Πριν από λίγες μέρες, με αφορμή τη φετινή εξόφληση του ΕΝΦΙΑ, συζητούσα με έναν φίλο για τη σχέση της ιδιοκτησίας με τη δημοκρατία σε μια σύγχρονη κοινωνία. Τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα πιο φανερό ότι η έννοια της ιδιοκτησίας αλλάζει. Κάποτε, στην εφηβεία μας, αγοράζαμε ένα βιβλίο ή έναν δίσκο και ήταν πραγματικά δικά μας. Σήμερα, όμως, έχουμε πρόσβαση σε αμέτρητα μουσικά κομμάτια, ταινίες και βιβλία μέσω διαδικτυακών πλατφορμών, χωρίς όμως να τα κατέχουμε. Αν αλλάξουν οι όροι ή κλείσει η υπηρεσία, χάνουμε ό,τι θεωρούσαμε «δικό μας».
Η χωρίς επιστροφή μετάβαση, λοιπόν, από την ιδιοκτησία στην υπό συγκεκριμένη χρονική προθεσμία και κάτω από ειδικούς όρους χρήση είναι πλέον από όλους ομολογημένο γεγονός. Μια «άψυχη» χρήση χωρίς συναισθηματικό δέσιμο του χρήστη με το μουσικό κομμάτι και το ανάγνωσμα, δίχως τη δημιουργία αναμνήσεων που να σχετίζονται με αυτήν ή το αντικείμενο της ακρόασης ή του διαβάσματος.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι απλώς τεχνολογική· είναι βαθιά κοινωνική και πολιτική. Η ιδιοκτησία συνδέθηκε ιστορικά με την ελευθερία και την ανεξαρτησία του ανθρώπου. Όταν κάποιος έχει κάτι δικό του, δεν εξαρτάται από άλλους για να το χρησιμοποιήσει. Αντίθετα, όταν τα πάντα λειτουργούν με συνδρομές και άδειες χρήσης, η καθημερινότητα εξαρτάται από αποφάσεις τρίτων. Ο πολίτης παύει να έχει πλήρη έλεγχο και αρχίζει να κινείται μέσα σε όρια που θέτουν άλλοι.
Το πρόβλημα, όπως έλεγε ο φίλος μου, γίνεται εντονότερο αν αναλογιστούμε ότι αυτή η «νέα ιδιοκτησία» συγκεντρώνεται στα χέρια λίγων, συχνά πολυεθνικών, εταιρειών. Οι ίδιες ελέγχουν δεδομένα, πληροφορία, εργαλεία εργασίας και μέσα ψυχαγωγίας, επηρεάζοντας ακόμη και το στυλ και τον τρόπο ζωής. Έτσι, η ισχύς μετατοπίζεται από τους πολλούς στους λίγους. Τα μονοπώλια αποκτούν τεράστια δύναμη και την εκμεταλλεύονται στο έπακρο εις βάρος των πολιτών.
Και όλοι ξέρουμε καλά ότι όταν η κοινωνική, πολιτική και οικονομική δύναμη συγκεντρώνεται, η δημοκρατία δοκιμάζεται. Γιατί δημοκρατία δεν είναι, όπως είναι γνωστό, μόνον οι εκλογές· είναι η πραγματική δυνατότητα του πολίτη να ελέγχει τη ζωή του και να συμμετέχει πλήρως, ανεμπόδιστα και ισότιμα στη λήψη αποφάσεων.
Από την άλλη πλευρά, το τέλος της παραδοσιακής ιδιοκτησίας δεν σημαίνει αναγκαστικά και το τέλος της δημοκρατίας. Οι νέες μορφές πρόσβασης μπορούν να προσφέρουν ευκολία, χαμηλότερο κόστος και μεγαλύτερη διάδοση της γνώσης. Μπορούν επίσης να ενισχύσουν τη συνεργασία και τη συλλογική χρήση πόρων. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος θέτει τους κανόνες και αν αυτοί υπηρετούν το κοινό καλό και όχι τα συμφέροντα των λίγων.
Συμπερασματικά, η αλλαγή στην ιδιοκτησία αποτελεί μεγάλη πρόκληση για τις σύγχρονες κοινωνίες. Αν δεν υπάρξει έλεγχος και προστασία του πολίτη, η εξάρτηση από ισχυρά οικονομικά κέντρα ή μονοπώλια, μπορεί να περιορίσει την ελευθερία και να αποδυναμώσει τη δημοκρατία. Με σωστούς, όμως, θεσμούς και νόμους και σεβασμό των δικαιωμάτων, η νέα πραγματικότητα μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος όλων. Το μέλλον της δημοκρατίας εξαρτάται από το πώς θα διαχειριστούμε αυτή τη μετάβαση.









