Σε προηγούμενο σημείωμά μας ασχοληθήκαμε με δύο σημαντικούς για την παγκόσμια καθημερινότητα κλάδους της ανθρώπινης φιλοσοφίας, την Ηθική και τη Λογική.
Στην καθημερινή, όμως, ζωή των ανθρώπων η πραγματική φιλοσοφία με τα διδάγματά της, όπως όλοι ξέρουμε, δεν είναι «έπεα πτερόεντα» πρόσκαιρης αξίας και εφήμερης χρησιμότητας. Μας βοηθάει κάθε στιγμή να βρούμε το δρόμο για την αληθινή γνώση, η οποία με τη σειρά της δεν σχετίζεται με την παροδική και επιφανειακή ενημέρωση. Μάς γνωρίζει τη φύση των πραγμάτων, την αιτία των γεγονότων και τον τρόπο αρμονικής συνύπαρξης των μελών ενός κοινωνικού συνόλου.
Η γνώση, όμως, δεν εμπεριέχει μόνον κανόνες. Έχει και εξαιρέσεις. Και οφείλουμε να μελετούμε προσεκτικά και όλους τους κανόνες και όλες τις εξαιρέσεις, εάν θέλουμε να καταλαβαίνουμε σε βάθος τη λειτουργία των πάντων στη ζωή και όχι να τα αντικρίζουμε επιφανειακά ως όντα.
Έτσι ήλθαν στη ζωή των ανθρώπων η επιστημολογία και η γνωσιολογία, αποτελώντας δύο κλάδους της καθημερινής φιλοσοφίας οι οποίοι έχουν ως κοινό τους αντικείμενο την πραγματική γνώση. Την πλησιάζουν, όμως, από διαφορετικές σκοπιές.
Η γνωσιολογία διερευνά τι σημαίνει «γνωρίζω», ασχολείται με βάση τις εμπειρίες μας ποιες είναι οι πηγές της γνώσης και μας δείχνει πώς μπορούμε να διακρίνουμε την αλήθεια από την πλάνη και ποια είναι τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης.
Η επιστημολογία, από την άλλη, εστιάζει στη γνώση όπως αυτή συγκροτείται στο πλαίσιο των επιστημών. Δηλαδή ψάχνει και εξετάζει τις μεθόδους, τις αποδείξεις, την εγκυρότητα των θεωριών και τον τρόπο με τον οποίο η επιστημονική σκέψη εξελίσσεται ιστορικά.
Και η επιστημολογία και η γνωσιολογία έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Ο Σωκράτης των κλασικών χρόνων εισάγει την κριτική εξέταση και την αυτογνωσία, προτάσσοντας το ερώτημα της γνώσης ως ηθικό και πνευματικό καθήκον. Ο μαθητής του, Πλάτων, μάς οδηγεί στη διάκριση ανάμεσα στη δόξα και την επιστήμη, επιδιώκοντας μια γνώση σταθερή και καθολική, πέρα από τις μεταβλητές εντυπώσεις των αισθήσεων. Ο Αριστοτέλης, στον 4ο αιώνα π.Χ., προσπαθεί να οργανώσει συστηματικά τις επιστήμες, καθορίζει τα κριτήρια της απόδειξης και βάζει τα θεμέλια μιας πρώιμης επιστημολογίας. Δεν είναι λίγοι όσοι στις μέρες μας ισχυρίζονται ότι ο Αριστοτελισμός θα επηρεάσει σημαντικά και πολύπλευρα, πιο πολύ από κάθε άλλη θεωρία των αρχαίων, τη μεσαιωνική και τη νεότερη σκέψη.
Στην ελληνιστική εποχή, οι σκεπτικοί, οι στωικοί και αργότερα οι νεοπλατωνικοί συνεχίζουν να ψάχνουν λύσεις στα ερωτήματα «πώς γνωρίζουμε» και «τι μπορούμε να γνωρίζουμε». Οι σκεπτικοί προβάλλουν τα όρια της βεβαιότητας, οι στωικοί ζητούν να θεμελιώσουν ασφαλή κριτήρια αλήθειας, ενώ οι νεοπλατωνικοί συνδέουν τη γνώση με μια εσωτερική πνευματική διαδικασία και πορεία. Και θα τρία αυτά φιλοσοφικά ρεύματα προλειαίνουν το έδαφος για τη νεότερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία.
Στα μετά την Αναγέννηση χρόνια και το Διαφωτισμό χρόνια, η γνωσιολογία αποκτά κεντρική θέση με στοχαστές όπως ο Καρτέσιος, ο Λοκ, ο Χιουμ και ο Καντ, οι οποίοι προσπαθούν να θεμελιώσουν τη γνώση είτε στη βεβαιότητα του υποκειμένου είτε στην εμπειρία είτε στη σύνθεσή τους.
Με τη σειρά της η επιστημολογία ανανεώνεται ριζικά στον 20ό αιώνα με φιλοσόφους όπως ο Πόπερ και ο Κουν, που δεν ερευνούν μόνο την αλήθεια των επιστημονικών θεωριών, αλλά μελετούν και τον τρόπο με τον οποίο αλλάζουν και προσαρμόζονται στους καιρούς τα επιστημονικά παραδείγματα, τις κοινωνικές συνθήκες της γνώσης και τα όρια της αντικειμενικότητας.
Μολονότι πολλοί άνθρωποι θεωρούν αφηρημένα ή ακαδημαϊκά πεδία τη γνωσιολογία και την επιστημολογία, εντούτοις η σημασία τους στην ιδιωτική ζωή του ανθρώπου είναι μεγάλη και ουσιαστική. Η γνωσιολογία καλλιεργεί την κριτική σκέψη και μας μαθαίνει να ξεχωρίζουμε την τεκμηριωμένη γνώση από την απλή άποψη ή την αυθαίρετη πεποίθηση. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία είναι άφθονη και έρχεται από πάσα κατεύθυνση με απίστευτη ταχύτητα αλλά η αξιοπιστία της συχνά αμφίβολη, αυτή η διάκριση είναι ζωτικής σημασίας. Μας βοηθά να αναγνωρίζουμε τις προκαταλήψεις μας, να απομακρύνουμε τυχόν ιδεοληψίες και πνευματικά «κολλήματα», να θέτουμε υπό κριτική αμφισβήτηση όσα μας έχουν παραδοθεί ως βέβαια και ακλόνητα και να λαμβάνουμε πιο ώριμες και συνειδητές προσωπικές αποφάσεις.
Η επιστημολογία, από την πλευρά της, μας φέρνει πιο κοντά με τη σημασία και τη χρήση της απόδειξης, της μεθόδου και της λογικής συνοχής. Μας μαθαίνει να βγάλουμε τις παρωπιδες και τις ωτασπίδες ώστε να αξιολογούμε επιχειρήματα, να ελέγχουμε ισχυρισμούς και να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα με πνευματική πειθαρχία. Έτσι κάθε άνθρωπος στην ιδιωτική του ζωή μαθαίνει να σκέφτεται, να συζητά και να αποφασίζει λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους της υπόθεσης ή του πράγματος που τον απασχολεί.
Η αξία της γνωσιολογίας και της επιστημολογίας γίνεται περισσότερο φανερή στη δημόσια ζωή. Ένα κοινωνικό σύνολο που κατανοεί τι σημαίνει τεκμηρίωση, απόδειξη και ορθολογικός διάλογος είναι λιγότερο ευάλωτο στη δημαγωγία και στην παραπληροφόρηση. Η επιστημολογία βοηθά τα μέλη της κοινωνίας να αναπτύξουν εμπιστοσύνη στην επιστήμη και στους θεσμούς, άρα και στις πολιτικές αποφάσεις που βασίζονται σε δεδομένα. Η γνωσιολογία μάς χαρίζει τα κριτήρια για να διακρίνουμε την έγκυρη γνώση από την ψευδοεπιστήμη και τις θεωρίες συνωμοσίας, που διαδίδονται με ιδιαίτερη ταχύτητα και ανεξέλεγκτα στη σύγχρονη εποχή.
Από την αρχαιότητα έως σήμερα, οι δύο αυτοί κλάδοι δεν αποτελούν απλώς αντικείμενα ακαδημαϊκής μελέτης, αλλά εργαλεία αυτοκατανόησης και συλλογικής ωριμότητας. Βοηθούν τους ανθρώπους ως μεμονωμένα άτομα και ως μέλη ενός οργανωμένου κοινωνικού συνόλου να σκέφτονται καθαρά, να αποφασίζουν υπεύθυνα και να συμμετέχουν υπεύθυνα και ώριμα σε έναν δημόσιο χώρο όπου η αλήθεια και η γνώση δεν επιβάλλεται στους πολίτες με ισχύ, αλλά αναζητείται μέσω επιχειρημάτων και τεκμηρίωσης.
Κατόπιν τούτων, δε νομίζω ότι θα διαφωνήσετε ότι, στους καιρούς μας της υπερπληροφόρησης και ενίοτε της εσκεμμένης παραπληροφόρησης, η πραγματική γνώση και η διαρκής αναζήτησή της έχουν ανάγκη να συμπορεύονται από τη γνωσιολογία και την επιστημολογία περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Έτσι δεν είναι;









