Πλευρά του Θεού, η μάνα. Η συγγνώμη για την παρακοή του Ανθρώπου.
Μέσα στην έννοια αυτή κρύβεται όλος ο πλούτος των λέξεων που εκφράζουν βαθύ συναίσθημα. Μόνο που κάποιες μητέρες είχαν τόση αγάπη που την ξόδευαν αφειδώλευτα για όλα τα πλάσματα του Θεού. Κι ας μην κυοφορήθηκαν μέσα τους.
Μια τέτοια «Μάνα» ήταν η Εστέρ Λαβτζόι, η επονομαζόμενη Μάνα των προσφύγων.

Καλή Σαμαρείτισσα την αποκαλούν οι γραφές αλλά σαν Μάνα φέρθηκε στους πρόσφυγες, η υπέροχη αυτή γυναίκα που κανένας δεν θυμάται πια.
Ποια είναι όμως αυτή η Λαβτζόι; Θα αναρωτούνται σίγουρα οι νεότεροι αναγνώστες μας.

Μια ευαίσθητη Αμερικανίδα
Η Αμερικανίδα εθελόντρια Esther Pohl Lovejoy (Έσθερ Λαβτζόι) γεννήθηκε από Εγγλέζους γονείς στην Ουάσιγκτον στις 16 Νοεμβρίου του 1869 και πέθανε 31 Αυγούστου του 1967. Η πρωτοπόρος γιατρός Lovejoy έζησε από κοντά την καταστροφή της Σμύρνης. Ως επικεφαλής της ανεξάρτητης οργάνωσης «Νοσοκομεία Αμερικανίδων Γυναικών» στην Ελλάδα, αγωνίστηκε με πάθος για τη συγκέντρωση χρημάτων στην πατρίδα της και την περίθαλψη των προσφύγων στη χώρα μας. Στο Ρέθυμνο βρέθηκε το 1922-1923. Ο δήμος Ρεθύμνου αναγνωρίζοντας την προσφορά της, την τίμησε με το κλειδί της πόλης, (Μενέλαος Παπαδάκης 1923-1925), όπως επίσης και με την απόδοση του ονόματός της στη σημερινή οδό Εθνάρχου Μακαρίου και Νίκου και Μαρίας Καστρινάκη. (Ξεκινούσε από τη βόρεια πύλη του τότε νοσοκομείου και κατέληγε στη σημερινή πλατεία Αγνώστου Στρατιώτη). Η προσφορά της Αμερικανίδας γιατρού, ξεχάστηκε γρήγορα όπως ξεχάστηκαν πάρα πολλά σε αυτήν πόλη.
Είναι συγκλονιστικές οι λεπτομέρειες από την κατάσταση που είχε βρει στο Ρέθυμνο η σπουδαία αυτή γυναίκα.
Όταν έφθασε στην Κρήτη συνεργάστηκε στενά με τη Μάριαν Κρούκσανκ, μία γιατρό με την οποία εκτός από τις ρίζες τους στο Όρεγκον μοιραζόταν την ικανότητα της πρακτικής και ψύχραιμης αντιμετώπισης των προβλημάτων.
Στο Ρέθυμνο η Λαβτζόι και η Κρούκσανκ βρήκαν προσφυγόπουλα να ζητιανεύουν κρέας έξω από ένα εστιατόριο, κάτι που εξόργισε την Κρούκσανκ η οποία αναφώνησε ότι πολύ θα ήθελε να δει τους πολιτικούς και τους διπλωμάτες που ήταν υπεύθυνοι για την ανταλλαγή πληθυσμών στη θέση των θυμάτων τους.
Με την πάροδο των χρόνων, ξεχάστηκαν όλα. Ακόμα και οι προσφορές κάποιων σε ώρες δύσκολες.
Πάει και η οδός που είχε δοθεί στο Ρέθυμνο προς τιμήν της.
Μένουν όμως οι στίχοι της ποιητικής δημιουργίας του Γιώργου Φρυγανάκη να μας την ανασταίνουν στη μνήμη μας.
Άγγελε του ελέους.
Ιέρεια του Ασκληπιού
Κόρη του Ιπποκράτη
Μάνα της προσφοράς
και Σαμαρείτισσα αδελφή,
ο θρήνος κι ο καπνός του ’22
σε συντάραξαν
κι ήρθες κι αγκάλιασες την προσφυγιά,
προσφέροντάς απλόχερα αγάπη και χαρά,
όπως προδήλωνε το όνομά σου!
Πάλεψες με αυταπάρνηση τον τύφο,
τη φυματίωση, την ευλογιά,
την πείνα, την ορφάνια
και την εξαθλίωση!
Δίκαια σου απένειμε η πόλη
το κλειδί της!
Δίκαια δόθηκε σε κεντρική οδό της
το όνομά σου!*
Δίκαια οι τότε πρόσφυγες
στο όνομά σου ορκίζονταν
και δίκαια σε κατευόδωσαν
με δάκρυα και ύμνους!
Μ’ αλήθεια πόσο άδικα
έγινε προσφυγάκι η πινακίδα σου
στον τοίχο τον αόρατο της λήθης!
Πότε επιτέλους θα απαλλαγεί
η «Πόλη των Γραμμάτων»
από το «μίασμα» α-χαριστίας;
Και τι θα απαντήσει άραγε
στον εγγονό σου που ‘ρχεται;
με δάφνινο στεφάνι;
Μαρία Παπαϊωάννου
Μπορεί να έχει καθιερωθεί Μάνα του Στρατιώτη η Άννα Μελά Παπαδοπούλου, αδελφή του Μακεδονομάχου Παύλου Μελά αλλά είχε και το Ρέθυμνο τη δική του. Ήταν η αξέχαστη Μαρία Παπαϊωάννου.
Για τη σημαντική αυτή Ρεθεμνιώτισσα έχουμε κάνει αρκετά αφιερώματα.

Τιμώντας τη μνήμη της με την ευκαιρία της παγκόσμιας ημέρας της μητέρας θα σταθούμε μόνο στον τομέα της προσφοράς στους στρατιώτες όπου ανάλωσε τη ζωή της. Όταν την επαινούσαν γι’ αυτό συνήθιζε να λέει.
«Μια μάνα προσεύχεται κι αγωνιά για το παιδί της. Οφείλω να την υποκαταστήσω, όπου και όπως μπορώ, ώστε να το ξαναδεί καλύτερα απ’ ότι το έστειλε να υπηρετήσει…».
Μου πήρε χρόνο να καταλάβω πως ξεκίνησε αυτή η αγάπη για τον στρατό, που της έδωσε, επάξια, και τον τίτλο «Μάνα του Στρατιώτη». Μια μέρα, που είχε άνεση χρόνου η κουβέντα μας, μια τακτική ευχάριστη συνήθεια, έμαθα την αφορμή.
Είχε έναν αδελφό τον Πέτρο, που έκανε καριέρα στον στρατό και μάλιστα έφθασε στον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Αυτός είχε τραυματιστεί δύο φορές στους πολέμους 1012-1913. Δυστυχώς γι’ αυτόν βρέθηκε αργότερα ανάμεσα στα θύματα του εμφυλίου πολέμου. Η απώλεια ήταν βαριά για τη Μαρία που του είχε αδυναμία. Κι όπως ήταν φυσικό, την έφερε πιο κοντά σε κάθε στρατευμένο νέο, αλλά διαμόρφωσε ακόμα και την ιδεολογία της. Μου έλεγε, και το εννοούσε, πως δεν ήταν η αριστερή ιδεολογία που την ενοχλούσε. Αντίθετα κάπου την εύρισκε σύμφωνη. Αυτό που δεν μπορούσε να συγχωρήσει ήταν πως η πλευρά αυτή έστειλε στον θάνατο τον αδελφό της. Και παραδεχόταν, γιατί είχε κι αυτό το μεγαλείο ψυχής, ότι το ίδιο θα ένοιωθε και μια μάνα ή αδελφή της άλλης πλευράς αν πενθούσε κάποιον αγαπημένο της.

Ήταν πανταχού παρούσα
Αρρώσταινε φαντάρος; Στο προσκέφαλό του η Κυρία Μαρία, όπως τη λέγαμε όλοι μας με άπειρο σεβασμό.
Είχε πρόβλημα κάποιος στρατιώτης; Η Κυρία Μαρία ήταν μια ανοικτή αγκαλιά να τον ακούσει και να του δώσει λύση.
Αθετούσε φαντάρος υπόσχεση σε μια κοπελιά; Κέρβερος η Κυρία Μαρία τον επανέφερε στην τάξη θυμίζοντας το χρέος του, σύμφωνα με τους κανόνες ηθικής της εποχής. Και τι δεν έκανε χωρίς ποτέ να βαρυγκωμήσει…
Έγραφε τις επιστολές αναλφάβητων σε παλιότερες εποχές, δίδασκε γραφή και ανάγνωση σε όσους είχαν διάθεση για μάθηση, πάντρευε ερωτευμένους, βοηθούσε οικογένειες στρατιωτών που δεν είχαν τρόπο συντήρησης, παρηγορούσε λυπημένους, κι ένα βράδυ με κρύο και βροχή έμεινε ξάγρυπνη πλάι στο νεκροκρέβατο στρατιώτη που πέθανε ξαφνικά για να τον συντροφέψει μέχρι να τον πάρουν για να ταφεί στην πατρίδα του.
Κατάφερε μάλιστα, πρωτοστατώντας, να δει και την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που κοσμεί το Σύνταγμα, όνειρο χρόνων που κυνήγησε με πίστη και πάθος.
Ήταν φυσικό να τύχει τόσων διακρίσεων από την V Mεραρχία, όπως τιμητική πλακέτα, μετάλλιο εξαίρετων πράξεων και άλλα.
Από τον διοικητή μέχρι τον χαμηλόβαθμο αξιωματικό, όλοι είχαν την άγραφη υποχρέωση να ενημερώνουν τη «Μάνα του Στρατιώτη» για τις συνθήκες ζωής των στρατιωτών. Κι είναι άπειρες οι διακρίσεις που δέχτηκε κατά καιρούς σαν μεγάλη αναγνώριση των υπηρεσιών της. Ήταν η δική μας Κυρά της Ρω, ήταν μια εμβληματική μορφή φλογερής Ελληνίδας.
Ήταν γενναία γυναίκα
Είχε μια γενναιότητα μοναδική αυτή η γυναίκα. Και το έδειξε όταν πήγε να επισκεφθεί με ειδική άδεια τους αιχμαλώτους που είχαν συγκεντρώσει οι Γερμανοί στο Γυμνάσιο Αρρένων μετά τη Μάχη της Κρήτης.
Διαπίστωσε ότι το συσσίτιο ήταν βραστό ρύζι. Κάποιοι από τους κρατούμενους όμως είχαν απόλυτη ανάγκη να φάνε κρέας, καθώς έπασχαν από σοβαρές παθήσεις. Μάταια η Μαρία Παπαϊωάννου ικέτευε τον διοικητή να της επιτρέψει να φέρει φαγητό στους αιχμαλώτους. Εκείνος ήταν κατηγορηματικός. Με χίλια βάσανα δέχτηκε να γίνει ένα γεύμα με μπριάμ. Άλλο που δεν ήθελε η Παπαϊωάννου. Συνεννοήθηκε με κάποιο γνωστό της και της πήγε δυο αρνιά, που ο άνδρας της έκοψε σε μερίδες. Και σε λίγο δυο μεγάλες λαμαρίνες με τα χορταρικά και το κρέας πήγαιναν στο φούρνο.
Γεμάτη χαρά η φλογερή πατριώτισσα τις μετέφερε στο σχολείο. Ο φρουρός αμέσως ρώτησε αν υπήρχε άδεια. Η Παπαϊωάννου το διακινδύνευσε. Και μέχρι να γίνει διασταύρωση στοιχείων για την αποκάλυψη της αλήθειας, οι αιχμάλωτοι είχαν τελειώσει το γεύμα κι είχαν πάρει δυνάμεις.
Μικρά απλά περιστατικά που δείχνουν όμως το μεγαλείο της ψυχής αυτής της τόσο σημαντικής γυναίκας.
Το καθήκον για τον συνάνθρωπο ήταν πάνω από τα δικά της προβλήματα. Μόλις είχε χάσει τον άνδρα της και πενθούσε τον άξιο σύντροφό της, όταν διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε χώρος για να κατασκευαστούν οι στολές των οπλιτών, ενώ είχαν έρθει τα υφάσματα. Και τότε παρεχώρησε το σπίτι της για τη δουλειά αυτή. Έδινε διαρκώς την αίσθηση ότι αυτή είναι υπεύθυνη για την ανακούφιση κάθε πάσχοντα.
Η συμμετοχή της Μαρίας Παπαϊωάννου σε συλλόγους και σωματεία θα της εξασφάλιζε σίγουρα μια θέση στο βιβλίο Γκίνες. Είναι αναρίθμητοι οι φορείς που είχαν την τύχη να τους υπηρετήσει με αφοσίωση και απόλυτη ανιδιοτέλεια.
Λύκειο Ελληνίδων, ΧΕΝ, Φανέλα Στρατιώτη, Παιδικοί Σταθμοί, Εορτές Αρκαδίου, Συμβούλιο Συνταξιούχων, Παιδική Στέγη Αρρένων, Εστία Εργαζομένου Κοριτσιού, Παγκρήτιες Εκθέσεις, Καλλιτεχνική Σκηνή του Ωδείου, Καρναβάλι, Γιορτή Κρασιού, Κρητική Εστία, Ερανικές επιτροπές, Παγκρήτια Συνέδρια, Επιτροπή Πανεπιστημίου, Ελληνοαμερικανικές συνδέσεις μετά την Κατοχή, Συσσίτια Κυρίας των Αγγέλων, Επιτροπές του Δήμου κ.λ.π. κ.λ.π. Το σημαντικό είναι ότι δεν απέβλεπε σε τίτλους αλλά και σαν εθελόντρια πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες.
Στην Εταιρεία Ανηλίκων, από εποχής Εισαγγελέα Περιστερίδη, έως το 1976 παρακολουθούσε παιδιά με τάση στην παραβατικότητα, επισκεπτόταν ορφανά και παιδιά προβληματικών οικογενειών και φρόντιζε να στείλει σε ιδρύματα εκείνα που δεν είχαν κανένα συγγενή να τα συντρέξει.
Στο Φιλόπτωχο, πριν πάρει τη σημερινή του νομική μορφή, ήταν ο ακούραστος άγγελος, ιδιαίτερα στην περίοδο της μεγάλης ανέχειας.
Πρωτοστάτησε και στα Συσσίτια της Κυρίας των Αγγέλων που πρωτολειτούργησαν στο ισόγειο της οικίας Πολύζου κι ήταν συγκινητική η προθυμία όλων που είχαν τη δυνατότητα να βοηθήσουν σε εξοπλισμό και προμήθειες εξυπηρετώντας αρχικά 50 οικογένειες.
Δεν αρνήθηκε επίσης τις υπηρεσίες της στην προσπάθεια του αείμνηστου επίσης παπά-Γιάννη Πίττερη να στηρίξει την Παιδική Στέγη, δίνοντας τη δυνατότητα σε τόσα παιδιά να σπουδάσουν και να είναι σήμερα επίλεκτοι συμπολίτες.
Στη Μαρία Παπαϊωάννου απευθύνθηκε η Βιργινία Τσουδερού για την ευαισθητοποίηση οικογενειών να στηρίξουν άπορα παιδιά. Ήταν από τις πρώτες πρωτοβουλίες της ΧΕΝ κι η γυναίκα του σημερινού μας αφιερώματος δεν αρνήθηκε τη συμβολή της.
Η μάνα του αντάρτη
Είχαμε όμως και τη Μάνα του Αντάρτη.
Αυτή ήταν η Μαρία Γεωργίου και Χρυσής Γερακάρη, σύζυγος του γενναίου αντιστασιακού Μίνωα Αποστολάκη η περίφημη «Μίναινα» με το όνομα. Πόσα και πόσα δεν έχουν να διηγηθούν όσοι έζησαν τη γυναίκα αυτή.

Έτσι την περιγράφει η χαρισματική πένα του κ. Βασίλη Αποστολάκη Ανώτερου Αξιωματικού ΕΛ.ΑΣ εα που την έζησε: «Αρχοντική γυναίκα και στο σώμα και στην ψυχή. Νοικοκυρά, φιλόξενη, πάντα με τον καλό τρόπο υποδεχόταν κάθε επισκέπτη στο σπίτι της».
Η Μαρία Μ. Αποστολάκη γεννήθηκε στον Πρινέ, το γένος Γερακάρη το 1903 και πέθανε το 1995. Γαλουχήθηκε από την άξια οικογένεια των Γερακάρηδων με αρχές και αξίες και συνέχισε την πορεία της στο αρχοντικό σπίτι του Τσαούση και της Ρηνιώς, που παντρεύτηκε τον γιο τους, Μίνω. Απέκτησαν (4) παιδιά.
Πόσα δεν έχουμε ακούσει για τη γυναίκα αυτή. Ο ίδιος ο Ελπιδοφόρος Μανωλεσάκης, μεγάλη μορφή του αντιστασιακού αγώνα, την είχε χαρακτηρίσει «μάνα» του αντάρτη. Γιατί πραγματικά θεωρούσε παιδιά της όλους τους σκληρά αγωνιζόμενους στο μετερίζι της λευτεριάς και το έδειχνε με κάθε τρόπο και κυρίως με ανιδιοτελή αγάπη.
Το σπίτι της ήταν στην αρχή του χωριού της σημερινής Αρχαίας Ελεύθερνας. Ήταν αυτό που είχαν κάψει οι Ρώσοι για να εκδικηθούν την εμπλοκή του πεθερού της του θρυλικού «Τσαούση» στην επανάσταση του Θερίσου. Όταν ξαναστήθηκε για να δώσει συνέχεια στην οικογένεια, έγινε το καταφύγιο κάθε αντάρτη. Μια πόρτα ανοικτή, πάντα, σε κάθε κυνηγημένο.
Όπως μου έλεγε ο αξέχαστος γιατρός και κορυφαίος της Αντίστασης, Γιώργης Αγγελιδάκης, όταν ένας αντάρτης ήθελε να ξαποστάσει, τα βήματά του τον έφερναν κατευθείαν στον Πρινέ Μυλοποτάμου. Εκεί, ακόμα και πολέμιος ιδεολογικά να τον συναντούσε ούτε θα σκεπτόταν να τον καταδώσει στον εχθρό.
Στο σπίτι του Μίνωα, πήγαιναν λοιπόν οι αντάρτες για να πλυθούν, να φάνε και να κοιμηθούν σε στρώμα έστω για μια βραδιά. Έμπαιναν σαν να ‘ταν το δικό τους σπίτι. Η Μίναινα τα είχε όλα στην εντέλεια, ώστε ο φιλοξενούμενος να εξυπηρετηθεί και μόνος, χωρίς να κάνει αισθητή την παρουσία του στους ενοίκους.
Αυτό γινόταν στην περίπτωση που θα έπρεπε να τηρηθεί απόλυτη μυστικότητα σε μια αποστολή.
Μετά αναλάμβανε εκείνη όσο έλειπε ο άντρας της συνοδεύοντας αντάρτες στις Αραβάνες, όπως γινόταν συχνά με τον φίλο του Αγγελιδάκη.
Έκανε ό,τι μπορούσε. Κι αν είχε ελλείψεις, κρίσιμοι καιροί τότε και η φτώχεια είχε δείξει την πιο σκληρή της όψη, η Μίναινα θα ζητούσε τη συνδρομή άλλων συγχωριανών, για να μην μείνει «λειψό» το συσσίτιο του αντάρτη.
Επώνυμοι και ανώνυμοι φιλοξενήθηκαν στο αρχοντικό της και θυμούνταν για χρόνια τη φιλοξενία της. Από το σπίτι της περάσανε από ζητιάνοι, μέχρι τρανοί και σπουδαίοι άνθρωποι του τόπου. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι το 1937 φιλοξένησε τον Γεώργιο Στεφανάκη, επιθεωρητή Δημοτικών Σχολείων, τον γιο του Κωνσταντίνο και τον πατέρα του Πρωθυπουργού Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, το σπίτι της ήταν «Μοναστήρι». Ο θρυλικός Γιάννης Μαθιουδάκης, ο πρωτόκλητος της λευτεριάς, φιλοξενήθηκε με τους συντρόφους του, το προηγούμενο βράδυ της εκτέλεσής του.
Η Μαρία όμως δεν ήταν γενναιόδωρη μόνο με τους αντάρτες.
Ο κ. Αποστολάκης θυμάται κι ένα περιστατικό που δείχνει τη μεγαλοσύνη αυτής της γυναίκας.
«Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, ένας ζητιάνος, όπως λέγαμε διακονιάρης, χτύπησε την πόρτα της και ζήτησε λάδι και ψωμί. Του έβαλε λίγο λάδι, ψωμί δεν είχε και του είπε να περιμένει. Πήγε σ’ ένα γειτονικό σπίτι, πήρε ένα κομμάτι ψωμί, του το έδωσε και αυτός της φίλησε το χέρι και έφυγε κλαίγοντας από συγκίνηση».
Η Μαρία Αποστολάκη, η «Μίναινα» όπως ήταν πιο γνωστή, δεν ήταν πάντα ο ήρεμος άνθρωπος που έμεινε στην μνήμη όσων ευτύχησαν να τον γνωρίσουν. Κάθε αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά τη θύμωνε και συνήθιζε να λέει:
«Για ‘κείνονά είμαι εγώ κακή,
για κείνονά μανίζω
γιατί θωρώ παράξενα
και δεν τα νταγιαντίζω».
Η χαρά της σε καιρό ειρήνης ήταν να έχει γύρω της παιδιά και να τους αφηγείται ιστορίες.
Και γέμιζε η ψυχή της αγαλλίαση βλέποντας εκείνα τα αθώα πλασματάκια να κρέμονται από τα χείλη της. Κι αυτό που συνήθιζε να λέει σε μικρούς και μεγάλους σαν συμβουλή ήταν: «Πρέπει να τα ‘χομενε καλά, με όλους τσ’ ανθρώπους».
Λάτρευε τα πεθερικά της. Άξια κόρη του Γερακάρη είχε μάθει να σέβεται τους πάντες, πόσο μάλλον τα οικεία πρόσωπα, που ήταν μεγαλύτερα σε ηλικία. Στάθηκε μια τρυφερή νύφη και συνήθιζε να λέει: «Με την πεθερά μου είμαστε σα μάνα με κόρη, έτσι πρέπει να είναι οι νυφάδες».
Και μια ακόμα μάνα αξέχαστη
Η Έλλη Βότζη, από τις εμβληματικές μορφές της επιστημονικής μας κοινότητας δεν άκουσε ποτέ να την αποκαλούν «Μητέρα». Ήταν δική της επιλογή να μην δημιουργήσει οικογένεια. Πως τα είχε καταφέρει όμως και την ένοιωσαν μάνα τους τόσα και τόσα δυστυχισμένα Ρεθεμνιωτόπουλα.

Κανένας δεν κατάλαβε ποτέ ότι η Έλλη χαιρετίζοντας με θέρμη κάποιο παιδί του έβαζε στο χέρι ή στην τσέπη ένα χαρτονόμισμα που μπορεί να ήταν το βδομαδιάτικο φαγητό του. Πόσοι και πόσοι φοιτητές και φοιτήτριες, πόσοι και πόσοι άνθρωποι δεν ευεργετήθηκαν από την Έλλη.
Αυτή για την οποία έγραψε ο αγαπημένος μας ΚΙΓΚ:
Ένας Αιώνας προσφοράς
ήσουν σ’ αυτήν την Πόλη.
Γι’ αυτό στην απουσία σου
Έλλη θρηνούμε όλοι.
Όσο για τη δική του μάνα ο καθένας ας την κάνει μια σφικτή αγκαλιά τώρα που την έχει. Γιατί η απώλειά της είναι οδυνηρή μέχρι και τη στερνή ανάσα του παιδιού της.









