Μειώνεται η χρονική διάρκεια των εργασιακών συμβάσεων – Περιορισμένοι οι χρηματοδοτικοί πόροι που κατευθύνονται στην έρευνα – Άμεση εξάρτηση των Πανεπιστημίων από τον ΕΛΚΕ
Συμπεριλαμβάνονται στον νέο οργανισμό του Πανεπιστημίου Κρήτης οι ανάγκες στελέχωσης του Διοικητικού Προσωπικού σύμφωνα με την Πρυτανεία
Την υποβάθμιση της συνολικής μέριμνας που λαμβάνουν οι φοιτητές, την ένταση της εργασιακής επισφάλειας των εργαζομένων και την ευρύτερη διατάραξη της εύρυθμης λειτουργίας τους ως αυτοτελείς εκπαιδευτικές μονάδες, έχει ως αποτέλεσμα η σημαντική υποστελέχωση και υποχρηματοδότηση των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων της Κρήτης και της υπόλοιπης χώρας. Τα ΑΕΙ καλούνται να ανταπεξέλθουν σε σημαντικές ελλείψεις προσωπικού κρίσιμων υπηρεσιών, στελεχώνονται σε μεγάλο βαθμό από εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένης χρονικής διάρκειας και συνεπώς ελαστικές σχέσεις εργασίας και εξαρτώνται από χρηματοδοτικούς πόρους του ΕΛΚΕ, που θα μπορούσαν να κατευθύνονται στην αναπτυξιακή πορεία και όχι την επιβίωσή τους. Ενδεικτικό είναι ότι κανένα ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης στην χώρα δεν ξεπερνά το 70% της στελέχωσης διοικητικού προσωπικού, όπως αυτό προβλέπεται στο οργανόγραμμα των πανεπιστημίων, την ώρα που υπάρχουν και πανεπιστήμια, όπως το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το μεγαλύτερο στη χώρα, που λειτουργεί στο 50% της προβλεπόμενης δυναμικής του. Στο επίκεντρο του παραπάνω προβλήματος βρίσκονται και τα ΑΕΙ της Κρήτης, όπου οι ανάγκες σε διοικητικό προσωπικό είναι πλέον υπέρμετρες και κυρίως, αντιστρόφως ανάλογες των προσλήψεων, που έχουν να πραγματοποιηθούν μαζικά εδώ και σχεδόν 20 χρόνια. Οι διοικητικές υπηρεσίες του Πανεπιστημίου Κρήτης για παράδειγμα λειτουργούν σε οριακή λειτουργία, τόσο λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και αυξημένων αναγκών του ιδρύματος, το οποίο είναι χωρισμένο σε δύο Πανεπιστημιουπόλεις σε Ηράκλειο και Ρέθυμνο, όσο και λόγω της εξάρτησης από συμβασιούχους.
Οι διοικητικοί υπάλληλοι εργάζονται υπό καθεστώς εντατικοποίησης εργασίας, καλούμενοι να διαχειριστούν υπηρεσίες σε οριακή λειτουργία. Αντίστοιχες ελλείψεις καταγράφονται και στο Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο και στο Πολυτεχνείο Κρήτης, με τα ιδρύματα να λειτουργούν σημαντικά κάτω από τις προβλεπόμενες οργανικές τους θέσεις. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν αναρτηθεί στην ετήσια έκθεση της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης για το ακαδημαϊκό έτος 2023-2024, περιλαμβάνοντας δηλαδή τα τελευταία εγκεκριμένα από το Υπουργείο Παιδείας οργανογράμματα των Πανεπιστημίων, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης απασχολούνταν συνολικά 253 εργαζόμενοι, την ώρα που οι οργανικές θέσεις που προβλέπονται είναι 386. Αντίστοιχα, στο ΕΛΜΕΠΑ, από τις 179 προβλεπόμενες οργανικές θέσεις, το 2024 το Διοικητικό Προσωπικό έφτανε στα 131 άτομα. Τέλος, στο Πολυτεχνείο Κρήτης, από τις 109 οργανικές θέσεις, καλύπτονταν οι 86. Οι παραπάνω αριθμητικές αποκλίσεις, παρότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τα σημερινά οργανογράμματα, εκτιμάται από ανθρώπους του ακαδημαϊκού χώρου ότι έχουν αμβλυνθεί ακόμα περισσότερο, ως αποτέλεσμα συνταξιοδοτήσεων, κινητικότητας εργαζομένων και ελάχιστων προσλήψεων. Παράλληλα, το ζήτημα της υποστελέχωσης συνδέεται άμεσα και με αυτό της υποχρηματοδότησης της έρευνας, αποτελώντας αιτία αποθάρρυνσης τόσο του διδακτικού, όσο και του ειδικού τεχνικού και εργαστηριακού προσωπικού, από το οποίο τα Πανεπιστήμια είναι επίσης απογυμνωμένα. Η έλλειψη οικονομικής στήριξης από το κράτος, η περαιτέρω επέκταση των ελαστικών μορφών εργασίας και η απροθυμία προστασίας της έρευνας είναι προειδοποιητικές συνθήκες, για μία κατάσταση που αναμένεται να επηρεάσει άμεσα την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών στα ΑΕΙ τα επόμενα χρόνια, αλλά ακόμα και τη δυνατότητα ισότιμης πρόσβασης των φοιτητών στη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση. Τα παραπάνω ζητήματα έθεσαν χθες στην ηγεσία του υπουργείου, η Ομοσπονδία Διοικητικού Προσωπικού Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης μαζί με άλλα σωματεία εργαζομένων στα πανεπιστήμια, ζητώντας θεσμική υποστήριξη και διακοπή της απαξίωσης που υφίσταται η τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Μειώνεται η διάρκεια των συμβάσεων εργασίας και η χρηματοδότηση για τα ΑΕΙ – Στο 50% η εργασία των φοιτητών
Την οριακή κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι διοικητικές υπηρεσίες των Πανεπιστημίων ανέλυσε στα «Ρ.Ν.», η Νίκη Χρονοπούλου πρόεδρος της Ομοσπονδίας. Όπως δήλωσε μεταξύ άλλων: «Το ζήτημα της υποστελέχωσης είναι βασικό. Δεν υπάρχει πανεπιστημιακό ίδρυμα που να ξεπερνά σε στελέχωση το 70% των οργανικών θέσεων που απαιτούνταν με βάση τα παλαιότερα οργανογράμματα. Έχουν αυξηθεί ο αριθμός των υπηρεσιών των νέων τμημάτων, άρα έχουν αυξηθεί και οι απαιτήσεις σε προσωπικό. Έχουμε γραμματείες που λειτουργούν με ένα άτομο. Είναι ερώτημα το τι ποιότητα υπηρεσιών παρέχεται στους φοιτητές. Τεχνικές υπηρεσίες είναι απογυμνωμένες, παραδίδονται όλες οι τεχνικές εργασίες στους εργολάβους, ενώ φύλαξη και καθαριότητα έχουν παραδοθεί στους ιδιώτες. Οι συνάδελφοί μας δουλεύουν υπερωρίες, Σαββατοκύριακα, καλούνται να απαντήσουν σε email ακόμα και αργά το βράδυ. Υπάρχει λοιπόν εντατικοποίηση στις υπηρεσίες», τόνισε. Παράλληλα, υπάλληλοι στερούνται συγκροτημένων εργασιακών δικαιωμάτων, λόγω των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ενώ άνθρωποι που εργάζονται για πάνω από 10 χρόνια, καλύπτοντας διαρκείς ανάγκες δεν έχουν εξασφαλισμένες συμβάσεις. «Έχουμε το εξής φαινόμενο. Μειώνεται συνεχώς η διάρκεια των συμβάσεων. Οπότε αυτό έχει συνέπεια και στα δικαιώματά τους, δηλαδή από εκεί που θα μπορούσαν να υπογράψουν ετήσια σύμβαση, υπογράφουν 2μηνη – 3μηνη, αυξάνεται συνεπώς η ανασφάλεια και περιορίζονται τα δικαιώματα», εξήγησε η κ. Χρονοπούλου. Παράλληλα, σύμφωνα με τον ν.4957 του 2022, η ανώτατη διάρκεια συμβάσεων τίθεται στα πέντε έτη. «Δηλαδή υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να δουλεύουν 15 χρόνια και το 2027 να πεταχτούν έξω από τα πανεπιστήμια. Αντίστοιχη κατάσταση υπάρχει και το διδακτικό προσωπικό, στο ειδικό τεχνικό εργαστηριακό προσωπικό, από το οποίο τα πανεπιστήμια είναι απογυμνωμένα» πρόσθεσε.
Αναφορικά με το ζήτημα της υποχρηματοδότησης, η κ. Χρονοπούλου σχολίασε στα «Ρ.Ν.»: «Ο φετινός κρατικός προϋπολογισμός για την ανώτατη εκπαίδευση, μαζί με το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων ήταν μειωμένος κατά 42 εκατομμύρια, την ώρα που η πλειοψηφία των πανεπιστημίων χρωστάει τεράστια ποσά για ηλεκτρικό ρεύμα και νερό. Επίσης, υπάρχει μία στροφή προς την έρευνα που προσαρμόζεται στις ανάγκες της πολεμικής οικονομίας. Ο κύριος όγκος της χρηματοδότησης και από την ευρωπαϊκή ένωση είναι εκεί. Υπάρχουν κλάδοι που δεν χρηματοδοτείται η έρευνα καθόλου. Δηλαδή, οι υποψήφιοι διδάκτορες δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται, συντηρούν τον εαυτό τους για να μπορούν να αποκτήσουν ένα διδακτορικό. Η μεγάλη πλειοψηφία συνεπώς δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα, διότι και οι απαιτήσεις της έρευνας τώρα είναι μεγάλες και σε όρους χρόνου και προσπάθειας». Αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζουν και οι φοιτητές, το 50% των οποίων σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδίας, επίσης εργάζονται για να τα βγάλουν πέρα. «Όλα συνδέονται στην κατεύθυνση προς την ιδιωτική οικονομική λειτουργία. Όποιος έχει να πληρώσει, μπορεί να σπουδάσει και κατά δεύτερον αναζητούν τα ίδια τα πανεπιστήμια πόρους και γιαυτό αυξάνονται τα ξενόγλωσσα μεταπτυχιακά προγράμματα με δίδακτρα. Η κατάσταση θα αλλάξει πάρα πολύ στα πανεπιστήμια τα επόμενα χρόνια και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την εργασιακή μας σχέση, έχει να κάνει ακριβώς με το τι υπηρεσίες θα παρέχονται στην μεγάλη πλειοψηφία. Πώς θα λειτουργούν τα πανεπιστήμια αν συνεχώς το προσωπικό το μόνιμο, το αναγκαίο, το εξειδικευμένο αντικαθίσταται από συμβασιούχους, που μετακινούνται από τμήμα σε τμήμα», κατέληξε η κ. Χρονοπούλου.
Υπηρεσίες χωρίς κανέναν μόνιμο υπάλληλο – Έχει κατατεθεί ο νέος Οργανισμός του Πανεπιστημίου Κρήτης
Εν αναμονή βρίσκεται η έγκριση του νέο οργανισμού του Πανεπιστημίου Κρήτης, η οποία έχει κατατεθεί στο υπουργείο Παιδείας και αναμένεται σύμφωνα με πληροφορίες της Πρυτανείας να ολοκληρωθεί, εντός των επόμενων έξι μηνών. Στην σχετική πρόταση για τον οργανισμό έχει συμπεριληφθεί και η παρουσίαση των αναγκών για τους διοικητικούς υπαλλήλους του Πανεπιστημίου. Σχολιάζοντας το ζήτημα της υποστελέχωσης του πανεπιστημίου στα «Ρ.Ν.» εκ μέρους της Πρυτανείας, η Μελίνα Ταμιωλάκη, αντιπρύτανης Ανάπτυξης, Διεθνών Σχέσεων και Εξωστρέφειας ανέφερε μεταξύ άλλων: «Φυσικά θα θέλαμε περισσότερους υπαλλήλους. Από την άλλη βέβαια έχουμε μέσω αποσπάσεων και κινητικότητας πρόσθετο προσωπικό, κάπως λύνονται κάποια προβλήματα, χωρίς να είναι ιδεώδης η κατάσταση. Αλλά γίνονται προσπάθειες και σε αρκετές υπηρεσίες έχουν αυξηθεί τα άτομα. Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι υπάρχει φόρτος εργασίας και γραφειοκρατία και νόμοι που αλλάζουν. Επομένως και μόνο το γεγονός ότι αλλάζουν οι νόμοι και το νομοθετικό πλαίσιο και πρέπει μετά οι υπάρχοντες υπάλληλοι να εξοικειώνονται με αυτό, σημαίνει αυτόματα περισσότερες απαιτήσεις και περισσότερο φόρτο εργασίας. Γι’ αυτό είναι ευκταίο πάντα να έχουμε περισσότερα άτομα. Αυτό ισχύει σε όλες τις υπηρεσίες, ιδιαίτερα στις γραμματείες». Ως ενδεικτικό παράδειγμα μάλιστα η αντιπρύτανης έθεσε την υπηρεσία ΜΟΔΙΠ, αλλά και αυτές της διεθνούς κινητικότητας erasmus για την υποδοχή των αλλοδαπών φοιτητών και τη μέριμνα των φοιτητών. «Δεν μπορώ να σκεφτώ υπηρεσία που να είναι χαλαρή και κάποιες δεν έχουν και κανένα μόνιμο υπάλληλο. Και αυτό είναι θέμα, το να έχεις μία υπηρεσία που στελεχώνεται μόνο με συμβασιούχους», τόνισε. Τέλος, σύμφωνα με την κ. Ταμιωλάκη, η Πρυτανεία χρηματοδοτεί από ίδιους πόρους την απασχόληση διοικητικών υπαλλήλων, διεκδικώντας παράλληλα από το υπουργείο μόνιμες θέσεις.
«Ακόμα και αν κανείς έλεγε ότι οι υπάλληλοι πρέπει να διπλασιαστούν, δεν θα ήταν άστοχο…»
Αρκετά χαμηλότερη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι η απασχόληση διοικητικού και ακαδημαϊκού προσωπικού στα ελληνικά πανεπιστήμια με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη υστέρηση να οδηγεί σε αναπόφευκτες αναπροσαρμογές. Υπογεννητικότητα, ελάχιστη ειδική βάση εισαγωγής, μη κρατικά πανεπιστήμια και μείωση του αριθμού των φοιτητών είναι όλοι παράγοντες που θα οδηγήσουν σε προσαρμογές των μεγεθών των ελληνικών Πανεπιστημίων, σύμφωνα με όσα δήλωσε στα «Ρ.Ν.», ο Κώστας Σπανουδάκης, μέλους του Συμβουλίου Διοίκησης του Πανεπιστημίου Κρήτης, πρώην αντιπρύτανης και πρόεδρος της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ρεθύμνου. «Στην κατηγορία του διοικητικού προσωπικού υπάρχει πολύ μεγάλη υστέρηση, γιατί δεν έχουν γίνει ουσιαστικές προσλήψεις εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Όταν εισήχθη το μέτρο της κινητικότητας, αυτό είχε μία πρόσκαιρη επίδραση στην άμβλυνση του φαινομένου και στην ικανότητα των ανθρώπων να επιλέξουν την υπηρεσία στην οποία θέλουν να υπηρετήσουν, αλλά πρόσκαιρη, γιατί η δυναμική αυτής της δυνατότητας εξατμίστηκε μετά τα πρώτα χρόνια της εφαρμογής της. Επομένως εκεί υπάρχει πολύ σοβαρό πρόβλημα, που ειδικά στην περίπτωση του Πανεπιστημίου Κρήτης επιτείνεται. Μιλάμε για πολύ μεγάλες απώλειες, που μετά την οικονομική κρίση δεν μπόρεσαν να αναπληρωθούν. Ακόμα και αν κανείς έλεγε ότι οι υπάλληλοι πρέπει να διπλασιαστούν, δεν θα ήταν άστοχο..», εξήγησε. Μάλιστα, το Ρέθυμνο έχει ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα, καθώς δυσκολεύεται να συγκρατήσει τους υπαλλήλους του, λόγω και του ιδιαίτερα υψηλού κόστους ζωής στην πόλη. Σύμφωνα με τον κ. Σπανουδάκη, η υποστελέχωση δημιουργεί το εξής πρόβλημα: «Για να λειτουργήσει πλέον το Πανεπιστήμιο απορροφά σημαντικούς πλέον πόρους του ΕΛΚΕ, γίνεται πρόσληψη προσωπικού με συμβάσεις, σε βάρος των ερευνητικών εσόδων του Πανεπιστημίου. Ο ΕΛΚΕ προσλαμβάνει, πληρώνει και συντηρεί έναν αριθμό προσωπικού πλέον, που ικανοποιεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες προκειμένου η λειτουργία του Πανεπιστημίου να καταστεί εφικτή. Επομένως έσοδα που θα μπορούσαν να επενδυθούν σε αναπτυξιακές δράσεις, εξ’ ανάγκης κατευθύνονται στην κάλυψη των ελλείψεων σε διοικητικό πλέον προσωπικό, υποστηρικτικό προσωπικό σε δομές, σε ερευνητικές δραστηριότητες, σε γραμματείες τμημάτων, δηλαδή πολύ βασικές, θεμελιώδεις λειτουργίες που κανονικά θα έπρεπε να καλύπτονται με τακτικό προσωπικό δημοσίων υπαλλήλων».













