Η μακρά ιστορία διαχείρισης υδάτινων πόρων της Κρήτης, έχει να επιδείξει σημαντικά επιτεύγματα στον σχεδιασμό και την κατασκευή ποικίλων έργων, με τα οποία οι διάφοροι πολιτισμοί που αναπτύχθηκαν στο νησί επιχείρησαν να καλύψουν τις ποικίλες ανάγκες.
Οι πληροφορίες για το σύστημα υδροδότησης του Ρεθύμνου κατά τη βενετική περίοδο είναι λιγοστές. Γνωρίζουμε ότι οι δυο πηγές που τροφοδοτούσαν το Ρέθυμνο βρίσκονταν έξω από την οχυρωμένη τότε πόλη. Ήταν αφενός η πηγή των Αθανάτων, μικρή πηγή στην περιοχή μεταξύ Σχολής Χωροφυλακής και σημερινού Μουσικού Σχολείου. Αφετέρου, ήταν η «Μάννα του Νερού» στο λόφο του Εβλιγιά (λόφος Αγ. Ιωάννη -S. Ζuanne, για τους Βενετούς), νότια της πόλης. Η δεύτερη αυτή πηγή ήταν που κυρίως αξιοποιήθηκε στη διάρκεια των αιώνων, όπως επιβεβαιώνουν πολλές μαρτυρίες.
Το δίκτυο ύδρευσης ταυτιζόταν με τον τότε κεντρικό οδικό άξονα του Ρεθύμνου, τη σημερινή οδό Εθνικής Αντιστάσεως. Πηγάδια και λιγοστές δεξαμενές χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες ύδρευσης της πόλης. Δεξαμενές κατασκευάστηκαν επίσης για την υδροδότηση της Φορτέτζας.
Το 1210, όταν η Κρήτη περιέρχεται στην κυριαρχία των Βενετών, μια νέα τάξη δημιουργείται που αποτελείται από παλαιούς βυζαντινούς και νεο-εγκατεστημένους Ενετούς, στους οποίους ανατίθεται η οργάνωση και η νέα υποδομή της πόλης.
Ο πρωτόππας Νικόλαος, κατά κόσμον Φιλάρετος Φιλαρέτης, εντεταλμένος του ενετικού κράτους, κατασκευάζει το πρώτο σύστημα υδροδότησης της πόλης, μεταφέροντας νερό από τη «Μάννα του Νερού», η ύπαρξη της οποίας μαρτυρείται από Βυζαντινά χρόνια.
Τον ιερέα και μηχανικό πρωτόπαπα Νικόλαο, αναφέρει και Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής:
Νικόλαον πρωτοπαπά θυμούμαι τσι δουλειές του
Πόσες φορές με στόλισε πολλά με τσ’ αρετές του
Φιλάρετος Φιλάρετης έκραζαν την γενιάν του
Κι η Κρήτη ετιμάτονε για τα καμώματά ντου
και το νερόν μου χάθηκεν, και τεχνωμάζωξέν το
Και τό ‘φερε στο φόρος μου, στη βρύση μου έτρεξέν το.
Η πηγή αυτή διέθετε αρκετή ποσότητα νερού, ενώ εκείνη «των Αθανάτων» ήταν μικρής παροχετευτικότητας και η χρήση της γινόταν αποκλειστικά από την άρχουσα τάξη.
Η κατασκευή του δικτύου έγινε με πήλινους σωλήνες (κουτούντα), που αρχικά υδροδοτούσαν μια δεξαμενή που οικοδομήθηκε στο Φόρο (περιοχή βόρεια του λόφου του Αϊ-Γιάννη). Από εκεί, το νερό οδηγούνταν κατόπιν στην κρήνη της Μεγάλης Πηγάδας, στη Μεγάλη Πόρτα.

Αυτό το σύστημα υδροδότησης αποκαλύφθηκε το 1999, στο πλαίσιο εργασιών του Δήμου για την αντικατάσταση των παλαιών σωλήνων. Η ανασκαφή, που έγινε από το Γραφείο Προγραμματικής Σύμβασης Παλιάς Πόλης με την εποπτεία της 13ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, αποκάλυψε τρία πολύ σημαντικά στοιχεία του υδρευτικού δικτύου των Ενετών:
– τμήμα θολωτού παντορροϊκού αγωγού στην οδό Παλαιολόγου, στο ύψος της Loggia
– τμήμα διπλού θολωτού παντορροϊκού αγωγού στην πλατεία της κρήνης Rimondi
– τμήμα λίθινου σπονδυλωτού αγωγού στη συμβολή των οδών Παλαιολόγου – Τίτου Πετυχάκη.

Σε δεύτερη φάση, οι Ενετοί επεκτειναν το δίκτυο μέχρι την κρήνη Ριμόντι, κατεξοχήν τόπο αναψυχής της άρχουσας τάξης, στην οποία μόνο αυτή έχει πρόσβαση. Παράλληλα, υδροδοτήθηκαν κατοικίες αρχόντων και καθολικές εκκλησίες.
Το δίκτυο αυτό, που κάλυπτε μήκος 957 μέτρων, διακρίνεται σε σχέδια της πόλης του Ρεθύμνου. Ο χάρτης του Franceso Basiliccata (1618) αποτυπώνει την όδευση του αγωγού από την πηγή μέχρι τη Μεγάλη Πόρτα, την οποία ονομάζει condutto della Fontana, δηλαδή διαδρομή της ύδρευσης της κρήνης.

Ο Basilicata αναφέρει επίσης πως στο κέντρο του Ρεθύμνου υπάρχει μια πολύ όμορφη κρήνη, το νερό της οποίας ερχόταν από έξω από την πόλη, από απόσταση 525 βημάτων (Σπανάκης V, 1960, σ. 101). Πιθανότατα η θέση ταυτίζεται με την πηγή του San Zuanne (Αγίου Ιωάννη), η οποία σημειώνεται και σε κείμενο του 1591, όπου αναφέρεται πως η πηγή είχε πάθει σοβαρές ζημιές λόγω βροχοπτώσεων (Gerola IV σ. 31, υποσ. 1∙ Δημακόπουλος 1970, σ. 325).
Το 1602 ο Βενετός γενικός προνοητής Benetto Moro αναφέρει πως η πόλη του Ρεθύμνου υδροδοτείται από πηγή που βρίσκεται μισό μίλι μακριά (Σπανάκης IV, 1958, σ. 43).
Η όδευση του βενετικού υδραγωγείου από τον λόφο του Εβλιγιά σε πηγάδι κοντά στη Μεγάλη Πόρτα και στην κρήνη Rimondi αποτυπώνεται επίσης σε χάρτη του φλαμανδού χαράκτη Jacob Peeters (1690) (Ανδροβιτσανέα 2017, σ. 12-13). Διακρίνεται σ’ αυτόν το εσωτερικό υδραγωγείο με το βασικό δίκτυο διανομής του νερού στη Μεγάλη Πηγάδα. Πιθανόν αυτό ταυτίζεται με την κρήνη η οποία συνδέθηκε αργότερα με το τζαμί της Βαληδέ Σουλτάνας.

Η συγκεκριμένη υποδομή φέρει ένα σαφές ταξικό πρόσημο: περιορίζει την πρόσβαση του λαού σε καθαρό νερό σε μια μόνο θέση υδροληψίας, τη Μεγάλη Πηγάδα, γεγονός που σαν αποτέλεσμα είχε τη χρήση πηγαδιών, ακόμη και μετά την κατασκευή του υδραγωγείου.
Ο Giuseppe Gerola (1932-1940) κάνει λόγο για υπόγειο υδραγωγείο,κατασκευασμένο από πέτρες λαξευμένες σε πολυγωνικό σχήμα, το οποίο έφερνε νερό από τη θέση Κουμπέ στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη (Gerola IV, σ. 32). Ωστόσο, η ύπαρξη υδαταγωγού από αυτή τη θέση δεν μοιάζει πιθανή (Δημακόπουλος 1970 σ. 325).
Ο Βενετός γενικός προνοητής Zuanne Mocenigo αναφέρει σε έκθεσή του το 1589, ότι κατασκεύασε στο Ρέθυμνο δύο δεξαμενές, εξηγώντας πως, παρόλο που η πόλη αυτή έχει τα περισσότερα νερά στην Κρήτη, σε περίπτωση πολιορκίας θα υποφέρει από λειψυδρία (Σπανάκης Ι, 1940, σ. 152-153). Ο δε γενικός προνοητής Benetto Moro αναφέρει ότι στο φρούριο (Φορτέτζα) υπάρχουν δεξαμενές, τις οποίες φρόντισε να επιδιορθώσει (Σπανάκης IV, 1958, σ. 43).
Άλλες ενετικές κρήνες
Την ίδια περίοδο τρεις ακόμα κρήνες κατασκευάστηκαν στο Ρέθυμνο, δεν σώζονται όμως πληροφορίες για τη θέση και τον διάκοσμό τους.
Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα επί της οδού Νικηφ. Φωκά 93 (απέναντι από τον ναό της Αγίας Παρασκευής, που χρονολογείται τον 14ο-15ο αιώνα και είναι ενσωματωμένος σε κτίριο της οθωμανικής περιόδου, το οποία σήμερα στεγάζει δραστηριότητες του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών), παραπέμπουν σε αρχιτεκτονική διαμόρφωση επιτοίχιας κρήνης. Η απουσία όμως περαιτέρω στοιχείων δεν επιτρέπουν την ταύτισή τους με κάποια από τις τρεις κρήνες που προαναφέρθηκαν.

Ίχνη της κρήνης που βρισκόταν μέσα στο φρούριο της Φορτέτζας δεν έχουν επίσης εντοπιστεί (Gerola IV, σελ.61)
Δυσκολίες στη χρονολόγηση παρουσιάζει η επιτοίχια κομψή κρήνη που βρίσκεται στην αυλή κτιριακού συγκροτήματος επί της οδού Πατελάρου 14, τμήμα του οποίου έχει ταυτιστεί με τον ναό του Αγίου Λαζάρου.
(Πετρούλα Βαρθαλίτου, Περίτεχνες κρήνες με γλυπτό διάκοσμο, Ηράκλειο 2021).
Κρήνη στη μονή Μεσαμπελίτισσας: Στη θέση του νεκροταφείου του Ρεθύμνου, επί της λεωφόρου Σταμαθιουδάκη, υπήρχε μοναστήρι κατά τη βενετική περίοδο και τεκές με τζαμί κατά την οθωμανική εποχή. Εκεί υπήρχε πολύγωνο «αναβρυτήριο» με πολλές κρήνες (Ψιλάκης 1900, σ. 73).
Κρήνη Φιλαρέτου: Βρισκόταν κοντά στο πηγάδι της Μεγάλης Πόρτας αλλά καταστράφηκε στις αρχές του 20ού αιώνα ( Στρατιδάκης 2014, σ. 84, 123).
«Η πηγή της πόλεως», 1934. Ένα ενδιαφέρον δημοσίευμα του Γ. Δαφέρμου
Με αφορμή την επίσκεψή του στην «Μάνα του νερού», ο εκδότης του περιοδικού Προμηθεύς ο Πυρφόρος Γ. Δαφέρμος δημοσιεύει το 1934 ένα ενδιαφέρον κείμενο (εφημ. «Κρητική Επιθεώρησις», φ. 21-8-1934) το οποίο αναδημοσιεύουμε εδώ.
«Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ»
Η πηγή της ζωής μας, η μάνα του νερού, ως την λέει ο λαός τρυφερώτερα, ανεσκάφη αυτάς τας ημέρας υπό του Δήμου δι’ επιδιόρθωσιν του δεσίματός της και με την ελπίδα αυξήσεως του νερού της.
Η πηγή μας παρέχει σήμερον, καταμετρηθείσα υπό του μηχανικού του Δήμου κ. Κοβάλσκη, περί τους 33 τόνους νερού την ώραν. Με την ανασκαφήν απεκαλύφθη ο τόπος της εξόδου του νερού, αποτελούμενος από ένα χώνον βραχώδη και γεμάτον από λίθους και θραύσματα αγγείων πηλίνων, τα οποία θα ερρίφθησαν εκεί εις εποχήν, που ήτο ασκέπαστον το πηγάδι με τον θόλον.
Το νερόν βγαίνει από το ΒΑ σημείον του χώνου, από μίαν πέτρινην τρύπαν, εκ των κάτω προς τα άνω.
Σιγά σιγά υψώνεται εις λιμνούλαν βάθους έως 2 μέτρων, ξεχειλίζει από το Βόρειον μέρος και χύνεται εις κτιστήν γαλαρίαν που είναι κάτω από την κοίτη του ρυακιού και φέρεται στην πρώτη δεξαμενή και την ξεχυλίστρα της. Από κει εισέρχεται στο σωλήνα του υδραγωγείου και πηγαίνει στη μεγάλη δεξαμενή. Επάνω στο βράχο της πηγής έχει κτισθή ένα πηγάδι στερεόν, από του οποίου γίνεται η κατάβασις εις την λεκάνη του νερού. Η είσοδος του πηγαδιού είνε μικρή θύρα από βορά. Απέναντι στη θύρα, επί ασβεστολιθικής πλάκας έχει σκαλισθή μια παράστασις, εφθαρμένη σήμερον υπό της υγρασίας, αρκετά περίεργος. Η συμβολική αυτή παράστασις εντός πλαισίου έχει ως εξής:
Εις τας δύο πλευράς στέκουν δέντρα μεγάλα, προφανώς κουκουναριές ή πλατάνοι, επάνω στους κλάδους εκάστου κάθονται, δεξιά μεν είδος πτηνού, ίσως κουκουβάγια, και εις το άλλον τερατόμορφόν τι ζώον. Και τα δύο κοιτάζουν προς το μέσον της εικόνας, όπου στέκουν δύο ανθρώπινα όντα γυμνά ως ανδρόγυνον, ίσως ο Αδάμ και η Εύα. Στέκουν επάνω σε σανίδα στηριγμένη ως καναπέ, κάτωθεν του οποίου έρπει απειλητικόν θηρίον, είδος δράκοντος με ανοικτόν το στόμα και πτερωτόν.
Τι άραγε να ενθυμίζη αυτή η παράστασις; Μήπως τα δένδρα ενθυμίζουν ότι η κοιλάς της πηγής ήτο δασώδης και κατωκείτο υπό ζώων και πτηνών παντοειδών; Μήπως το αντρόγυνον είνε οι πρώτοι ιδρυταί του πηγαδιού; Το δε κάτωθεν τέρας παριστάνει το σύνηθες στοιχειό των πτηνών κατά τας λαϊκάς παραδόσεις;
Από την παράστασιν αυτήν βγαίνει τούτο το συμπέρασμα: ότι ούτε Βενετοί ούτε Τούρκοι έκτισαν το φρέαρ, διότι από την παράστασίν των λείπουν αμφοτέρων τα σύμβολα, ο λέων του Αγ. Μάρκου και η ημισέληνος των Οθωμανών.
Η γαλαρία που αναφέραμεν ανωτέρω έχει μήκος περίπου 40 μέτρα και ύψος περί το 1 μέτρον. Ως είνε φυσικόν, κάτω από την ενέργειαν και την πίεσιν του νερού του ποταμού και των ογκολίθων που έχουν κυλισθή εκεί και του πολλού χρόνου, θα έχη παραμορφωθή και διαρραγή η στοά ώστε να χάνεται και απ’ εκεί νερό, συνεπώς να έχη ανάγκην επισκευής. Θα είνε τούτο απαραίτητο να γίνη τώρα και οι Δημ. Άρχοντές μας οφείλουν να μη διστάσουν προ των δαπανών, αφού πρόκειται περί της υπάρξεως της πόλεώς μας. Τόσον σπουδαίον είνε το ζήτημα τούτο, ώστε έπρεπεν όλοι οι Ρεθεμνιώτες να είχον επισκεφθή την εργασίαν αυτήν και να ενθαρρύνουν τον Δήμον των.
Αλλά πόσοι Ρεθεμνιώτες πιθανόν έχουν γεράσει και δεν πέρασαν ποτέ από εκεί, από της Μάνας, μακρά της πόλεως! Γιατί ασφαλώς η πόλη εκτίσθη εδώ μόνον εξ αιτίας της παρουσίας τέτοιας σοβαράς πηγής καί μόνον εξ αυτής θα διατηρηθή.
Προσέξατε, λοιπόν, Ρεθεμνιώτες, την Πηγήν της ζωής σας!

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΜΜ. ΚΑΟΥΝΗ
Ο Εμμ. Καούνης θα απαντήσει στο δημοσίευμα του Γ. Δαφέρμου, δίνοντας τις δικές του εκτιμήσεις μέσα από τις σελίδες της ίδιας εφημερίδας (φ. 4-9-1934). Υποστηρίζει ότι η ταυτότητα του κτήτορα του φρέατος και η εποχή κατασκευής του διασαφηνίζεται από τη σχετική αναφορά του Μπουνιαλή.
Για την ερμηνεία της ανάγλυφης παράστασης, πιθανολογεί τον συσχετισμό της με κάποιο θρησκευτικό θέμα, όπως η κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Αναφέρει ακόμη ότι ο ίδιος, κάτω από την παράσταση, διέκρινε, τοποθετημένες οριζόντια, τρεις πλάκες σε σχήμα ταινίας αναδιπλωμένης στα άκρα, και πιθανολογεί ότι προορίζονταν για επιφάνεια σχετικής επιγραφής και χρονολογίας, πράγμα που για άγνωστο λόγο ίσως δεν πραγματοποιήθηκε τελικά. Θεωρεί ωστόσο ότι το ζήτημα θα έπρεπε να απασχολήσει όσους θα μπορούσαν να έχουν γνώμη επ’ αυτού και η σχετική έρευνα να συνεχιστεί.
Κλείνοντας, ο Εμμ. Καούνης δεν παραλείπει να συγχαρεί, ως Ρεθύμνιος, τον κ. Δαφέρμο για το ενδιαφέρον που έδειξε και εύχεται να τον μιμηθούν και άλλοι.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Κατά τη Βενετοκρατία, το τρεχούµενο πόσιµο νερό στην πόλη είναι ελάχιστο και αποτελεί μάλλον αγαθό για τους λίγους. Ο ταξικός διαχωρισµός καθρεπτίζεται έντονος και σαφής στον τρόπο κατανοµής του.
Το γλυκό νερό της βροχής και το υφάλµυρο νερό του υδροφόρου ορίζοντα αποτελούν τις πηγές κάλυψης των αναγκών του πληθυσμού. Αυτό φαίνεται ελαφρώς να διαφοροποιείται κατά την ενετική περίοδο, µε την κατασκευή του δικτύου παροχής πόσιµου νερού από µια πηγή, τουλάχιστον ως τη θέση της Μεγάλης Πηγάδας.
Η μεγάλη μεταβολή στο πεδίο αυτό όμως, θα συντελεστεί κατά την οθωµανική περίοδο, με την οποία θα ασχοληθούμε στο επόμενο δημοσίευμα.









