Στην καρδιά μιας σύγχρονης μεγαλούπολης που βούιζε και άσθμαινε σαν χαλασμένη σειρήνα, εκεί όπου οι πολυκατοικίες έγερναν από την κούραση και τα γηρατειά, και τα φανάρια αναβόσβηναν σαν νευρικά βλέφαρα, ζούσαν ο καθένας μόνος του δυο άνθρωποι που τους έλειπε το μισό τους. Ο ένας δεν ήξερε γράμματα. Ο άλλος δεν είχε χρήματα. Κι ανάμεσά τους στεκόταν η πόλη, όμοια με ένα τεράστιο, σκοτεινό σύννεφο μοναξιάς που περπατούσε όρθιο.
Ο αγράμματος, από τη μια, είχε μάτια που έκοβαν δρόμο. Δεν μπορούσε να διαβάσει πινακίδες· είχε, όμως, μάθει να διάβαζε πρόσωπα: Ποιος βράζει από άγχος, ποιος ψάχνει δικαιολογία, ποιος έχει χάσει τον δρόμο του χωρίς να το παραδεχτεί. Οι κουβέντες του λιγοστές και μετρημένες, βαριές, σαν πέτρες που δεν τις πετάς αν δεν υπάρχει λόγος.
Ο άφραγκος, πάλι, είχε το κεφάλι του γεμάτο με βιβλία που δεν πλήρωσε ποτέ. Κορδώνοντας ως πετεινός μιλούσε σαν να ‘χε καταπιεί ολόκληρη τη εγκυκλοπαίδεια· την ίδια στιγμή, το στομάχι του γκρίνιαζε πιο δυνατά από κάθε του λέξη. Ήξερε να εξηγεί τον κόσμο, όχι να τον πληρώνει.
Μια ανοιξιάτικη, λοιπόν, μέρα με ήλιο λαμπερό να ρίχνει σε όλους γενναιόδωρος το φως του, σε ένα παγκάκι που το ‘χε ξεχάσει κι ο δήμος και τα χρώματά του είχαν ξεθωριάσει από το χρόνο, συναντήθηκαν. Ο αγράμματος στη μία άκρη έτρωγε ψωμί με ελιές. Ο άφραγκος στην άλλη κρατούσε ένα βιβλίο που το ‘χε λιώσει από το ξεφύλλισμα.
Στην αρχή, σιωπή, που παγώνει τις ψυχές και τις κρατά μακριά. Έμοιαζαν με τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος που δεν μπορούν, όμως, ποτέ η μια να δει κατάματα την άλλη.
«Θες;», είπε κάποια στιγμή προς τον άλλον ο ένας, που δεν άντεχε άλλο πια τόσα χρόνια να μιλά στη σκιά του, και στρεφόμενος στο μέρος του, είδε το πρόσωπό του και τού έδειξε το ψωμί.
«Ξέρεις;» απάντησε ο άλλος, ο κουρασμένος από τα πολυετή διαβάσματα, δείχνοντας τη σελίδα.
Κι έτσι, άρχισε το «παζάρι» τους· μια μπουκιά για μια λέξη, μια ελιά για μια ιστορία. Ο ένας μάθαινε να συλλαβίζει, ο άλλος να χορταίνει. Σαν τα μωρά που μπουσουλάνε έκαναν τα πρώτα τους βήματα. Η πόλη, απορημένη, τους κοιτούσε με μισό μάτι. Στις μεγαλουπόλεις, βλέπεις, η φτώχεια είναι θέαμα μόνο όταν δεν ενοχλεί ή δεν μυρίζει πολύ.
«Πόσο κοστίζει μια λέξη;», ρώτησε ο άφραγκος.
«Όσο μια μπουκιά που δεν τη λυπάσαι!», είπε ο αγράμματος.
«Και πόσο κάνει μια ιστορία;», ξαναρωτά ο πρώτος.
«Όσο μια ζωή που δεν τη ζεις μόνος», του αποκρίθηκε ο δεύτερος.
Κάθε ηλιοβασίλεμα, έκτοτε, στο ίδιο παγκάκι, οι δυο τους έφτιαχναν έναν μικρό κόσμο που δεν τον έπιανε η εφορία. Ο αγράμματος άρχισε να γράφει το όνομά του· στραβά, αλλά δικό του. Ο άφραγκος άρχισε να τρώει χωρίς ντροπή· σαν άνθρωπος που θυμήθηκε ότι δεν είναι αόρατος.
Κι όσο αυτοί οι δυο έβρισκαν ισορροπία, η πόλη γύρω τους συνέχιζε να τρέχει λαχανιασμένη και αγχωμένη σαν να την κυνηγούσε η ίδια της η σκιά. Μοναξιά παντού· στις πολυκατοικίες, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στα γήπεδα, στα γραφεία, στα σχολεία, στα εργοστάσια, στα σούπερ μάρκετ. Μοναξιά που δεν την έσωζε ούτε το Wi-Fi.
Μα εκείνοι οι δυο, με ψίχουλα και συλλαβές, έστηναν κάτι που έμοιαζε με αντίσταση. Μικρή, αθόρυβη, αλλά φωτεινή και αληθινή.
«Η μεγαλύτερη φτώχεια δεν είναι να μην έχεις…», λέει μια μέρα ο αγράμματος.
«Είναι να μη δίνεις!», συμπλήρωσε ο άφραγκος.
Και τότε, κατάλαβαν πως η πόλη δεν τους είχε νικήσει. Δεν τους είχε κλέψει ό,τι είχαν πιο ακριβό, την ψυχή τους. Γιατί όσο υπάρχουν δυο άνθρωποι που μοιράζονται ψωμί, λέξεις, ή απλώς μια θέση στο παγκάκι η μοναξιά δεν μπορεί να γίνει συνήθεια ή νόμος…








