Ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Ρεθύμνου θα αξιοποιήσει τη φωτογραφική έκθεση για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με το φυσικό και δομημένο περιβάλλον της πόλης και της ενδοχώρας
Στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου βρέθηκε η αρχιτεκτονική και η «εικόνα» της πόλης, αλλά και της ενδοχώρας, μετά από πρόσκληση του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Ρεθύμνου στους πολίτες να φωτογραφήσουν τα σημεία που τους προσελκύουν το ενδιαφέρον, είτε με θετικό, είτε με αρνητικό πρόσημο.
Το φωτογραφικό υλικό που συγκεντρώθηκε εκτίθεται μέχρι και σήμερα, Τετάρτη, στον πρώτο όροφο στο Σπίτι του Πολιτισμού, συνοδευόμενο με κάποιες επισημάνσεις από τους ίδιους τους συμμετέχοντες, αλλά και τους επισκέπτες που έχουν τη δυνατότητα να καταθέτουν γραπτώς το σχόλιό τους στις φωτογραφίες.
Στόχος του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Ρεθύμνου είναι να «ακτινογραφήσει» τις ποιότητες του περιβάλλοντος και να κατανοήσει πώς αυτές γίνονται αντιληπτές από τους κατοίκους.
Η έκθεση «Μ’ αρέσει, δεν μ’ αρέσει» εγκαινιάστηκε το απόγευμα της Δευτέρας, ενώ την ίδια μέρα ο καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Τάσης Παπαϊωάννου μίλησε στο κοινό του Ρεθύμνου με αφορμή την έκθεση και συνομίλησε μαζί του.
Η διοργάνωση αυτής της μέρας είναι μια πρωτοβουλία του τμήματος Πολιτισμού του δήμου Ρεθύμνης και του αρμόδιου Αντιδημάρχου Μάνου Τσάκωνα, για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Αρχιτεκτονικής (πρώτη Δευτέρα του Οκτώβρη) και συνδιοργανώθηκε με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Ρεθύμνου και τη Νομαρχιακή Επιτροπή Ρεθύμνου του ΤΕΕ – Τμήματος Δυτικής Κρήτης.

«Η αρχιτεκτονική παίρνει τη θέση που της αξίζει. Αυτή η μέρα στοχεύουμε να γίνει ακόμα ένας θεσμός που θα γιορτάζουμε κάθε χρόνο τον Οκτώβριο με εκθέσεις, διαλέξεις και προβολές, με στόχο από το 2026 να φιλοξενούμε και διπλωματικές εργασίες νέων αρχιτεκτόνων με θέμα το Ρέθυμνο», ανέφερε μεταξύ άλλων ο αντιδήμαρχος Πολιτισμού στη διάρκεια των εγκαινίων της έκθεσης «Μ’ αρέσει, δεν μ’ αρέσει».
«Από την έκθεση αντιλαμβανόμαστε ότι αρέσει πάρα πολύ η Παλιά Πόλη»
Το ίδιο το Ρέθυμνο «κοιτάχτηκε» στον καθρέπτη στη φωτογραφική έκθεση «Μ’ αρέσει, δεν μ’ αρέσει» και οι πρώτες εντυπώσεις ήδη αποτυπώθηκαν από τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων.
Το ενδιαφέρον φαίνεται να στρέφεται περισσότερο στο κομμάτι της Παλιάς Πόλης, ως ένα μέρος που συνήθως αρέσει στους κατοίκους, κάτι το οποίο είναι ένα «καμπανάκι» που λέει ότι «η αρχιτεκτονική του παρελθόντος έχει πολλά να μας δώσει στην αρχιτεκτονική του μέλλοντος, κυρίως όσον αφορά στην ανθρώπινη κλίμακα, τις υφές, τα χρώματα, την αίσθηση ότι ανήκω σε έναν τόπο», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε σε δήλωσή του ο πρόεδρος του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, Στέφανος Σκανδάλης, επισημαίνοντας επίσης πως: «από την έκθεση αντιλαμβανόμαστε ότι αρέσει πάρα πολύ η Παλιά Πόλη», ενώ συμπλήρωσε ότι «η σύγχρονη αρχιτεκτονική φαίνεται να μας έχει ξεκόψει από τις ρίζες μας», με τη συγκόλληση να μοιάζει δύσκολη.

Όπως περιέγραψε ο κ. Σκανδάλης: «Υπάρχουν σύγχρονα ρεύματα σκέψεις στην αρχιτεκτονική, όπως ο κριτικός τοπικισμός και η φαινομενολογία που μας λέει αυτό που πρέπει να πετύχουμε είναι μια σύγχρονη τοπικά προσδιορισμένη αρχιτεκτονική, γιατί η ζωή δεν πάει πίσω, είναι πάντα σύγχρονη. Όμως δεν πρέπει να χάσουμε την επαφή με τις ρίζες μας. Αυτή η προσπάθεια γίνεται ορατή. Από τη μια έχουμε την Παλιά Πόλη με ό,τι καλό έχει, από την άλλη έχουμε τη νέα πόλη που προσπαθεί να επουλώσει αυτές τις πληγές».
Στην Παλιά Πόλη «δεν είναι όλα ρόδινα», σημείωσε ο πρόεδρος του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, αναφέροντας: «Αρχίζουν και βάζουν φελιζόλ, κόλλες και τα παλιά κονιάματα δεν προστατεύονται, ενώ θα έπρεπε. Μιλάμε για παλιά κονιάματα βενετσιάνικα που σε μια νύχτα κάποιος τα γκρεμίζει και βάζει θερμοπροσόψεις. Είναι τρομερό να έχουμε μια παλιά πόλη που έχει χάσει σε μεγάλο μέρος την επιδερμίδα της. Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα, όπως και στην παλιά πόλη πώς θα ενταχθούν οι ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις. Το τρομερό είναι ότι όλα αυτά είναι παράνομα. Υπάρχει το άρθρο 19 του νέου οικοδομικού κανονισμού, που λέει ξεκάθαρα ότι το να έχεις πάνω σε κεραμίδια έναν ηλιακό, είναι καταρχήν παράνομο. Αλλά θα έπρεπε να υπάρχει και μια «αισθητική αστυνομία» που θα εμπόδιζε την κανονική αστυνομία να παρέμβει. Εκεί λοιπόν είναι θέμα παιδείας».

Όσον αφορά στο νέο κομμάτι της πόλης, ο κ. Σκαλίδης επεσήμανε: «Στο νέο Ρέθυμνο το μεγάλο πρόβλημα είναι η επαφή με τον ουρανό, που είναι τα ηλιακά, τα ντεπόζιτα, οι ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, οι οποίες αμαυρώνουν την εικόνα. Τα μπαλκόνια που έχουν γίνει αποθήκες και η έλλειψη δημοσίων χώρων. Αυτά είναι οι πληγές του νέου Ρεθύμνου. Εάν ξεκινήσουμε και φροντίζουμε τα μικρά πράγματα, τα μπαλκόνια, βάλουμε λίγο πράσινο, να πάψουν να είναι αποθήκες και σιγά – σιγά να καταλάβουμε ότι το δημόσιο είναι δικό μας και δεν είναι κάποιου άλλου, νομίζω ότι θα έχουμε κάνει ένα μεγάλο βήμα».

«Η αρχιτεκτονική δεν κρίνεται με όρους μόνο παρόντος, αλλά και μέλλοντος»
Ένα «γρήγορο διαχρονικό ταξίδι» στην αρχιτεκτονική έκανε στην εισήγησή του ο αρχιτέκτονας – συγγραφέας, καθηγητής του Μετσόβιου Πολυτεχνείου Τάσης Παπαϊωάννου την ημέρα των εγκαινίων της έκθεσης, μια ομιλία που συσχέτισε με την έκθεση και εντόπισε κάποια ζητήματα που μοιράστηκε με τους ανθρώπους του Ρεθύμνου.

«Η αρχιτεκτονική δεν είναι μόνο τα υλικά, δηλαδή το χτισμένο περιβάλλον, αλλά υπάρχει και μια πνευματικότητα. Εμπεριέχει έναν συμβολισμό», σημείωσε ο κ. Παπαϊωάννου σε δήλωσή του, ενώ συμπλήρωσε: «Η αρχιτεκτονική δεν είναι τίποτα άλλο πάρα η έκφραση της ζωής στον χώρο και τον χρόνο».
Αναφερόμενος στην έκθεση «Μ’ αρέσει, δεν μ’ αρέσει» επεσήμανε: «Τα αποτελέσματα αυτού του βλέμματος των πολιτών, έχουν να κάνουν κάθε φορά και με τους ανθρώπους και την άποψη που έχουν για τη ζωή και την αρχιτεκτονική. Ο αρχιτεκτονικός χώρος είναι αυτός που γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε, άρα με αυτήν την έννοια η αρχιτεκτονική εκφράζει ακριβώς αυτό το πράγμα», ενώ συμπλήρωσε: «Όπως έλεγε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν η αρχιτεκτονική είναι ανώτερη από τις άλλες τέχνες, οι οποίες απλώς θεώνται ή ακούγονται εάν είναι μουσική, ζωγραφική, γλυπτική. Η μεγάλη διαφορά της αρχιτεκτονικής είναι ότι βιώνεται με όλες τις αισθήσεις. Για να την καταλάβει κανένας πρέπει να τη ζήσει. Δεν είναι μια εικόνα, μια φωτογραφία, είναι χώρος ζωής. Γι’ αυτό πολλές φορές οι ερωτήσεις που γίνονται από τον κόσμο είναι ποιος είναι αυτός εντέλει που κρίνει την αρχιτεκτονική, να πει εάν είναι καλή ή κακή;».
Δύο είναι οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση εάν ένα έργο αρχιτεκτονικής είναι καλό ή κακό, όπως συμπεραίνει ο κ. Παπαϊωάννου. Ο ένας παράγοντας σχετίζεται με τον ίδιο τον άνθρωπο που ζει μέσα σε αυτόν τον χώρο και τον βιώνει και ο δεύτερος παράγοντας είναι ο χρόνος.
«Από τη μια είναι ο άνθρωπος κάτοικος, ο οποίος βιώνει τον χώρο και μάλιστα δεν υπάρχει πιο μεγάλος έπαινος για τον αρχιτέκτονα να του πει ο ιδιοκτήτης που του έχει φτιάξει το σπίτι ή το οτιδήποτε «ζω καλά εδώ». Μάλιστα, όχι μόλις τελειώσει το σπίτι, αλλά μετά από πολλά χρόνια. Επίσης ένας άλλος παράγοντας είναι ο χρόνος. Η αρχιτεκτονική δεν κρίνεται με όρους μόνο παρόντος, αλλά και μέλλοντος. Την αρχιτεκτονική δεν την κατοικούν μόνο οι ιδιοκτήτες που χτίζουν το σήμερα αλλά και απόγονοί τους. Εάν δούμε το Ρέθυμνο υπάρχουν πολλά τέτοια σπίτια που έχουν ζήσει πολλές γενιές».
Η έκθεση «Μ’ αρέσει, δεν μ’ αρέσει» αποτέλεσε μια καλή ευκαιρία και για τους ίδιους τους κατοίκους του Ρεθύμνου να δραστηριοποιηθούν, όπως ανέφερε ο κ. Παπαϊωάννου, αλλά και για την εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων: «Υπάρχει η ανάγκη για πράσινο. Όλοι εντοπίζουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Έλλειψη πρασίνου, δέντρων, δημόσιου χώρου που μπορώ να κατοικήσω σε αυτόν, κάτι που μου έκανε εντύπωση. Ενώ συνήθως κοιτάμε τον ιδιωτικό χώρο και δεν δίνουμε σημασία στον δημόσιο. Το δεύτερο είναι ένα βλέμμα για την αρχιτεκτονική του παρελθόντος. Τους αρέσουν τα σπίτια της βενετοκρατίας, τα παλιότερα. Κάτι σημαίνει αυτό», σημείωσε ο κ. Παπαϊωάννου.








