Η ραγδαία άνοδος των καυσίμων ως άμεση συνέπεια της έντασης των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή φέρνει ξανά στο προσκήνιο μετά από τέσσερα χρόνια (πόλεμος Ουκρανίας – Ρωσίας) την ευαλωτότητα της οικονομίας σε εθνικό και τοπικό επίπεδο απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις. Από τον κλάδο των μεταφορών και των logistics, μέχρι τους οδηγούς ταξί και των τουριστικών βαν έως και τους εργαζόμενους που καθημερινά απαιτείται η μετακίνησή τους από την ενδοχώρα προς την πόλη αλλά και από την πόλη προς τα πέριξ, διαφαίνεται πως η αύξηση του κόστους των καυσίμων είναι ένας καταλυτικός παράγοντας ικανός να ανατρέψει οικογενειακούς προϋπολογισμούς, να πιέσει ακόμα περισσότερο τα εισοδήματα και βιαίως να αποδείξει πόσο άμεσα επηρεάζεται η καθημερινότητα σε τοπικό επίπεδο από συγκρούσεις θεωρητικά χιλιάδων χιλιομέτρων μακριά. Φυσικά η πετρελαϊκή κρίση που καταγράφεται το τελευταίο διάστημα δεν αφήνει ανεπηρέαστο κανένα κλάδο, κανένα πεδίο της αγοράς και όλοι οι πολίτες βιώνουν άμεσα τις επιπτώσεις των αυξήσεων των τιμών στα καύσιμα και όχι μόνο, ωστόσο ενδεικτικά τα «Ρ.Ν.» μίλησαν με εργαζόμενους και επαγγελματίες που είναι άμεσα εξαρτώμενοι από τις μεταφορές, τις οποίες δεν μπορούν να αναβάλλουν, να παραλείψουν, να μειώσουν διότι είναι κυριολεκτικά η δουλειά τους, ο βιοπορισμός τους.
Εργαζόμενοι 20 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι τους
Ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες των οποίων βιαίως και άμεσα επηρεάζεται ο προϋπολογισμός τους από τις αυξήσεις στα καύσιμα είναι εκείνες που η εργασία τους βρίσκεται 10, 20 καμιά φορά και παραπάνω χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο κατοικίας τους. Όπως εξηγεί ο Κώστας Νικολιδάκης, πρόεδρος του Σωματείου Ξενοδοχοϋπαλλήλων Ρεθύμνου και του Εργατικού Κέντρου Ρεθύμνου, εκεί που ένας τέτοιος εργαζόμενος υπολόγιζε 200€ τον μήνα από τον προϋπολογισμό του για αυτό το έξοδο τώρα αυτό το μπάτζετ καταγράφει μια αύξηση της τάξης του 10-15%, πράγμα ανυπολόγιστο όταν μιλάμε για εργαζόμενους που ήδη περιορίζουν σημαντικά τα έξοδά τους προκειμένου να ανταπεξέλθουν σε όλα τα επίπεδα. «Οι αυξήσεις στα καύσιμα επηρεάζουν όλους τους κλάδους ουσιαστικά της εργασίας, πρωταρχικά τις μεταφορές από και προς την εργασία του εκάστοτε εργαζόμενου. Δηλαδή εκεί που είχαμε για παράδειγμα έναν προϋπολογισμό 200€ περίπου τον μήνα στα καύσιμα ή στα εισιτήρια «πήγαινε – έλα» στη δουλειά, αυτή τη στιγμή έχουμε μια αύξηση της τάξης του 10-15%. Αυτό εκτινάσσει τον προϋπολογισμό στον αέρα. Δυστυχώς αυξήσεις ουσιαστικές στον μισθό δεν υπάρχουν, άρα τον ήδη «στραγγαλισμένο» μισθό θα πρέπει να τον περιορίσουμε κι άλλο για να συνεχίσουμε να πηγαίνουμε και να ερχόμαστε στην εργασία μας», περιγράφει χαρακτηριστικά ο κ. Νικολιδάκης. Ο ίδιος τονίζει πως στον νομό μας η κατάσταση αυτή αφορά πάρα πολύ κόσμο, είτε ανθρώπους που ζουν στην πόλη και πρέπει να μεταφερθούν προς Πλατανιά, Σφακάκι, Σταυρωμένο, Σκαλέτα, είτε ανθρώπους που ζουν στην ενδοχώρα του Ρεθύμνου και απαιτείται να μεταβούν προς την πόλη, ή στους οικισμούς του Δήμου. Σε κάθε περίπτωση, όλοι τώρα θα αναγκαστούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να εξοικονομήσουν χρήματα για να ανταπεξέλθουν στα αυξημένα κόστη μεταφοράς από και προς την εργασία τους. «Και δεν είναι μόνο η απόσταση καθαυτή. Είναι και η κίνηση, το «σταμάτα-ξεκίνα» ειδικά μέσα στην πόλη, πράγμα που επίσης επηρεάζει την κατανάλωση του καυσίμου», σημειώνει ο κ. Νικολιδάκης, συμπληρώνοντας πως: «Αυτό που φοβάται ένας εργαζόμενος είναι ότι δεν έφτανε που δεν έφτανε ο μισθός για να «βγει» ο μήνας υπάρχει περίπτωση να βγουν και χρεωμένοι κάποιοι εργαζόμενοι που έχουν πιο μεγάλες αποστάσεις για τη δουλειά τους, 10-15-20 χιλιόμετρα από την οικία».
Και η Αθηνά Κουτάντου, εκπαιδευτικός σε σχολείο της ενδοχώρας του Ρεθύμνου είναι μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση. Όπως περιγράφει η ίδια στα «Ρ.Ν.» καθημερινά πρέπει να διανύσει απόσταση 20 χιλιομέτρων από τον τόπο κατοικίας της προς τη δουλειά και αν υπολογίσει κανείς και την επιστροφή, μιλάμε για 40 χιλιόμετρα καθημερινά. Αυτό όπως λέει, εκεί που συνεπαγόταν πριν 50€ περίπου την εβδομάδα για τις μεταφορές τώρα ανεβαίνει αυτό το κόστος στα 70€. Μάλιστα η Αθηνά ως μονογονεϊκή οικογένεια συχνά αναλαμβάνει εκείνη εξολοκλήρου τις μεταφορές του παιδιού της από και προς τις εξωσχολικές του δραστηριότητες, γεγονός που μεταφράζεται σε επιπλέον 50€ περίπου την εβδομάδα στα καύσιμα για αυτές. Όπως εξηγεί χαρακτηριστικά, αν η κατάσταση συνεχίσει με τις ανοδικές τιμές στα καύσιμα τότε ενδεχομένως να χρειαστεί να περικόψει κάποιες εξωσχολικές δραστηριότητες του παιδιού. «Από τον τόπο κατοικίας μου προς τις δραστηριότητες του παιδιού η πιο μακρινή είναι περίπου 50 χιλιόμετρα οπότε το «πήγαινε-έλα» είναι 100 χιλιόμετρα. Και η πιο κοντινή είναι 20 χιλιόμετρα, άρα 40 χιλιόμετρα. Που αυτό γίνεται δύο με τρεις φορές την εβδομάδα. Αν συνεχιστεί η κατάσταση με την αύξηση των καυσίμων, πολύ πιθανό να χρειαστεί να κόψω κάποια δραστηριότητα του παιδιού. Δεν μπορώ να μοιραστώ τα έξοδα από τις μεταφορές με άλλους γονείς γιατί δεν συμπίπτουν οι δραστηριότητες του παιδιού με άλλων. Γενικά όμως δεν θέλω να το σκέφτομαι. Θεωρώ ότι κάτι θα γίνει. Δεν θα μας αφήσουν έτσι», αναφέρει η Αθηνά, ενώ για το μέτρο του Fuel Pass, του οποίου η πλατφόρμα άνοιξε χθες, εξηγεί ότι το ποσό που θα λάβει ενδεχομένως να καλύψει τις ανάγκες μιας εβδομάδας. «Δεν μπορεί να στηρίξει το fuel pass τις ανάγκες μου απλώς από το καθόλου κάτι είναι και αυτό», τονίζει.
Ως εκπαιδευτικός πάντως η ίδια παρατηρεί πως και άλλοι συνάδελφοί της φυσικά μοιράζονται την ίδια αγωνία με τις αυξήσεις που καταγράφονται στα καύσιμα, τις υπηρεσίες και τα προϊόντα και μάλιστα αναφέρει χαρακτηριστικά πως «Πολλοί συνάδελφοι έρχονται από την πόλη προς την επαρχία, οπότε φροντίζουν πάντα να οργανώνονται και να έρχονται μαζί σε γκρουπ γιατί μόνοι τους δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν με ενοίκιο, καύσιμα και άλλα έξοδα. Ειδικά φέτος πάντως είναι μια πολύ άσχημη χρονιά. Πολλοί δεν αποδέχονται την ανάληψη υπηρεσίας, γιατί είναι αυτά τα κόστη που δεν μπορούν να τα «σηκώσουν»: ενοίκιο, καύσιμα. Και δεν έρχονται να εργαστούν ως εκπαιδευτικοί, παραμένουν σε άλλες εργασίες».
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην «πρώτη γραμμή» των βαλλόμενων μιας οικονομικής κρίσης
Η αύξηση των καυσίμων επηρεάζει φυσικά άμεσα και πολλούς επαγγελματικούς κλάδους που ζουν κυριολεκτικά από τις μεταφορές. Ένας τέτοιος είναι φυσικά αυτός των ταξί. Όπως εξηγεί στα «Ρ.Ν.» ο Νεκτάριος Μαρκίδης, πρόεδρος Ραδιοταξί Ρεθύμνου, το κόστος λειτουργίας των ταξί αυτό το διάστημα έχει αυξηθεί περίπου στο 35%. «Κάνουμε υπομονή να περάσει όλη αυτή η κρίση, να έρθει πίσω η κανονικότητα. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο. Και αυτό το κόστος τω καυσίμων επηρεάζει την τσέπη μας συνολικά. Αν συνεχιστεί όλο αυτό δεν ξέρει κανείς κατά πόσο θα μπορεί να ανταπεξέλθει. Οπότε ευελπιστούμε η κατάσταση να φτιάξει», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Και δεν είναι μόνο αυτός ο κλάδος. Ανάμεσα σε πολλούς άλλους είναι και αυτός των λεγόμενων Transfer. Μιλώντας στα «Ρ.Ν.» ο Ιωάννης Καραμαλάκης, πρόεδρος του Συλλόγου «Εκμισθωμένων Ι.Χ. με Οδηγό» Ηρακλείου, δηλώνει και εκείνος με τη σειρά του πως το κόστος λειτουργείας των εν λόγω επιχειρήσεων έχει ανέβει επίσης κατά 30-40%. Μάλιστα επειδή πολλοί επαγγελματίες αυτού του πεδίου «δουλεύουν» με συμβόλαια με μεγάλους tour operator έχουν ήδη «κλείσει» πολύ πριν εξελιχθούν όλα αυτά τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή τις κρατήσεις τους τις οποίες τώρα καλούνται να εκτελέσουν σε μια τιμή πολύ φθηνότερη από το κόστος τους. «Αν αυτή τη στιγμή η εταιρεία μπορούσε να είχε ως κέρδος από τον μήνα Απρίλη ένα χ ποσό, το ποσό αυτό τώρα διαιρείται δια δύο. Άρα δεν μιλάμε ότι μας ευχαριστεί απλά δεν μπορούμε στην παρούσα φάση τόσο βίαια να εντάξουμε μια αύξηση σε έναν πελάτη ο οποίος μπορεί να έχει πληρώσει από τον Νοέμβριο. Και επειδή είναι κάτι που τώρα το συναντήσαμε, στο ξεκίνημα της σεζόν, δεν θέλουμε να το απορροφήσει ο πελάτης στην παρούσα φάση. Αν όμως η κατάσταση συνεχίσει ο τελικός αποδέκτης θα είναι αυτός».
Μιλώντας στα «Ρ.Ν.» και ο Γιάννης Τεκάκης, πρόεδρος του Σωματείου Εκμίσθωσης Ε.Ι.Χ. Με Οδηγό Δυτικής Κρήτης, εξηγεί τι σημαίνει για τον κλάδο αυτή η κατάσταση αλλά και τα γενικότερα δεδομένα στην αγορά καυσίμων. «Αυτή τη στιγμή έχουμε ανέβει κατά 0,47 λεπτά πάνω στο πετρέλαιο κίνησης. Έχει αυξηθεί το κόστος μετακίνησης αλλά όχι μόνο αυτό. Έχουν αυξηθεί δυστυχώς πάρα πολύ γρήγορα και τα υπόλοιπα αναλώσιμα που χρησιμοποιούμε, όπως ανταλλακτικά, λάδια, πρφυλακτήρες κ.λπ. Έχει μετακυλήσει το κόστος στα προϊόντα πάρα πολύ γρήγορα. Αυτό που έχει συμβεί αυτό το διάστημα είναι το εξής: είναι διπλό το πρόβλημα. Το πρώτο είναι ότι έχουν αυξηθεί τα έξοδα. Έχει μειωθεί η κίνηση λόγω του πολέμου με αποτέλεσμα να μπούμε στη διαδικασία να κάνουμε εκπτώσεις 15-10% καμιά φορά και 20% για να προσελκύσουμε πελάτες. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι έχει μειωθεί η κερδοφορία μας. Δηλαδή είναι κάτι το οποίο θα το συναντήσουμε μπροστά μας στους επόμενους έξι μήνες με ένα χρόνο. Και κατά συνέπεια επηρεάζονται όλες οι επιχειρήσεις: μείωση προσωπικού, μείωση επενδύσεων, μείωση όλου του επαγγελματικών δραστηριοτήτων για παράδειγμα διαφημίσεων. Ακουμπάει όλο το σύστημα. Όλο αυτό για εμάς σημαίνει χαμηλότερη κερδοφορία. Που σημαίνει χαμηλότερη ρευστότητα των επιχειρήσεών μας, που σημαίνει περικοπές σε όλα τα έξοδα. Περικοπές σε επενδύσεις, περικοπές σε υπαλλήλους, σε διαφημίσεις σε οτιδήποτε έχει σχέση με την επιχειρηματική δραστηριότητα. Και αυτό που έχουμε δει είναι το εξής: οι επιπτώσεις αυτών των αυξημένων τιμών θα τις νιώσουμε μετά από ένα χρόνο και ιδίως στο τέλος της σεζόν όταν θα κάνουμε ταμείο. Όταν θα έχουνε μειωθεί η κερδοφορία και τα έσοδα που θα επηρεάσει τις επενδυτικές δραστηριότητες για την επόμενη σεζόν».
Ο Αντώνης Δαφέρμος, με τη σειρά του, επίσης ιδιοκτήτης εταιρείας transfer στο Ρέθυμνο εξηγεί ότι «Άμεσες επιπτώσεις στον κλάδο είναι η απώλεια προκρατήσεων. Οι πελάτες καθυστερούν να κλείσουν κάποια μεταφορά, περιμένουν τιμές – προσφορές και επίσης σημειώνονται και ακυρώσεις «last minute» ειδικά σε low-budget αγορές. Για εμάς όλο αυτό σημαίνει συρρίκνωση περιθωρίου κέρδους, την ώρα που πολλές τιμές είχαν «κλειδωθεί» πριν τις αυξήσεις στα καύσιμα. Επίσης, συνεπάγεται πίεση σε συνεργασίες B2B πρακτορεία που πιέζουν για χαμηλές τιμές καθώς και αύξηση λειτουργικού ρίσκου ειδικά σε fixed-price transfers. Με απλά λόγια: δουλεύεις περισσότερο για λιγότερο».
Το ζήτημα είναι πως αυτός ο κλάδος όπως και πάρα πολλοί άλλοι στην Κρήτη απαρτίζεται από μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οικογενειακές, οι οποίες βιοπορίζονται από αυτή τους τη δραστηριότητα. Έτσι, τώρα καλούνται πολλές οικογένειες και εργαζόμενοι να βιώσουν άμεσα και βίαια τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης που επιφέρει η πετρελαϊκή κρίση. Όπως εξηγεί μάλιστα ο κ. Καραμαλάκης το νησί κατά προσέγγιση μετράει περίπου 5.000 αυτοκίνητα που λειτουργούν στο πλαίσιο του κλάδου.
Ο κ. Τεκάκης ερωτηθείς για το τι σημαίνει για όλες αυτές τις οικογένειες και τους ανθρώπους που η εργασία τους και ο βιοπορισμός εξαρτάται άμεσα από τις μετακινήσεις, η γενικότερη κατάσταση, εξηγεί: «Αυτή τη στιγμή θα έλεγα το πρόβλημα των μικρών επιχειρήσεων είναι ότι μπορούν να καταλάβουν πιο γρήγορα και πιο άμεσα μιας οικονομικής κρίσης. Δεν υπάρχει λίπος ώστε να απορροφήσουν κάποιους κραδασμούς. Έρχονται άμεσα οι επιπτώσεις. Από την άλλη, θα έλεγα ότι το 50% των εργαζομένων είναι από την ίδια την οικογένεια. Οπότε θα έλεγα είναι πιο δύσκολο να καταστραφεί μια τέτοια επιχείρηση αλλά περνάει μεγάλες δυσκολίες που έχει επίπτωση στην οικονομία και την οικογενειακή κατάσταση».
Κατά τον ίδιο η πολιτεία πρέπει «Να σκεφτεί σοβαρά τον επιχειρηματία που είναι το «κύτταρο» της οικονομίας» και να πάρει μέτρα, μεταξύ άλλων, όπως η μείωση του ΦΠΑ για τους επαγγελματίες αλλά και η μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα καθώς και η επιπλέον ενίσχυση των εργαζομένων των εν λόγω επιχειρήσεων.













