Παιδιόθεν, μου αρέσει η ποίηση. Οι αγαπημένοι μου, κατ’ αλφαβητική σειρά, Βάρναλης, Καβάφης και Ρίτσος. Όλοι τους αγγίζουν τον ψυχοπνευματικό μου κόσμο, με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο ο καθένας.
Και τώρα, έρχεται ο Αλέξανδρος Βαλκανάς. Φίλος και αλλοτινός συμφοιτητής. Με τα πεζοποιήματά του υπό το γενικό τίτλο «Δώσ’ μου μια στιγμή».
Από τις εκδόσεις «Ενύπνιο» (2025). Μια καλαίσθητη και ελκυστική έκδοση. Ελκυστική, γιατί τα πεζοποιήματά του, λιτά και απέριττα, προσελκύουν τον αναγνώστη να τα διαβάσει. Στην πραγματικότητα, τον προσκαλούν να ζήσει και εκείνος τη στιγμή που – αν και τυπώθηκε στο χαρτί από τη φωτογραφική θαρρείς γραφή του Βαλκανά – παραμένει ζωντανή και ομιλώσα. Ομιλώσα για όσα εξωτερικά και εσώψυχα συνθέτουν τον κόσμο των πρωταγωνιστών των ανά χείρας πεζοποιημάτων.
Αυτό που μου αρέσει πιο πολύ στα πεζοποιήματα του ποιητή μας είναι τούτο: Φέρνει ανεπιτήδευτα και «αμακιγιάριστα», άρα ατόφια και αληθινά και ακέραια, τα δυο ακριβώς σκέλη της πεζοποίησης˙ το κείμενο από τη μια που ως προς τη μορφή θυμίζει πεζογράφημα χωρίς, όμως, σημεία στίξης και την ποιητική αύρα από την άλλη, που αποπνέει η απλή και προσιτή γλώσσα, η επιλογή των μεστών νοήματος και σαφήνειας λέξεων και των φράσεων αφενός, για να γίνει πιο άμεση, αληθινή η υπό αφήγηση ιστορία, και αφετέρου το μεταξύ τους δέσιμο.
Καταλήγοντας, θάθελα να γράψω πως ο Βαλκανάς είναι πέρα από «σεναριογράφος» και ένας εξαίρετος «σκηνοθέτης». Με τον φανερό και τον πίσω από τις λέξεις λόγο του στήνει εξαίσια το σκηνικό όπου λαμβάνει χώρα η στιγμή που θέλει να περιγράψει και το οποίο είναι, νομίζω, που δίνει φως και ζωντάνια όπου ο ποιητής μας θέλει.
Συνελόντι ειπείν, ο αναγνώστης διαβάζοντας το «Δώσ’ μου μια στιγμή», δεν διαβάζει μια σειρά «στεγνά» πεζοποιήματα˙ ζει και μοιράζεται τις στιγμές της ζωής των ηρώων του ποιητή εκείνες που ο Αλ. Βαλκανάς θέλησε, «διά μελάνης επί χάρτου», να μας κάνει κοινωνούς των.










