33 °C Rethymno, GR
18/08/2022

Υφαλμύρωση Παράκτιων Υδροφορέων

Υφαλμύρωση (ή υφαλμύρινση) είναι η θαλάσσια διείσδυση στην στεριά,

όταν οι απολήψιμες ποσότητες υπόγειου νερού υπερβούν την ικανότητα της

ασφαλούς απόδοσης ενός παράκτιου υδροφόρου συστήματος. Οι έντονες

αντλήσεις στις παράκτιες περιοχές ελαττώνουν ή αναστρέφουν τη φυσική

υδραυλική βαθμίδα προς τη θάλασσα με συνέπεια τη διείσδυση του θαλασσινού

νερού προς την ενδοχώρα. Θεωρείται ένα είδος περιβαλλοντικής ρύπανσης,

που μπορεί να οφείλεται σε ανθρώπινες δραστηριότητες ή/και σε γεωλογικούς

παράγοντες.  ́Ετσι, γίνεται εμπλουτισμός του υπόγειου νερού με διαλυμένα

άλατα και συγκεκριμένα με ιόντα χλωρίου και νατρίου.

Το πρόβλημα αυτό παρατηρείται σε πολλούς παράκτιους υδροφορείς,

που αποτελούν και την κύρια πηγή κάλυψης των υδρευτικών και αρδευτικών

αναγκών των παράκτιων περιοχών. Σε φυσιολογικές συνθήκες, αυτοί

αποστραγγίζονται προς τη θάλασσα. Όμως, η μείωση ή αναστροφή της

υδραυλικής κλίσης προκαλεί τη διείσδυση του θαλασσινού νερού προς την

ενδοχώρα. Έτσι, τα αντλούμενα κατακόρυφα υδρομαστευτικά έργα μολύνονται

από το θαλασσινό νερό, με καταστροφικό αποτέλεσμα, όχι μόνο για τους

υδροφορείς, αλλά συχνά και για την οικονομική ζωή της ευρύτερης περιοχής.

Με δεδομένο ότι το γλυκό και το θαλασσινό νερό έχουν διαφορετικές

πυκνότητες και δεν αναμιγνύονται, σχηματίζεται ανάμεσα τους μια διεπιφάνεια,

που το σχήμα της καθορίζεται από το υδροδυναμικό ισοζύγιο μεταξύ των δυο

υγρών, όπου τα δύο ρευστά βρίσκονται σε επαφή. Κατά τους Ghyben (1888 και

1889) και Herzberg (1901), όπως αναφέρονται από τον Χρυσανθόπουλο

(2016) και πολλούς άλλους, υπάρχει ένα σημείο, όπου συναντώνται οι διατομές

της ακτής, της διεπιφάνειας, της στάθμης της θάλασσας και του υδροφορέα. Η

κίνηση του αλμυρού νερού προς τη στεριά, το πάχος της μεταβατικής ζώνης

γλυκού-αλμυρού νερού και η ροή στις τρεις υπόγειες ζώνες (γλυκού, αλμυρού

και ενδιάμεσης ποιότητας νερού) φαίνεται στην Εικόνα 1. Το πάχος της

μεταβατικής ζώνης γίνεται μεγαλύτερο κοντά στην ακτή, εκεί όπου τα

παλιρροιακά φαινόμενα είναι έντονα.

 

Όταν ένας υδροφορέας περιέχει ένα υποκείμενο στρώμα υφάλμυρου νερού

και αντλείται από μια γεώτρηση που το διατρύει, τότε παρατηρείται μια τοπική

ανύψωση της διεπιφάνειας. Η μείωση του υδραυλικού φορτίου λόγω εντατικής

μείωσης του φυσικού εμπλουτισμού προκαλεί υφαλμύρωση του υπόγειου νερού

όταν η ανύψωση της διεπιφάνειας υπερβεί ένα καθορισμένο όριο.

Στην πανέμορφη Ελλάδα μας με πάνω από 15.000 km ακτογραμμής, στην

9η θέση της παγκόσμιας κατάταξης των χωρών με τις μεγαλύτερες σε μήκος

ακτογραμμές, αφθονούν οι παράκτιοι υδροφορείς. Για τη βελτίωση της

ποιότητας του αντλούμενου νερού από αυτούς τους υδροφορείς και τον

περιορισμό του φαινομένου της διείσδυσης της θάλασσας (συχνά μη

αντιστρέψιμου) μερικά από τα απαιτούμενα μέτρα είναι: (α) Συνεχής έλεγχος

της ποιότητας των υπόγειων νερών ειδικά στις «ευαίσθητες» περιοχές και

κατασκευή σχετικών χαρτών υφαλμύρωσης. (β) Περιορισμός του συνεχούς

χρόνου άντλησης, καθώς και καθορισμός της αντλούμενης κρίσιμης παροχής.

(γ) Ανύψωση της αντλίας στις γεωτρήσεις, όπου εντοπίζεται πρόβλημα

υφαλμύρωσης. (δ) Επιπλέον ελάττωση της αντλούμενης παροχής στις

γεωτρήσεις, όπου η υδροστατική στάθμη είναι κάτω από το επίπεδο της

θάλασσας. (ε) Κατασκευή στεγανού διαφράγματος παράλληλα προς την ακτή σε

όλο το πάχος του υδροφορέα, ώστε να εμποδίζεται η διείσδυση θαλασσινού

νερού. (ζ) Η δυνατόν συνεχής άντληση αλμυρού νερού από γεωτρήσεις κοντά

στη θάλασσα, ώστε να δημιουργείται φραγμός διείσδυσης του στον παράκτιο

υδροφορέα. (η) Υπολογισμός της ελάχιστης απόστασης των γεωτρήσεων από

την ακτή, αλλά και μεταξύ τους για μια επιλεγμένη παροχή άντλησης. (θ)

Τεχνητός εμπλουτισμός των υδροφορέων που έχουν τάση υφαλμύρωσης με την

αξιοποίηση των επιφανειακών χειμερινών απορροών ή επεξεργασμένων

εκροών αστικών υγρών αποβλήτων. Και (ι) Πειραματική μελέτη, κατά

περίπτωση, έτσι ώστε να είναι δυνατή εκμετάλλευση των παράκτιων καρστικών

συστημάτων με τη σωστή επιλογή του συστήματος υδρομάστευσης (Καραμούζης

κ.α., 2008).

Τέλος στην Κρήτη με πάνω από 1.000 km ακτογραμμής και σχετική

αφθονία παράκτιων υδροφορέων, θα μπορούσαν να μελετηθούν, να

σχεδιασθούν και να εφαρμοστούν μέτρα αποτελεσματικής προστασίας των. Η

Κρήτη με την εξωστρέφεια και την προσαρμοστικότητά της μπορεί να

αποτελέσει πρότυπο ανάπτυξης και προόδου ολόκληρης της χώρας. Γι’ αυτό

θα πρέπει σύντομα να ολοκληρωθούν σύγχρονα και ορθά τα βασικά έργα

υποδομής της.

 

_____________________________________

 

Βιβλιογραφία

Καραμούζης, Δ., Αλεξόπουλος, Α., και Αγγελάκης Α. Ν. (2008). Τεχνολογίες

αφαλάτωσης. Ένωση Δημοτικών ΕπιχειρήσεωνΎδρευσης και Αποχέτευσης.

Λάρισα, σελ., x, 94 (partiallyinEnglish).

Χρυσανθόπουλος, Ε. (2016). Υδρολογία υπόγειων νερών του υδροφόρου

συστήματος βορειοδυτικής Αχαΐας. Διπλωματική εργασία, Σχολή Μηχανικών

Μεταλλείων – Μεταλλουργιών, Τομέας Γεωλογικών Επιστημών , ΕΜΠ, Αθήνα.

Todd, D. K. (1974). Salt water intrusion and its control. J. Amer. Water

Works Assoc. 66: 180-187.