Πέρα από τις προφανείς ευκαιρίες που μπορεί να δώσει ένα Εσπερινό ΕΠΑΛ όπως το απολυτήριο λυκείου ή το πτυχίο ειδικότητας, υπάρχουν φορές που μια φοίτηση στο σχολείο αυτό έρχεται να νοηματοδοτήσει για κάποιους ολότελα τη ζωή τους εκ νέου, να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές τους και να τους ανοίξει δρόμους που ούτε οι ίδιοι είχαν φανταστεί ότι υπάρχουν. Και δεν πρόκειται απλά για «ιστορίες επιτυχίας» αλλά για ιστορίες που είτε καταλήγουν ή όχι στον τελικό στόχο – το φεγγάρι – οι πρωταγωνιστές τους σίγουρα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουν καταφέρει τουλάχιστον να βρεθούν ανάμεσα στα αστέρια. Αυτές τις ιστορίες διηγούνται στα «Ρ.Ν.» τρεις απόφοιτες του Εσπερινού ΕΠΑΛ Ρεθύμνου. Με διαφορετική αφετηρία η κάθε μία και διαφορετικό στόχο, όλες περιγράφουν την εμπειρία του πως είναι να επιστρέφεις στα θρανία, να δίνεις ξανά πανελλήνιες σε «μεγάλη ηλικία» ή να ανακαλύπτεις τελικά πως το σχολείο μπορεί να είναι και «κουλ».
Στοχεύοντας από το γήπεδο του βόλεϊ στην Ιατρική Σχολή
Την πρώτη φορά που η Στέλλα Κουταλά έδωσε πανελλήνιες δεν είχε ιδιαίτερη σημασία για εκείνη αφού όπως λέει «ήμουν ένα παιδί που δεν διάβαζε». Λίγο πριν τα 22 ωστόσο, μέσα από τις εμπειρίες που είχε ήδη μαζέψει αποφοιτώντας από το γενικό λύκειο, καταλήγει στο συμπέρασμα πως θέλει να κάνει κάτι που θα βοηθάει κόσμο και έτσι βάζει στόχο, όπως εξηγεί, να περάσει στην Ιατρική Σχολή. Μια απόφαση – στροφή 180 μοιρών στη ζωή της, αφού από παίκτρια του βόλεϊ αρχίζει να φαντάζεται τον εαυτό της γιατρό, να έχει γνώσεις τέτοιες που να μπορεί να θεραπεύει κόσμο και να κάνει κάτι που έχει ουσία για εκείνη. Πολύ σημαντικό βέβαια και καθοριστικό το παράδειγμα της ίδια της μητέρας της η οποία στα 42 της, όπως μας περιγράφει η Στέλλα, βάζει στόχο την Ιατρική και σήμερα στα 45 της είναι αισίως μια ενεργή φοιτήτρια της Σχολής. «Όταν τελειώνουμε από το σχολείο, στα 18 μας χρόνια, βλέπουμε αλλιώς τη ζωή. Βγαίνουμε όμως στον έξω κόσμο και ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια δουλειά, με καταστάσεις που σε κάνουν να σκέφτεσαι ξανά κάποια πράγματα. Εγώ προσωπικά ξεκίνησα και διάβαζα πολλά βιβλία και κατάλαβα ότι το να έχει κάποιος γνώσεις στη ζωή του και να ασχολείται με έναν κλάδο πολύ σημαντικό και να μπορεί να βοηθήσει την ανθρωπότητα ήταν για εμένα πολύ σημαντικό και έτσι μέσα από μερικά πράγματα στη ζωή μου κατάλαβα ότι θέλω να ασχοληθώ με την Ιατρική και το πήρα απόφαση και πήρα τον δρόμο του Εσπερινού ΕΠΑΛ. Επίσης θα ήθελα να αναφερθώ και στο πρότυπό μου, στη μητέρα μου. Η οποία σπούδασε ιατρική πολύ αργά δηλαδή τώρα είναι στα 45 της. Και μου δίδαξε μέσω της προσπάθειάς της τη δύναμη του «θέλω», περιγράφει η Στέλλα.

Στοχοπροσηλωμένη, «ψυχωμένη» και ψημένη ήδη από έναν απαιτητικό χώρο, τον αθλητισμό, η ίδια εξηγεί πως εφόσον «κλείδωσε» τον σκοπό της, η όποια δυσκολία θα αντιμετωπιζόταν και υπήρξαν αρκετές. Από το φορτωμένο πρόγραμμα και την ισορροπία ανάμεσα στα γήπεδα και τα θρανία μέχρι και την ψυχική φθορά που επιφέρει η διαδικασία των πανελληνίων, δεν ήταν λίγες οι φορές όπως λέει που θέλησε να τα παρατήσει. Ωστόσο κατάφερε να γράψει 18.840 μόρια. Αν και δεν είναι ακόμα γνωστό εάν ο στόχος επετεύχθη καθώς οι απόφοιτοι των εσπερινών ΕΠΑΛ διεκδικούν ένα ειδικό, επιπλέον ποσοστό θέσεων 1% επί του συνολικού αριθμού εισακτέων, πράγμα λοιπόν που κάνει την εισαγωγή τους σε κάποιο ΑΕΙ της χώρας λίγο πιο «δύσκολη», η ίδια τονίζει πως αν χρειαστεί θα ξαναδώσει θα το κάνει, ενώ απευθυνόμενη στον κόσμο που ίσως επιθυμεί να τολμήσει κάτι αντίστοιχο αναφέρει: «Αν το έχει πάρει κάποιος πραγματικά απόφαση, να το κάνει. Να μην ακούει καθόλου τον περίγυρο γιατί πραγματικά ο περίγυρος πάντα θα λέει κάτι. Είναι πολύ σημαντικό όταν έχεις έναν στόχο να κλείνεις τα αυτιά σου και να προχωράς. Έχω και τη μαμά μου που σε μεγάλη ηλικία επιχείρησε να γίνει γιατρός και τα κατάφερε. Με πίστη, σκληρή δουλειά και επιμονή πιστεύω τίποτα δεν είναι απίθανο. Και θα ήθελα να αναφέρω ότι είναι πολύ σημαντικό να έχουμε καθηγητές κοντά μας που μας στηρίζουν που εγώ είχα την ευλογία να έχω. Θα ήθελα να πω σε όλους: όπου και να είστε, όποιοι και να είστε αν έχετε κάτι στόχο να το κάνετε και να μην τα παρατάτε. Ακούγεται κλισέ αλλά μην τα παρατήσετε ό,τι δυσκολία και αν παρουσιαστεί».
Το σχολείο αλλιώς
Η Σταυρούλα Δρουδάκη, μια νεαρή 20 χρονών σήμερα, αποφάσισε πως η φόρμουλα «πρωινό ξύπνημα – σχολείο» δεν της ταίριαζε. «Είχα γενικά θέμα με την πρωινή ώρα, δεν μπορούσα με τίποτα να συμβιβαστώ με το ότι ξυπνάω το πρωί και πάω σχολείο. Και επίσης θεωρούσα ότι χάνω τον χρόνο μου στο σχολείο. Ότι δεν μου δίνει τίποτα», αναφέρει χαρακτηριστικά. Έτσι, αποφασίζει να γραφτεί στο Εσπερινό ΕΠΑΛ για να μπορέσει να πάρει το απολυτήριο λυκείου και παρά το άγχος που είχε και τον φόβο καθώς πίστευε ότι δεν θα μπορούσε να κοινωνικοποιηθεί σε ένα σχολείο «μεγάλων», έκανε όχι μόνο γνωριμίες ουσιαστικές αλλά ανακάλυψε πως το σχολείο μπορεί να έχει και μια πλευρά διαφορετική: εκείνη που αντιμετωπίζει το άτομο ως προσωπικότητα και όχι απλώς ως μαθητή/τρια. «Συνειδητοποίησα ότι είναι πολλές οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στο εσπερινό ΕΠΑΛ με τη ημερήσιο. Και το είδα και όταν έγραφα πανελλήνιες που έβλεπα τα άλλα παιδιά που πάνε πρωινό και έλεγα «είμαστε από διαφορετικούς κόσμους». Ουσιαστικά στο νυχτερινό είναι όλα πολύ πιο οικεία, δεν σε κρίνει κανένας, είναι σαν να είμαστε όλοι φίλοι, σαν οικογένεια. Όταν πήγα εκεί δεν πολυμίλαγα. Και κατευθείαν ερχόντουσαν παιδιά και μου μιλούσαν. Είχαμε και μια πολύ καλή διευθύντρια που μας ήξερε έναν – έναν όχι μόνο με το όνομα, ήξερε και το υπόβαθρο του καθενός. Ήξερε για παράδειγμα αυτός είναι ο Μιχάλης που έχει τρία παιδιά. Που στο πρωινό δεν νομίζω ότι η διευθύντρια ξέρει τόσα πολλά για τους μαθητές της », αναφέρει η Σταυρούλα η οποία μάλιστα εξηγεί πως η όλη εμπειρία την έκανε να αποκτήσει ενδιαφέρον και για το ίδιο το σχολείο: «Στο νυχτερινό ΕΠΑΛ δεν μπορώ να πω ότι αντιμετώπισα πολλές δυσκολίες. Πλέον βρήκα και νόημα να πηγαίνω. Δηλαδή δεν έλεγα πηγαίνω και χάνω τον χρόνο μου. Ήξερα ότι θα έχω ανθρώπους να μου μιλήσουν, που μπορώ να τους ακούσω, που έχουν κάτι να μου πουν. Και μάλιστα το μάθημα ήταν πολύ διαφορετικό. Δεν γινόταν απλά παράδοση».

Η Σταυρούλα έδωσε πανελλήνιες όπως εξηγεί ξεκάθαρα για την εμπειρία και αυτό που όμως κρατάει από το Εσπερινό ΕΠΑΛ είναι πως το σχολείο αυτό είναι ένα μέρος όπου εδώ οι γνωστικές και ηλικιακές διαφορές καταργούνται όπως και οι εφηβικές προστριβές. Η ίδια όπως λέει κρατάει τις σχέσεις που δημιούργησε στο Εσπερινό ΕΠΑΛ, επισημαίνοντας: «Πιο πολύ κρατάω τους ανθρώπους και το ότι το σχολείο δεν είναι αυτό που όλοι έχουμε στο κεφάλι μας. Δηλαδή μπορεί να γίνει όντως πολύ κουλ. Αν κάποιος διστάζει ή φοβάται ή ντρέπεται να πάει θα τον παρότρυνα να το κάνει. Ήμουν ακριβώς αυτός ο άνθρωπος. Είχα αγχωθεί πάρα πολύ. Σκεφτόμουν ότι θα ήμουν μόνη μου όλη τη χρονιά, ότι δεν θα μου μιλήσει κανείς. Όχι. Υπάρχουν και άτομα μικρής ηλικίας στο Εσπερινό ΕΠΑΛ. Δεν είμαστε πλειοψηφία, αλλά υπάρχουμε. Και μάλιστα δεν υπάρχει διαφορά ηλικίας. Όλοι θα είναι ευγενικοί. Στον πρώτο μήνα είσαι ήδη μέλος της οικογένειας. Είτε θέλεις να περάσεις στις πανελλήνιες, είτε δεν θέλεις. Είτε είσαι καλός μαθητής είτε όχι. Είναι όλοι το ίδιο».
Μια «χάκερ» σεφ
Αν και η οικογένειά της την αποκαλεί «χάκερ», η 26χρονη Μαρία Στεφανάκη, δεν είχε σκεφτεί ποτέ το ταλέντο της στην πληροφορική να το κάνει επάγγελμα. Έτσι, την πρώτη φορά που έδωσε πανελλήνιες δεν πέρασε κάπου καθώς όπως λέει «Τότε δεν ήξερα τι ήθελα να κάνω, ή αν ήθελα κάτι να σπουδάσω. Οπότε δεν είχα κάποιο στόχο και δεν έγραψα καλά». Η ίδια συνέχιζε τη ζωή της έκτοτε, έβγαλε μια σχολή μαγειρικής η οποία αν και της άρεσε δεν ήταν αυτό που τη γέμιζε, για αυτό ήθελε να καταπιαστεί με κάτι που να της ταιριάζει, όπως εξηγεί. Η έρευνά της την οδήγησε στο να αναζητά πληροφορίες για το Τμήμα Πληροφορικής του Εσπερινού ΕΠΑΛ της πόλης. «Μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και είπα να του δώσω μια ευκαιρία», σχολιάζει και όπως φάνηκε στην πορεία ήταν μάλλον η σωστή επιλογή καθώς όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: «Από την πρώτη μέρα κιόλας που άρχισαν τα μαθήματα ήταν σαν να άναψε μια λάμπα πάνω από το κεφάλι μου και είπα αυτό είναι που πρέπει να κάνω, αυτό είναι το μέλλον μου».

Οι δυσκολίες μέχρι τις πανελλήνιες ήταν πολλές. Ο στόχος ένας: Ένα τμήμα Πληροφορικής και ιδανικά όπως μας λέει το Επιστήμης Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Από την εσωτερική αμφισβήτηση ως και την αντικειμενικά δύσκολη ύλη των μαθηματικών και της έκθεσης, η Μαρία είχε να αντιμετωπίσει ένα σωρό προκλήσεις. Ωστόσο ως «πεισματάρα» και «τελειομανής» όπως παρουσιάζει τον εαυτό της, δεν μπορούσε να τα παρατήσει. «Κατευθείαν μόλις είχα πει ότι θέλω να ξαναρχίσω το σχολείο και ότι θέλω να ξαναγράψω πανελλήνιες είχα υποστήριξη και από τις φίλες μου και από την οικογένειά μου. Εγώ ήμουν αυτή που είχα πιο πολύ αμφιβολία. Γιατί σκεφτόμουν ότι ναι μεν δεν είμαι πολύ μεγάλη αλλά είμαι κάπως. Ο περίγυρός μου με βοήθησε πολύ να το ξεπεράσω αυτό το κομμάτι».
Η ίδια εξηγεί πως αν χρειαστεί να ξαναδώσει πανελλήνιες θα το κάνει, ενώ ανεξάρτητα τελικά με το αποτέλεσμα η διαδρομή της φαίνεται πως ανέδειξε ποιότητες του χαρακτήρα της οι οποίες θα τη συντροφεύουν για το υπόλοιπο της ζωής της. «Από την όλη εμπειρία μου κρατάω την υπομονή που έδειξα. Γιατί εγώ ευτυχώς είμαι πολύ υπομονετικός άνθρωπος αλλά πιστεύω ότι αν ήταν κάποιος που δεν ήταν τόσο υπομονετικός ίσως να τα είχε παρατήσει. Ειδικά με τα μαθηματικά και την έκθεση που είναι δύσκολα μαθήματα. Αλλά ευτυχώς είχα υπομονή και επέμεινα πολύ, έλεγα θα κάτσω εδώ μέχρι να το μάθω δεν με νοιάζει τίποτα. Επίσης κρατάω και την αφοσίωσή μου γιατί καθόμουν να διαβάσω και ήμουν στο θρανίο όλη τη μέρα. Αν κάποιος θα ήθελε να δοκιμάσει κάτι αντίστοιχο, θα του έλεγα ότι ακόμα και αν έρθουν στιγμές που νιώθει ότι δεν θα τα καταφέρει, ότι πραγματικά θέλει να τα παρατήσει, να θυμάται ότι έχει φτάσει στο μισό. Έχει ακόμα να δώσει πράγματα. Υπάρχει και μια φράση του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ που μου αρέσει πάρα πολύ: «Βάλε στόχο το φεγγάρι, ακόμα και αν δεν τα καταφέρεις θα βρεθείς ανάμεσα στα αστέρια». Είναι κάτι το οποίο το έχω κολλημένο πάνω στο θρανίο μου και το κοιτούσα κάθε μέρα».










