωτογραφία και όπως μας ξεκαθαρίζει δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από την αποτύπωση του εσωτερικού κόσμου του καθενός. «Στην ουσία αν μιλάμε για την εικόνα, υλοποιούμε οπτικά τον ψυχικό μας κόσμο, το εσώτερο είναι μας. Και αυτό σημαίνει ό,τι σπουδές και να κάνουμε φωτογραφικές ή ό,τι γνώσεις και να πάρουμε αυτό θα κάνουμε, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο, γιατί αυτό είναι μια νομοτέλεια. Γιατί όταν κάνουμε κλικ, εκείνη τη στιγμή για εμένα είναι ότι αναγνωρίζουμε εκεί σε αυτό κάτι μέσα μας. Με αυτή την έννοια ο κόσμος που δημιουργούμε στην ουσία με τις εικόνας μας είναι ένας καθρέπτης του εσωτερικού μας κόσμου», αναφέρει.
Το πεδίο του φωτογραφικού πορτρέτου στο έργο του Χάρη Κακαρούχα κατέχει ιδιαίτερη θέση. Ο ίδιος καταφέρνει με τον φακό του να αποτυπώνει στα βλέμματα που φωτογραφίζει το βάθος που συναντά κανείς στα πορτρέτα Φαγιούμ – αυτές τις εξαιρετικά ρεαλιστικά ζωγραφισμένες προσωπογραφείες τις οποίες για πολλά χρόνια κυνηγούσε να αποτυπώσει στις εικόνες του, όπως εξομολογείται.

«Το πορτρέτο πολύ απλά είναι η σχέση μας με τον άλλο άνθρωπο. Καταρχάς η φωτογραφία δεν διδάσκεται. Δεν μπορεί κανείς να μάθει σε κάποιον πως θα βλέπει. Απλά για μένα αυτό που προσπαθώ να κάνω στα «μαθήματα» που παραδίδω είναι να συνειδητοποιήσουν όλοι ότι αυτό που κάνουν στην ουσία είναι ο καθρέπτης τους και αν θέλουνε να πάνε λίγο παρακάτω αυτές τις εικόνες καλό είναι να κοιτάξουν μέσα τους. Και όχι να ψάχνουν κανόνες, θεωρίες κ.λπ. Να μπουν σε μια ουσιαστική προσωπική σχέση με αυτό που κάνουν, με την εικόνα και με τον εαυτό τους. Αυτό είναι όλη η ιστορία. Επομένως το πορτρέτο είναι επίσης ένα είδος το οποίο αντανακλά όλο αυτό. Δηλαδή τι θες από τον άλλο άνθρωπο; Εγώ προσωπικά, επειδή η ιστορία με το πορτρέτο ξεκίνησε από τότε που είδα τα πορτρέτα Φαγιούμ τα οποία με άφησαν σύξυλο, ήταν μια βαθιά συγκίνηση. Και τι με συγκινούσε; Με συγκινούσε το βάθος που υπήρχε σε αυτά τα βλέμματα. Αυτό ήταν ένας άξονας για τη φωτογραφία μου αλλά ήταν άξονας και της ζωής μου τελικά. Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον. Κάτι που αγαπούσα μου έδειξε τα βήματα στη ζωή. Άρα το γεγονός ότι δεν τσίμπησα από την αναγνώριση που μου άνοιγε έναν δρόμο αυτό του επαγγελματία καλλιτέχνη στην Ευρώπη, και το άφησα γιατί με ενδιέφερε κάτι το άλλο, είναι ακριβώς αυτό, το ότι με ενδιέφερε να βρω αυτό το βάθος μέσα μου. Και αυτό το πράγμα με έναν τρόπο καθρεπτίζεται και στα πορτρέτα που κάνω. Ο καθένας για μένα είναι να βρει αυτό που θέλει. Για μένα είναι αυτό. Επομένως η ιστορία είναι να βρει ο καθένας τι πραγματικά τον νοιάζει. Το πορτρέτο δεν είναι τεχνική δηλαδή. Όλα αυτά είναι δευτερεύοντα πράγματα, το πως θα φωτίσεις και τι θα κάνεις. Αυτά έρχονται πολύ εύκολα, τουλάχιστον από τη δική μου εμπειρία, όταν ξέρεις τι σε ενδιαφέρει εκεί πέρα».














