Μεγάλη η συσχέτιση της κατάθλιψης με την εκδήλωση διαταραχών μνήμης όπως η άνοια – «Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι της ενδοχώρας δεν έχουν τη φροντίδα που θα έπρεπε», δηλώνει στα «Ρ.Ν.» ο Αντρέας Βαρδιάμπασης, διευθυντής και προϊστάμενος του Κέντρου Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) Ρεθύμνου
Η ερήμωση των χωριών, η φυγή των νέων από αυτά, η απουσία της πολιτείας από την ύπαιθρο και η όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση βασικών υπηρεσιών όπως οι κοινωνικές δομές και οι δομές υγείας στα αστικά κέντρα, έχει οδηγήσει τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας αυτών των περιοχών στον κοινωνικό αποκλεισμό και οι ηλικιωμένοι της ενδοχώρας του Ρεθύμνου δεν αποτελούν εξαίρεση, όπως αναφέρει στα «Ρ.Ν.» ο Αντρέας Βαρδιάμπασης, διευθυντής και προϊστάμενος του Κέντρου Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) Ρεθύμνου. Με αφορμή την επιτόπια έρευνα που πραγματοποιεί το Κέντρο εδώ και ένα χρόνο στα χωριά του Ρεθύμνου – η οποία θα είναι για πολλά χρόνια ακόμα σε εξέλιξη – με στόχο να μελετήσει τι συμβαίνει με τις διαταραχές μνήμης στον πληθυσμό του νομού ώστε να γίνουν οι ανάλογες συσχετίσεις και παρεμβάσεις, ο κ. Βαρδιάμπασης παραθέτει στα «Ρ.Ν.» μερικά από τα πρώτα συμπεράσματα και ευρήματα αυτών των εξετάσεων τα οποία παρουσιάστηκαν και στο Πανελλήνιο Ψυχιατρικό Συνέδριο τον Μάιο, τα οποία δυστυχώς αποκαλύπτουν τον «μαρασμό» τον οποίο βιώνουν οι ηλικιωμένοι άνθρωποι της ενδοχώρας. Όπως εξηγεί ο γιατρός, αυτό που διαπιστώνεται μετά από ένα χρόνο συστηματικής επαφής με ανθρώπους ηλικιών από 65 ετών και άνω των χωριών κυρίως του δήμου Αγίου Βασιλείου και του Αμαρίου είναι ότι υπάρχουν εξαιρετικά υψηλά ποσοστά μοναξιάς και κατάθλιψης στις πληθυσμιακές αυτές ομάδες.
Αυτό είναι κρίσιμο όχι μόνο γιατί δείχνει τον ψυχικό κατακερματισμό που βιώνουν αυτοί οι άνθρωποι και την «παρακμή» και εγκατάλειψη της υπαίθρου σε όλα τα επίπεδα, αλλά και επειδή αυτοί οι δείκτες έχουν υψηλές συσχετίσεις με τις διαταραχές μνήμης όπως είναι για παράδειγμα η άνοια. Η κατάθλιψη, όπως εξηγεί ο κ. Βαρδιάμπασης, όπως και άλλοι παράγοντες καταλυτικοί όπως η άσκηση, η κοινωνικοποίηση, η διατροφή των ατόμων είναι τροποποιήσιμοι παράγοντες που σημαίνει ότι αν γίνουν σωστές παρεμβάσεις και αλλάξουν, βελτιωθούν, εξαλειφθούν τότε μπορούν να καθορίσουν και την έκβαση μιας ασθένειας όπως η άνοια ή το αλτσχάιμερ.
«Η κατάθλιψη είναι ένας παράγοντας που επιταχύνει πάρα πολύ την εξέλιξη μιας άνοιας, μιας διαταραχής που έχει ξεκινήσει ήδη ή ακόμα και πριν ξεκινήσει. Οπότε αν εμείς τροποποιήσουμε αυτό τον παράγοντα που είναι τροποποιήσιμος δηλαδή αν αντιμετωπίσουμε την κατάθλιψη θα καθυστερήσει πάρα πολύ η εξέλιξη της νόσου. Το ζητούμενο στην άνοια είναι αυτό: Να καθυστερήσουμε όσο γίνεται την εξέλιξη, να κερδίσουμε χρόνια αυτονομίας και ανεξαρτησίας», αναφέρει ο κ. Βαρδιάμπασης. Ταυτόχρονα, ένα άλλο σημαντικό κομμάτι είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν κάποια ήπια γνωσιακή διαταραχή δηλαδή βρίσκονται σε ένα στάδιο λίγο πριν την εκδήλωση της κλινικής άνοιας και πάσχουν ταυτόχρονα από κατάθλιψη τότε έχουν πάρα πολύ μεγάλη πιθανότητα να εκδηλώσουν και άνοια. «Αντιμετωπίζοντας ωστόσο την κατάθλιψη αυτοί οι άνθρωποι μπορεί τελικά να μην την εκδηλώσουν ποτέ», σχολιάζει ο ίδιος. Επιπλέον, ο κ. Βαρδιάμπασης εξηγεί ότι η κατάθλιψη των ηλικιωμένων σε συνδυασμό με την ύπαρξη γνωσιακών διαταραχών και αισθητηριακών όπως απουσία όσφρησης ή ακοής οδηγεί τους ανθρώπους αυτούς με μεγαλύτερες πιθανότητες προς τις διαταραχές μνήμης. Αυτό γιατί η απουσία της όσφρησης για παράδειγμα σημαίνει την απουσία ερεθισμάτων για τον εγκέφαλο. «Τα τεστ όσφρησης που κάνουμε στον πληθυσμό έχουν μια προγνωστική αξία όταν διαπιστωθεί και κατάθλιψη τότε η πιθανότητα να εκδηλωθεί κάποια διαταραχή μνήμης είναι πάρα πολύ μεγάλη. Οι άνθρωποι γενικά με αισθητηριακά ελλείμματα που είτε δεν ακούν καλά είτε δεν βλέπουν καλά είτε δεν οσφραίνονται καλά είναι υψηλού ρίσκου για να εκδηλώσουν διαταραχές μνήμης. Οπότε είναι πολύ σημαντικό αν κάποιος δεν ακούει καλά να αποκαταστήσει την ακοή του. Γιατί διαφορετικά επιταχύνεται πολύ γρήγορα η εξέλιξη της άνοιας. Γι’ αυτό αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται μια συνολική φροντίδα. Την οποία δεν την έχουν», επισημαίνει ο διευθυντής του ΚΨΥ Ρεθύμνου και όχι άδικα. Εκτός του ότι δεν υπάρχουν οργανωμένες δημόσιες δομές φροντίδας ηλικιωμένων ώστε να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες του πληθυσμού, παράλληλα πολλά χωριά της ενδοχώρας ενώ κάποτε έσφυζαν από ζωή τώρα δεν έχουν καν ούτε ένα καφενείο. Η κοινωνικοποίηση όπως εξηγεί ο κ. Βαρδιάμπασης είναι πάρα πολύ σημαντική στο να διατηρήσουν οι ηλικιωμένοι τα ψυχικά αποθέματα που χρειάζονται για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες τους. Και σε πολλά χωριά του νομού απουσιάζουν πλέον ακόμα και αυτά. «Μετά από ένα χρόνο αυτό που μπορούμε να πούμε – και που το παρουσιάσαμε και στο πρόσφατο Πανελλήνιο Ψυχιατρικό Συνέδριο – με μεγάλη βεβαιότητα αλλά και ανησυχία ταυτόχρονα είναι ότι στις περιοχές της ενδοχώρας υπάρχει ενδεχομένως και σε μεγαλύτερο ποσοστό σε σχέση με την πόλη του Ρεθύμνου ο παράγοντας της μοναξιάς. Οι άνθρωποι εκεί βιώνουν μεγαλύτερη μοναξιά από ό,τι στην πόλη του Ρεθύμνου. Και επιπλέον διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν υψηλά ποσοστά κατάθλιψης στην τρίτη ηλικία. Μπορεί να είναι και επακόλουθο. Αυτά τα δύο συχνά συνυπάρχουν. Η ερήμωση των χωριών της υπαίθρου διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε όλο αυτό. Έχουν φύγει άνθρωποι, έχουν φύγει νέοι και δεν λειτουργούν πια σε πολλά χωριά τα καφενεία και οι άνθρωποι έχουν απομονωθεί, έχουν μειωθεί οι εκδηλώσεις οι κοινωνικές. Άρα υπάρχουν χωριά στα οποία ζουν 30-40-50 ηλικιωμένοι. Όταν δεν υπάρχει καφενείο σταδιακά ο καθένας μένει στο σπίτι του. Αισθάνονται ότι είναι μόνοι τους αυτοί οι άνθρωποι. Κάποτε έβλεπες 50-60-70 άτομα στα καφενεία. Αυτό λειτουργούσε πολύ θετικά κυρίως στους ανθρώπους τρίτης ηλικίας. Πήγαιναν εκεί, μοιράζονταν αναμνήσεις, εμπειρίες, γεγονότα. Ήταν κάτι πολύ υποστηρικτικό, τώρα έχει χαθεί».

Ενίσχυση των δημόσιων δομών ψυχικής υγείας
Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση των δομών ψυχικής υγείας όπως είναι το ΚΨΥ Ρεθύμνου είναι καθοριστική. Όπως εξηγεί ο κ. Βαρδιάμπασης όταν τα ποσοστά της κατάθλιψης, της μοναξιάς και το αίσθημα εγκατάλειψης είναι μεγάλα τότε δεν αρκούν οι μεμονωμένες παρεμβάσεις. Χρειάζονται δράσεις συστηματικές στον πληθυσμό και από ανθρώπους ειδικούς.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα συνεργασίας του ΚΨΥ Ρεθύμνου με τον δήμο Αγίου Βασιλείου όπου έχουν συσταθεί ομάδες νοητικής ενδυνάμωσης στο Σπήλι. Η Κινητή Μονάδα του Κέντρου επισκέπτεται ανά δεκαήμερο το χωριό και με τη συμμετοχή περίπου 30 ατόμων τρίτης ηλικίας πραγματοποιούνται ασκήσεις νοητικής ενδυνάμωσης αλλά και οργανώνονται ομάδες κοινωνικοποίησης. Σύμφωνα με τον κ. Βαρδιάμπαση τέτοιου είδους δράσεις αν γίνονταν σε όλα τα χωριά του νομού συστηματικά τότε θα άλλαζαν πολλά, ωστόσο δεν υπάρχει επαρκές προσωπικό για να γίνει αυτό (μόλις ένας ψυχίατρος, τέσσερις ψυχολόγοι, δύο νοσηλεύτριες, μια κοινωνική λειτουργός και μια επισκέπτρια υγείας απασχολούνται αυτή τη στιγμή στο Κέντρο).
«Για να βοηθηθούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι χρειαζόμαστε επαρκώς στελεχωμένες, δημόσιες δομές ψυχικής υγείας. Κοινοτικές δομές όπως είναι το Κέντρο Ψυχικής Υγείας. Αν υπάρχει αυτό μπορούμε να κάνουμε πράγματα όπως αυτό που ξεκινήσαμε στο Σπήλι. Θα μπορούσε να γίνει και σε μικρότερα χωριά. Να γίνουν ομάδες νοητικής ενδυνάμωσης και ψυχολογικής υποστήριξης. Αυτοί οι άνθρωποι το χρειάζονται αυτό, το θέλουν και το έχουν ανάγκη. Μια φροντίδα, μια παρακολούθηση ανά δίμηνο, ανά τρίμηνο, να μπορούν στον τόπο τους να έχουν ομάδες κοινωνικοποίησης και ενδυνάμωσης είναι χρέος της πολιτείας να το παρέχει αυτός στους ηλικιωμένους της. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη του κόσμου για ενίσχυση των δομών και για τέτοιους είδους δράσεις. Η ενδοχώρα μας πραγματικά δεν έχει τη φροντίδα που θα έπρεπε. Οι άνθρωποι και νιώθουν και κατά τη γνώμη μου είναι εγκαταλελειμμένοι. Και νομίζω ότι μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα, όχι με τεράστιο κόστος ή φοβερές παρεμβάσεις, αρκεί να υπάρξει βούληση», επισημαίνει καταλήγοντας ο κ. Βαρδιάμπασης.













