Ο καλλιτέχνης που αναβίωσε ξεχασμένους κρητικούς χορούς
Καρμική η σχέση μου με την Παντάνασσα. Πριν δεθώ με συγγενικούς δεσμούς ήρθε στον δρόμο μου μια γυναίκα από τις πιο χαρισματικές, που γνώρισα στη ζωή μου. Ήταν η Ρούλα Μουζουράκη. Ζήτησε να με συναντήσει για να καλύψω μια γιορτή αχλαδιού που θα γινόταν στο χωριό για την ΕΡΤ.
Αίτημα που δεν ήταν εύκολο να ικανοποιηθεί όταν πανελλαδικά γινόταν εκατοντάδες εκδηλώσεις. Αναφέρομαι στην περίοδο 1977 που με πρώτους διδάξαντες τους Ανωγειανούς ξεκινούσαν μεγάλες διοργανώσεις.
Ήταν τόσο πειστική η Ρούλα που δεν της μετέφερα τον δισταγμό μου. Προϊστάμενος μου τότε στα «Χρονικά της Ημέρας» ήταν ο Γιώργος Κορωναίος από τους σπουδαιότερους δημοσιογράφους που γνώρισα. Όταν του μετέφερα δειλά-δειλά το αίτημα της Παντάνασσας δεν πίστευα στ’ αυτιά μου όταν άκουσα χωρίς προλόγους «Να το καλύψεις». Κι έπειτα μου εξήγησε ότι αυτά τα μικρά χωριά χρειάζονται στήριξη για να «ζωντανεύουν». Είχε αλάνθαστο κριτήριο ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος.
Η Ρούλα έκανε το καλύτερο δυνατόν και η γιορτή σημείωσε μεγάλη επιτυχία.
Έτσι γνώρισα και τον πατέρα της τον Γιώργη Μουζουράκη την αξία του οποίου εκτίμησε όπως έπρεπε ο Βαγγέλης Στεφανάκης, με την ιδιότητα του αντιδημάρχου και είχε οργανώσει μια εξαιρετική εκδήλωση προς τιμήν του.
Ήταν μεγάλη μορφή της παραδοσιακής μουσικής ο αξέχαστος Μουζουράκης από τους σημαντικότερους πρωτοπόρους παραδοσιακούς λυράρηδες της Κρήτης.

Ένας από τους Πρωτομάστορες
Γεννήθηκε το 1904 στην Παντάνασσα το χωριό που λάτρεψε όπως θα γράψει αργότερα σε ένα νοσταλγικό οδοιπορικό του.
«Ανακυκλώνω τη ζωή με τα παλιά τα χρόνια.
Τότε που ήμουνα μικρός σαν τα δικά μου εγγόνια
Ήμουνα έντεκα χρονώ κι έπαιζα το χαμπιόλι
Μικροί μεγάλοι στο χωριό με αγαπούσαν όλοι
Έπαιζα κάνα δυο συρτά σούστα και πεντοζάλη
Και τσοι κανα τσοι κοπελιές και τσοί πιανενε ζάλι
Πάνω στα δέκα τρία μου αρχίνιξα τη λύρα
Κι απού τση Κρήτης τσοι σκοπούς πάρα πολλούς επήρα…»
Η λύρα ήταν η μεγάλη αγάπη του Μουζουράκη κι όπως διαπιστώνουμε ανατρέχοντας στο αρχείο του που έχει αναδείξει το «Πολιτιστικό Ρέθυμνο» έχει γράψει και το παρακάτω άρθρο που αξίζει να προσέξετε ιδιαίτερα οι νεότεροι καλλιτέχνες της παραδοσιακής μουσικής

Η Κρήτη η λύρα και η εξέλιξή της
«Η Λύρα που είναι 100% διαδεδομένη σ όλην τη Κρήτη, έκαμε την πρώτη της εμφάνιση τον 19 ον αιώνα Κατά πληροφορίες πρώτος λυράρης στο Νομό Ρεθύμνης, ήτο ο Γιώργης Πισκοπάκης περί το 1850 με τη βροντόλυρα, ξοπίσω του ακολούθηκε ένας Ανωγειανός Μιχάλης Σκουλάς, παππούς του σημερινού λυράρη Βασίλη Σκουλά.
Ας δούμε όμως, πως εγώ βρήκα τη λύρα το 1915, τότε πρωτόπιασα λύρα στα χέρια μου 9, 10, 11 και 12 χρονών έπαιζα χαμπιόλι. Στα δεκατρία άφηκα το χαμπιόλι και με μεγάλο ζήλο συνέχισα τη λύρα Ήταν ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και όλοι οι υπάρχοντες τότε στα γυροχώριουλα Πατσό Αποστόλους Μέρωνα ήσαν εκστρατευμένοι στο πόλεμο, δεν άκουγα λύρα παρά άμα ερχόταν κανείς λυράρης με άδεια όσες ημέρες ήταν στο χωριό ντου έπαιζε και γλεντούσαν. Ήτο ένας ωραίος λυράρης στη Πατσό Αλεξόκωστας ο μοναδικός που έπαιζε πέντε έως έξε γυρίσματα συρτά χανιώτικα (γιατί απού τα Χανιά βγήκαν και σαν χείμαρρος μπήκαν στο Ρέθεμνος), εγώ λοιπόν για νακούγω το παλιό λυράρη πήγαινα σε μια μου θειά Αλεξαντώνενα, κουνιάδα του λυράρη στη Πατσό και με ακούσματα. Έπαιζα και γω σιγά, σιγά, άρχηξα να ξεκαρπουλίζω το πρώτο, ο Νώντας στ Αποστόλους ήτο πιο δυνατός στα πεντοζάλια σούστα κατσαμπαδιανά κλπ.
Κατά το πρώτο προς το δεύτερο δεκάχρονο του 1900 εμφανίστηκε στο Ρέθεμνος ο Αντώνης Παπαδάκης ή Καρεκλάς, αυτός, γέμισε τη λύρα με πολλά συρτά χανιώτικα, και τη περίφημη σούστα ντου ήτο και εις Αρμένους Ρεθύμνης ο Γιώργης Ξηράς πολύ σπουδαίος λυράρης.
Μετά ήρθε η σειρά μου γεννηθείς 3/6/1905 Μετά παρουσιάζεται ο Μαρκογιώργης στο Σπήλι 1906 ο άσσος τότε λυράρης Αλέκος Καραβίτης Αχτούντα γεν. 1904, μετά στα Περβόλια ο Μανώλης Λαγός 1908 και ο Λαγουθιέρης και τραγουδιστής Γιάννης Μπερνιδάκης ή Μπαξεβάνης γενν. 1908. Σαν μανιτάρι παρουσιάστηκε ο Αντρέας Ροδινός γεννηθείς το 1911 την ίδια χρονιά γεννιέται και ο ανεπανάληπτος στο Μπουλγαρί Στέλιος Φουσταλιέρης. Μετά το λαγούτο του Μπαξεβάνη, εμφανίζεται ο πρύτανης του λαγούτου Γιάννης Μαρκογιάννης που μαζύ με το πατέρα του αλώνιζαν Αη Βασίλη και Αμάρι.
Ύστερα εμφανίζεται μέσα απού τα γάργαρα νερά του Σπηλιού ο Θανάσης Σκορδαλός γεννηθείς 1920. Έκτοτε ακουλούθησαν πληθώρα νεοτέρων λυράρηδων και λαγουτιέρηδων και ένας στο ύψος του Μαρκογιάννη, είναι ο Νίκος Μανιάς που η φύσις του δοκε το χάρισμα στο σωστό τραγούδι Σήμερο λυράρηδες και λαγουθιέρηδες είναι αμέτρητοι, να μας ζήσουν.
Τώρα ας έρθομε με τι ξύλο γίνεται η λύρα κατ αρχήν η μαύρη μουρνιά, ο ασφένταμος, η καρυδιά και η άγρια αχλάδα, πιο παλιά εκάνανε τσοι σφακόλυρες μικρά λυράκια από σφάκα γιατί σπάνια να βρήχναν χοντρό ξύλο σφάκας να κάνουν λύρες. Οι χορδές γινότανε από δέρμα (προβέ) αίγας το κόβαν λουρίδες και μετά γλυμισές ψηλές λουρίδες τσοι στρίβαν και έκαναν τσοι κόρδες. Ρετσίνα παλιά δεν υπήρχε και εβάναμε λιβάνι ή ακονιζέ. Κατά το 1925 επαρουσιάστηκε η κατεργασμένη ρετσίνα το δοξάρι ήτο κυρίως από άγριο λούμακα ελιάς, οι τρίχες ήταν από φοράδας ουρά ή αλλόγου, στη ράχη του δοξαριού βάνα ένα σύρμα, γέφυρες, περνάγαμε 14 έως 16 γερακοκούδουνα, αυτά τα κουδουνάκια είχαν μέσα στο κουφάρι τους ένα κομάτι από μάρμαρο σχήματος ψηλής φακής, αυτά ήσαν ο βοηθός τση λύρας, μετά παρουσιάστηκαν τα κουτάλια και το κομπολόι με το νεροπότηρο ( κρεμούσαντο κομπολόι στο κομπή του μεϊτανογέλεκου στο μπέτι και έκρουαν το ποτήρι πάνω στσοι χάντρες του κομπολογιού τώρα γιατί τα κουδουνάκια τα λέγαν γερακοκούδουνα, ως μου διηγήθη ο άλλοτε αείμνηστος πρίτανης πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Κουρμούλης απού τα Σελλιά του Αη Βασίλη), παλαιά γινόταν το κυνήγι των λαγών με εκπαιδευμένα γεράκια. Του κρεμούσαν στο λαιμό ένα τέτοιο κουδουνάκι για να γνωρίζετε ως κυνηγετικό να μην το σκοτώνουν. Ως εκ τούτου πήραν το όνομα γερακοκούδουνα. Κατά το 1920-1925 παρουσιαστήκαν τα μαντολίνα, πολύτιμος βοηθός τση λύρας αλλά και το μπουζούκι. Το 1928 παρουσιάστηκε το πρώτο λαγούτο στη Πισκοπή Ρεθύμνης, με παίχτη τον τότε διάσημο Σταύρο Ψύλλο Λαγούτα αρχικώς άκμασαν στα Χανιά. Σήμερο είναι τουλάχιστον σόλην τη Κρήτη κατασκευαστές λυρών και λαγούτων τουλάχιστον εκατό, λύρες Λαγούτα μπουζούκια μπαγλαμάδες. Ο πιο ξακουστός κατασκευαστής λυρών ήτο και’ αρχήν 1925-1930 ο Γιάννης Παπαδάκης του Καρεκλά του Αντώνη πρώτος ανιψιός, με κεφαλή σχήματος βιολιού, με τέσσερα ξύλινα στριφτάλια Μετά τον ηρωικό του θάνατο στην Αλβανία μετά τον διεδέχθη ο ανεπανάληπτος Μανώλης Σταγάκης ο οποίος έβαλε αντί στριφτάλια ξύλινα, μεταλλικά όπως του μαντολίνου».
Ο Γιώργης Μουζουράκης ήταν αυστηρός με τους «αλεξιπτωτιστές» στον χώρο της παράδοσης που νόμιζαν ότι έπαιζαν λύρα.
«Για να μάθεις λύρα φίλε μου, γράφει, πρέπει να γεννηθείς γι’ αυτήν δεν γίνεσαι. Πολλοί προσπαθούν να παίζουν σάτρα – πάτρα και δυο σκοπουλάκια, αλλά ακούγοντες άλλους να παίζουν σπουδαία, θένε κι αυτοί να γίνουν σπουδαίοι μέσα σένα χρόνο ή δυο.
Χρειάζεται κέφι και πείσμα, άμα αυτά δεν σου τάδωκε η φύσις μη προσπαθείς, ο Γράφων παίζει 82 χρόνια και σήμερα ακόμα συνεχίζω να κάνω άσκηση μισή τουλάχιστον ώρα την ημέρα Φθάνω να παίζω 106 κομμάτια συρτά από εξαίρετες κοντυλιές εφτά σειρές. Η παραμονή μου εις τη Σητεία το 1929-1931 ως χωροφύλακας μου εδόθη η ευκαιρία να ακούσω διασήμους παίχτες σε λύρα και βιολί και να τους πάρω αναρρίθμητες σειρές σε κοντιλιές, όπως Στρατή Καλογερίδη Φοραδάρη Καλοχωριανό στη Σύρο, εις δε τη Μεσαρά το Φουστάνη το Προβατείνη κλπ.
Συμβαίνει δε το εξής γεγονός οι δυο ακρινές επαρχίες τση Κρήτης Κίσσαμος και Σητεία προτιμούν το βιολί.
Εγώ με το αείμνηστο Βιζιργιάννη το Γιώργη στείλαμε στη Κίσσαμο τρεις λυράρηδες τον Μανώλη Καρπαδάκη, τον Μιχάλη Κουριδάκη και τομ Μανώλη Πυροβολάκη όστις θεωρείται και εξαιρετικός παίχτης, ο δε φίλος μου Παπαδάκης ή Ναύτης έχει ενοχληθεί, του να μπει η λύρα στη περιοχή που κράχτης είναι το βιολί. Επίσης στείλαμε προς Σητεία και Ιεράπετρα ένα μαθητή μας ονόματι Καβουσανός πολύ καλός παίχτης κι αυτός. Η προσπάθεια για νέα φυντάνια συνεχίζεται. Εκατοντάδες νέα παιδιά και κορίτσια προσέρχονται στους συλλόγους να μάθουν λύρα.
Ζήτω λοιπόν η λύρα…».
Στον Μουζουράκη όμως οφείλουμε και την αναβίωση παλιών ξεχασμένων χορών.
Ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης συνέβαλε καθοριστικά στη διάσωση, καταγραφή και αναβίωση των ιδιαίτερων χορευτικών σκοπών της επαρχίας Αμαρίου. Μέσα από τις ιστορικές του ηχογραφήσεις, έβγαλε από την τοπική αφάνεια χορούς που κινδύνευαν να ξεχαστούν και τους έκανε γνωστούς σε όλη την Κρήτη και την Ελλάδα.
Οι κυριότεροι χοροί και σκοποί που συνδέθηκαν με το όνομά του είναι:
Ο Κατσαμπαδιανός (ή Κουτσαμπαδιανός) χορός: Πρόκειται για έναν καθαρά αμαριώτικο, πηδηχτό και ιδιαίτερα δυναμικό χορό. Ο Μουζουράκης ήταν από τους πρώτους που τον κατέγραψαν στη δισκογραφία. Το παίξιμό του με τα γερακοκούδουνα έδωσε στον χορό τον αυθεντικό, παλιό του χαρακτήρα.
Ο Συρτός της Παντάνασσας: Ένας δικός του, τοπικός συρτός σκοπός που αναβίωνε τις μελωδίες του χωριού του. Ο σκοπός αυτός διασώθηκε χάρη στις ραδιοφωνικές του εκπομπές και τις μετέπειτα εκτελέσεις με την κόρη του, Ρούλα.
Ο Καστρινός Πηδηχτός (Μαλεβιζιώτης): Αν και πολύ διαδεδομένος χορός, ο Μουζουράκης αναβίωσε μια πολύ παλιά, δωρική εκδοχή του, εστιάζοντας στα γρήγορα και κοφτά «πατήματα» που χαρακτήριζαν τους χορευτές του Αμαρίου της προπολεμικής εποχής.
Ο Αμαριώτικος Συρτός: Συνέβαλε στην τυποποίηση και την ευρύτερη καταγραφή του τοπικού συρτού χορού, αποτυπώνοντας τον αργό, βαρύ και περήφανο ρυθμό που χορευόταν στα χωριά του Ψηλορείτη.
Στο πολύ σημαντικό αρχείο του βρήκαμε το παρακάτω έμμετρο που από το γραφικό χαρακτήρα αποδίδουμε στο Μουζουράκη γιατί είναι ανυπόγραφο. Επίσης διατηρήσαμε το ύφος της γραφής και τη διατύπωση για την αυθεντικότητα του κειμένου που ασφαλώς θα ενδιαφέρει τους ερευνητές.
Απανωμερίτης ο παλαιότερος χορός
«Οχτώ χορούς προγονικούς ξέθαψε ο Μουζουράκης
Γέννα και θρέμα μερακλής παίζει και το λυράκη
Ο πιο παλιότερος χορός ειν απανωμερίτης
Τόνε χορεύαν στα ψηλά χωριά σόλην τη Κρήτη
Τριζάλης ο κουρουθιανός χορός του Ψηλορείτη
Λεβέντικος και ζωηρός και ξακουστός στη Κρήτη
3 Μετάνε ο κατσουμπαδιανός της αμπαδιάς καμάρι
Εκείνη η περιφέρεια ευρίσκετε σταμάρι
4 Για το πρινιώτη θα σας πω που τον κατασκευάσαν
Είδα και τον χορεύανε ανθρώποι που γεράσαν
5 Στο Μεραμπέλο ένα χωριό Πρινάνε τονομάτου
Που πάντα διακρίνεται στα γλένδια τα δικά ντου
6 Και τελευταία θα σας πω για το μικρομικράκη
Αυτόν τόνε χορεύανε στον Άει Βασιλάκη
7 Τα σταυρωτά αμαριώτικα που λένε πεντοζάλια
Τώρα τα μπασταρδέψανε και παν αγάλια αγάλια
8 Είναι κι ο φτερωτός συρτός μονάχα για τσοι νέους
Μηνύματα μετέφεραν εις τσοι καπετανέους
Τους λέω σαν παλιότερος πουμαι σόλην τη Κρήτη
Να μη ξεχνούν το χάρχαλη μούδε το Καραβίτη
Το ξακουστό το κουφιανό το Πλακιανό Μιχάλη
Τέτιοι τεχνίτες στσοι σκοπούς θαρρώ δεν βγαίνουν άλλοι
Ήταν ο Ξεροστενιανός Χαρίλαος γροικάτω
Λυράρης δεν ευρέθηκε να τόνε βάλει κάτω
Το Καρεκλά ποιος το ξεχνά στσόμορφες κοντιλιές του
Τη σούστα τη περίφημη και τσοι ξεφάντωσές του
Ποιος θα μπορέσει να σταθεί στου Ροδινού τη σκάλα
Που παιζεν και χυνότανε το μέλι και το γάλα
Και το μεγάλο το βιολί Καλογερίδη Στράτο
Στσοι κοντιλές εις το Νησί ούλους έβανε κάτω
Πάλι στους νέους θα στραφώ μια συμβουλή να δώσω
τη κρητική τη μουσική μην αλλοιώνουν τόσο
Δεν φτάνει πούχουν βοηθούς ένα ή δυο λαγούτα
Και ντουμπελέκι βάλανε για μερικών τα γούστα
Τσι λύρας είναι βοηθός πάντοτε το λαγούτο
Κι ούλοι μαυτά γλεντίζουνε το ψεύτη κόσμο τούτο
Πλουτίζετε τη μουσική και βγάνετε κομάτια
Νάχετε όμως τα παλιά οσάν τα δυο σας μάτια
Τσοι ρίζες μας μη χάσωμε μόνο να τσοι κρατούμε
Συχνά να τσοι χορεύομε και να τσοι τραγουδούμε
Ανάθεμάσε εξέλειξη και πήρες με κουντούρη
Καλά να τα προσέξετε τα λόγια του Μουζούρη»
Φαίνεται πως απογοητεύτηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του από την εξέλιξη της κρητικής μουσικής αν κρίνουμε από τις επισημάνσεις του αυτές.
Παραθέσαμε αυτούσιο το συγκεκριμένο άρθρο που γράφτηκε από έναν καλλιτέχνη με βάση στοιχεία από προφορική και βιωματική παράδοση και όχι από επιστημονική έρευνα.
Μια μαρτυρία που χρήζει έρευνας είναι αυτή που εντοπίσαμε και αναφέρεται στη σχέση του Μουζουράκη με τον Ανδρέα Ροδινό.
Φέρεται να καταθέτει ο ίδιος ο Αμαριώτης καλλιτέχνης ότι τη δεκαετία του 1920, όταν υπηρετούσε ως χωροφύλακας στο Ρέθυμνο, έμενε κοντά στον φούρνο της οικογένειας του θρυλικού Ανδρέα Ροδινού. Ο μικρός τότε Ροδινός, που έπαιζε μόνο μαντολίνο, πήγαινε «σκαστός» στο σπίτι του Μουζουράκη, ο οποίος του πρωτοέδειξε πώς να παίζει λύρα και του έμαθε τους πρώτους χανιώτικους συρτούς.
Ο Μουζουράκης πράγματι υπηρέτησε στη Χωροφυλακή όπως διαπιστώσαμε από επίσημα έγγραφα στο προσωπικό του αρχείο. Στα έγγραφα αυτά εντοπίσαμε και την πληροφορία ότι έλαβε τιμητική διάκριση για την αντιστασιακή του δράση στη διάρκεια της κατοχής.
Το 1949 μετοίκησε μόνιμα στην Αθήνα αναζητώντας καλύτερες επαγγελματικές συνθήκες.
Συνεργάστηκε στενά με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ). Οι ζωντανές εκτελέσεις του στα ερτζιανά, παρέα με τον λαουτιέρη Γιάννη Μαρκογιαννάκη (Μαρκογιάννη), έφεραν τον ήχο της αυθεντικής Κρήτης στα σπίτια όλης της Ελλάδας.
Κατέγραψε ιστορικές εκτελέσεις σε δίσκους 78 στροφών. Ανάμεσα στα πιο γνωστά κομμάτια του συγκαταλέγονται ο «Συρτός Παντανάσσης», ο «Καστρινός Πηδηχτός», το «Μικρό Μικράκι» και ο παραδοσιακός «Κατσαμπαδιανός» χορός.
Ο Μουζουράκης φαίνεται να είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις με το Άνω Μέρος. Περισσότερες όμως λεπτομέρειες για την περίοδο αυτή της ζωής του στο αυριανό μας φύλλο.









