Ο τουρισμός είναι ένα πεδίο που επηρεάζεται από πολλούς εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι συχνά προκαλούν αβεβαιότητα και δυσκολίες στις επιχειρήσεις του κλάδου. Ωστόσο, πέρα από τις αναπόφευκτες προκλήσεις, υπάρχουν και άλλες παράμετροι που καθορίζουν τη βιωσιμότητα της τουριστικής βιομηχανίας, όπως ο κορεσμός που προκαλεί ο μαζικός τουρισμός και η αυξανόμενη ανταγωνιστικότητα στην αγορά. Ιδίως για την Κρήτη, αυτοί οι παράγοντες καθιστούν αναγκαία την αναζήτηση τόσο για νέες μορφές τουρισμού που θα διαφοροποιήσουν το προσφερόμενο τουριστικό προϊόν του νησιού, όσο και την αναζήτηση και προσέλκυση νέων πελατών από μέρη που δεν επισκέπτονται παραδοσιακά το νησί. Αυτό γιατί από τη μια βλέπουμε χώρες όπως η Κροατία και η Αλβανία να μπαίνουν δυναμικά στο «παιχνίδι» του τουρισμού κερδίζοντας έδαφος και από την άλλη τίθεται και η ανάγκη για βιώσιμες λύσεις πια προκειμένου να διασφαλιστεί η ανάπτυξη του τουρισμού χωρίς να επιβαρύνονται πλέον το περιβάλλον και οι τοπικές κοινωνίες.
Στο πλαίσιο αυτό, ο αγροτουρισμός, για την Κρήτη και το Ρέθυμνο, αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία. Συνδυάζοντας τις αρχές της βιωσιμότητας με τη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας της ενδοχώρας και βασιζόμενος στον φυσικό πλούτο της Ρεθεμνιώτικης γης και στα μοναδικά χαρακτηριστικά των κατοίκων της, όπως η φιλοξενία και οι παραδόσεις, είναι ικανός να προσελκύσει ταξιδιώτες από διαφορετικές αγορές πλέον, που αναζητούν αυθεντικότητα στις διακοπές τους και ίσως δεν μπορούν να βρουν εύκολα αλλού. Αυτός ο τύπος τουρισμού δεν είναι μόνο βιώσιμος, αλλά προσφέρει και μια πιο προσωπική προσέγγιση απομακρυσμένη από την υπερβολική εμπορευματοποίηση και τη μαζική ανάπτυξη του κλάδου.
Τα «Ρ.Ν.» μίλησαν με Ρεθεμνιώτες επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο χώρο, οι οποίοι ναι μεν σημειώνουν όλα τα θετικά χαρακτηριστικά του εν λόγω τουρισμού μέσω του οποίου πράγματι μπορεί να επέλθει η ανάπτυξη της ενδοχώρας, ωστόσο οι ίδιοι εκφράζουν τις ανησυχίες τους αναφέροντας ότι ο αγροτουρισμός στην Κρήτη δεν έχει αναπτυχθεί με τρόπο οργανωμένο και βιώσιμο. Παρά τις θετικές προοπτικές, οι επιχειρηματίες επισημαίνουν την ανάγκη για ουσιαστική υποστήριξη από το κράτος και την τοπική αυτοδιοίκηση, ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των υφιστάμενων εγχειρημάτων αλλά και να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για ακόμα περισσότερα.
Ο αγροτουρισμός που ξεκίνησε στην Ιταλία και οι 550 μονάδες στην Κρήτη
Ο κ. Γιάννης Β. Παπαδάκης, επιχειρηματίας και οικονομολόγος, έχει αναπτύξει μαζί με την οικογένειά του, ένα «οικοτουριστικό χωριό», όπως το ονομάζει, το Έναγρον στην Αξό Μυλοποτάμου. Δραστηριοποιούμενος στον χώρο από το 1999, όπως εξηγεί, ξεκίνησε το εγχείρημά του βασιζόμενος στις αρχές του αγροτουρισμού της Ιταλίας, της γενέτειρας, όπως υποστηρίζει, του εν λόγω τουρισμού. Ο ίδιος σημειώνει πως ενώ στην Ευρώπη ο αγροτουρισμός ξεκίνησε έχοντας έναν σαφή ορισμό, προϋποθέσεις και νομικό πλαίσιο, στην Ελλάδα για το εγχείρημα αυτό ήταν εμφανής η έλλειψη σχεδίου: «Ο αγροτουρισμός ξεκίνησε περίπου τη δεκαετία του ’30 κυρίως από την Ιταλία. Οι Ιταλοί στα μεγάλα αγροκτήματα που είχανε στην ύπαιθρο, διέθεταν και κτίρια του Μεσαίωνα, της Αναγέννησης. Αποφάσισε, λοιπόν, η ιταλική κυβέρνηση, προκειμένου να αξιοποιήσει τα κτίρια αυτά να δώσει τη δυνατότητα να κατασκευαστούν εντός τους, χώροι διαμονής και προσφοράς φαγητού, με την προϋπόθεση ότι κάποιος πελάτης θα μπορεί να πάει να δει και πως ο αγρότης βγάζει το κρασί, το λάδι ή τα άλλα προϊόντα. Αλλά για να φτιάξεις αγροτουριστική μονάδα έπρεπε να έχεις παλιό κτίριο. Δεν μπορούσες, δηλαδή, να κατασκευάσεις, ακόμα και σε χωριό παραδοσιακό, ένα καινούργιο και να πεις εγώ κάνω αγροτουρισμό εδώ. Πριν όμως ξεκινήσουν να κάνουν αυτή τη διαδικασία, έκαναν έναν νόμο που έλεγε αυτό σημαίνει αγροτουρισμός και αυτές είναι οι προϋποθέσεις για να λειτουργήσει. Μετά συνεχίστηκε στη Γαλλία. Οι Γάλλοι, επίσης, φτιάξανε έναν νόμο ο οποίος έλεγε για να κάνεις αγροτουρισμό στην περιοχή σου θα πρέπει να φοιτήσεις δύο χρόνια σε μια σχολή σχετικά με το αντικείμενο», αναφέρει αρχικά ο κ. Παπαδάκης και συμπληρώνει: «Ξεκίνησε και στην Ελλάδα αυτό με καλές προϋποθέσεις τη δεκαετία του ’90 αλλά μετά «απλώθηκε» πάρα πολύ, δηλαδή υπήρξαν προγράμματα που δίνανε επιχορηγήσεις και μάλιστα οι πρώτες ήταν πολύ υψηλές, της τάξης του 65%. Αλλά πως; Ερχόταν ο καθένας και έλεγε εγώ θα χτίσω ένα σπίτι και θα το νοικιάζω. Αν υποτεθεί ότι το έφτιαχνες και το νοίκιαζες, ο τουρίστας τι θα έκανε; Σε ποια γλώσσα θα του μιλούσες; Που θα έτρωγε; Τι άλλο θα έβλεπε; Πως θα συμμετείχε στις διαδικασίες αυτές; Τίποτα συγκεκριμένο. Αποτέλεσμα: το 2010, μέσω ενός φορέα που είχαμε φτιάξει τότε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν στον χώρο αυτό να κάνουμε μια έρευνα – και με τη βοήθεια της Περιφέρειας Κρήτης – η οποία μας βρήκε ότι από τότε που ξεκίνησε όλο αυτό, περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90 μέχρι το 2010, είχανε επιχορηγηθεί περίπου 550 επιχειρήσεις στην Κρήτη για να κάνουν αγροτουρισμό. Όμως εκείνη την περίοδο που κάναμε την έρευνα – το 2010 – υπήρχαν ακόμα εν ζωή 160 ή 170. Από τις οποίες ούτε οι 30 ήταν βιώσιμες και σήμερα ελάχιστες υπάρχουνε».
«Θυμάμαι πελάτη 65 χρονών που άρμεξε πρώτη φορά κατσίκα και τρελάθηκε»
Ο Γιώργος Μανιάς, διαχειρίζεται την οικογενειακή επιχείρηση «Αρχοντικό», επίσης, στην Αξό Μυλοποτάμου που ξεκίνησε ο πατέρας του πριν 20 χρόνια. Ο ίδιος σημειώνει πως ο αγροτουρισμός γνωρίζει, ιδιαίτερα μετά την πανδημία, μια ανοδική τάση, ενώ οι πελάτες που απολαμβάνουν τις βιωματικές δραστηριότητες που προσφέρει, φαίνεται πως συχνά μένουν άφωνοι από την εμπειρία: «Εμείς ξεκινήσαμε κάνοντας πεζοπορίες, άρμεγμα και τυροκόμηση. Όσο περνούσε ο καιρός και υπήρχαν απαιτήσεις κάναμε και άλλα πράγματα. Βάλαμε τον κόσμο και στο αγροτικό κομμάτι που είναι το μάζεμα της ελιάς, ο τρύγος. Αναλόγως φυσικά και την περίοδο. Υπάρχει και η δραστηριότητα όπου φυτευτούμε το περιβόλι, μαζεύουν τα προϊόντα οι πελάτες και μετά τα χρησιμοποιούν για να μαγειρέψουν παραδοσιακά φαγητά με τις γυναίκες εδώ. Γενικά τα σχόλια είναι πολύ θετικά. Θυμάμαι είχα Γάλλο πελάτη 65 χρονών και μόλις του έδωσα να αρμέξει την κατσίκα, αυτό το πράγμα μου είπε δεν το είχε ζήσει ποτέ στη ζωή του όσο περίεργο και να μας φαίνεται εμάς που τα ζούμε κάθε μέρα, αυτός δεν το είχε ξαναζήσει και τρελάθηκε», αναφέρει χαρακτηριστικά και συμπληρώνει: «Η ζήτηση από τον κορονοϊό και μετά έχει αυξηθεί για αυτού του είδους υπηρεσίες. Έχει κορεστεί πια ο μαζικός τουρισμός. Ο κόσμος έχει ανάγκη κάτι αληθινό δεν θέλει άλλο ήλιο – θάλασσα. Υπάρχει και αυτός ο κόσμος, όμως οι πιο «ψαγμένοι» πελάτες έχουν ανάγκη κάτι άλλο. Θέλουν να δουν τα ήθη, τα έθιμα των τοπικών κοινωνιών».
Από την άλλη, ο κ. Παπαδάκης σημειώνει πως οι πελάτες του μπορούν να απολαύσουν ναι μεν αγροτικές δραστηριότητες όμως μπορούν επιπλέον να κάνουν και πολλές άλλες οι οποίες σχετίζονται με την καθημερινή ζωή των κατοίκων της περιοχής όπως το να επισκεφτούν επαγγελματικούς χώρους της κοινότητας, να πάνε την Κυριακή στην εκκλησία, να συμμετέχουν σε φυσιολατρικές δραστηριότητες εντός του Γεωπάρκου του Ψηλορείτη, να συνομιλήσουν με χωριανούς στο καφενείο. Αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως εξηγεί, δίνουν μια άλλη διάσταση στο τουριστικό προϊόν που προσφέρεται, βαφτίζοντάς το πλέον «οικοτουρισμό»: «Εμείς ξεκινήσαμε σαν μια ιστορία αγάπης και σχέση προσωπικής με τον χώρο του χωριού της περιοχής και της εξοχής γενικότερα, γιατί εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα. Ήμασταν οι πρώτοι που κατεβάσαμε βοσκό από τα αόρη να κάνει τυροκόμηση μπροστά σε πελάτες, τέλη 1999, σε συνεργασία με την Ακαδημία Γεύσης και μάλιστα τότε άλλοι το κοροϊδεύανε, άλλοι το έβλεπαν σαν κάτι διαφορετικό. Πάντα συνδέαμε τη φιλοξενία με δραστηριότητες που έχουν να κάνουν με τη φύση, τη γεωργία, τα προϊόντα και με την κοινωνία της περιοχής. Συνεργαζόμαστε και με το Γεωπάρκο του Ψηλορείτη από την πρώτη στιγμή και μάλιστα είμαστε από τους συνιδρυτές της πρώτης ιδέας. Όλα αυτά που εμείς κάνουμε ως δραστηριότητες είναι στο πλαίσιο των δράσεων του Γεωπάρκου: Η διαδρομή που πάμε τους πελάτες μέχρι το φαράγγι να δουν τους γυπαετούς, να ανέβουν από τις καλλιέργειες, τα αμπέλια, να πάμε στο μοναστήρι της Χαλέπας ή μια άλλη διαδρομή που πάμε μέχρι το Δοξαρό που έχει τα ιδιαίτερα πετρώματα, όλα αυτά είναι η «ομπρέλα» του Γεωπάρκου που αναπτύσσεται στην περιοχή του Ψηλορείτη και εμείς στον τομέα μας, στο κομμάτι μας, συμμετέχουμε».
Το ζήτημα της βιωσιμότητας στον τουρισμό
Όπως εξηγεί ο κ. Παπαδάκης, ο «οικολογικός» τουρισμός που αναπτύσσεται σε μέρη που δεν είναι κλασικά τουριστικά, όπως οι ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές του Ρεθύμνου, έχει μέλλον. Και μάλιστα, όπως τονίζει, είναι το μόνο είδος τουρισμού που μπορεί να προσελκύσει τις αγορές οι οποίες είναι ζητούμενο για την Κρήτη, καθώς όπως χαρακτηριστικά λέει: «Το Ρέθυμνο όπως και όλη η Κρήτη, έχει ένα καταπληκτικό φυσικό τοπίο. Έχει χωριά ακόμα ζωντανά, άρα έχει πολίτες που διαχρονικά φέρουν κάποιες αρχές, αξίες, κάποιον πολιτισμό. Έχει μια παραγωγή αγροτική, κτηνοτροφική, η οποία επίσης είναι άξια να τη μελετήσει κανείς και στη διαχρονικότητά της αλλά και στα προϊόντα που παράγει. Δεν είναι περίεργο ας πούμε ότι τυριά της Κρήτης βραβεύονται παγκοσμίως ή ο ντάκος που αναδείχθηκε κορυφαία σαλάτα παγκοσμίως από την ΑΤΛΑΣ food. Όλα αυτά δείχνουν ότι υπάρχει η πρώτη ύλη αλλά πρέπει να βρούμε και αυτούς που θα την αξιοποιήσουν, να τους βοηθήσουμε να επιλέξουν τους σωστούς τρόπους που θα το κάνουν αυτό, και να τους δώσουμε τα σωστά εργαλεία», καταλήγει και συμπληρώνει: «Το τεράστιο ξενοδοχείο της παραλίας με τις 1000 – 1200 κλίνες, δεν μπορεί να κάνει τέτοιες δραστηριότητες και δεν το ενδιαφέρει να κάνει. Τα τελευταία χρόνια έχουμε και τις στρατηγικές επενδύσεις στον τουρισμό όπου ένας οικονομικός κολοσσός παίρνει μια περιοχή 160-200 στρέμματα και αναπτύσσει χωριά, μαρίνες – κλειστά πράγματα. Έχουν καμία σχέση αυτά με αυτό που σημαίνει Κρήτη στο μυαλό μας, δηλαδή κοινωνία, πολιτισμός, ιστορία, διαχρονικότητα; Όμως εκεί ρίχνεται το βάρος. Και ενώ εγώ κάνω μια αίτηση στην πολεοδομία μικρή να χτίσω δύο δωμάτια και μου κάνει τρία χρόνια, αυτοί χτίζουν μισή πόλη με συνοπτικές διαδικασίες πέντε και έξι μηνών όπου έχουν πάρει όλες τις άδειες. Αυτό είναι θέμα επιλογών».
Σημαντικό, όπως τονίζει ο κ. Παπαδακης, είναι η συνεργασία των καταλυμάτων εναλλακτικού τουρισμού τόσο με τους δήμους οι οποίοι θα φροντίσουν για τις υποδομές, την καθαριότητα του κάθε τόπου κ.ά. αλλά και με τις τοπικές κοινότητες και τους πολιτιστικούς συλλόγους των χωριών, για την ανάπτυξη της υπαίθρου συνολικά: «Δεν μπορείς να είσαι πολύ καλός σε μια κακή περιοχή. Ούτε μπορείς να είσαι εδώ ο παράδεισος και τριγύρω να είναι βρώμικα ή οτιδήποτε άλλο. Όλα συνδέονται μεταξύ τους. Θα πρέπει δούμε κάποια πράγματα με τον δήμο, κάποια άλλα με την κοινότητα του χωριού, με τους Πολιτιστικούς Συλλόγους, να συνδυάσουμε ενέργειες. Και έτσι μαζί να αναβαθμίσουμε και να βοηθήσουμε να αναπτυχθεί όλη η περιοχή».
Πάντως, για τη λεγόμενη βιωσιμότητα στον τουρισμό, ο κ. Παπαδάκης σχολιάζει πως αυτή δεν αφορά μόνο τα υψηλά κέρδη των επιχειρήσεων, αλλά συνδυάζεται με τη δημιουργία ευκαιριών για τους τοπικούς πληθυσμούς χωρίς να θυσιάζεται η ταυτότητα του κάθε τόπου και καταλήγει θέτοντας έναν ισχυρό προβληματισμό: «Βιώσιμη ανάπτυξη δεν είναι η στρατηγική επένδυση σε μια περιοχή που την έχει καταλάβει ένας όμιλος ξένος που θα κάνει βίλες και θα τις νοικιάζει σε Ρώσους μεγιστάνες κ.λπ. Η βιωσιμότητα έχει να κάνει με το επίπεδο της ευημερίας των κατοίκων μιας περιοχής. Δεν έχει να κάνει με την επιτυχία ή τα κέρδη που μπορεί να έχει μια επιχείρηση σε έναν χώρο. Μακάρι στον ορεινό Μυλοπόταμο να υπήρχαν άλλες δέκα μονάδες και εκεί που απασχολούνται 30 υπάλληλοι στη δική μου, να απασχολούνται 300 άτομα από την περιοχή, να βρίσκαν δουλειές στο σπίτι τους δίπλα. Και όχι απλώς δουλειά για την επιβίωση αλλά να είναι ενδιαφέρουσα, να συνδέεται με τη ζωή τους, τον τόπο τους κ.λπ. Με αυτή την έννοια, λοιπόν, υπάρχουν τομείς που είναι βιώσιμες οι δραστηριότητες και οι επιχειρήσεις αλλά βιώσιμο και το επίπεδο και τα οικονομικά των κατοίκων εκεί και υπάρχουν και δραστηριότητες που είναι βιώσιμες ως επιχειρήσεις αλλά δεν έχουν καμία σχέση με την περιοχή. Στη Μιανμάρ, για παράδειγμα, που έγιναν οι σεισμοί, εκεί υπάρχουν τεράστια ξενοδοχεία αλλά ο κόσμος λιμοκτονεί, θέλουμε τέτοιου είδους βιωσιμότητα;».