Αδυνατεί να καλύψει τη ζήτηση για ενοικιάσεις και πωλήσεις, η προσφορά της αγοράς
Προτεινόμενες λύσεις περιλαμβάνουν την ανέγερση φοιτητικών και εργατικών κατοικιών, οικονομικά κίνητρα για νέους εργαζόμενους και ρυθμίσεις στις βραχυχρόνιες μισθώσεις
Σε μία μορφή τοπικού «brain drain» έχει οδηγήσει η στεγαστική κρίση, δημιουργώντας αποτρεπτικές συνθήκες μόνιμης εγκατάστασης, όχι μόνο για φοιτητές, αλλά και για επαγγελματίες, υγειονομικούς, εκπαιδευτικούς και επιστήμονες. Μπορεί το στεγαστικό να είναι ένα ζήτημα πανευρωπαϊκών, παγκόσμιων ίσως διαστάσεων, προβληματίζοντας άλλες περιοχές λιγότερο και άλλες περισσότερο, ωστόσο η μετατροπή του, σε ένα μείζον κοινωνικό πρόβλημα εγείρει ερωτήματα για το που οδεύει αυτή η κρίση και καθιστά το Ρέθυμνο, όπως και άλλες πόλεις, απρόσιτη και μη ελκυστική επιλογή διαβίωσης για το εργατικό δυναμικό, εμποδίζοντας παράλληλα την τοπική ανάπτυξη. Η ραγδαία εξάπλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης, η έλλειψη οικοδόμησης νέων κατοικιών και η απουσία προγραμμάτων στεγαστικών επιδοτήσεων είναι ανάμεσα στα αίτια που διογκώνουν το χάσμα ανάμεσα σε προσφορά και ζήτηση, διαμορφώνοντας συνθήκες που εντείνουν τις δυσκολίες στον κοινωνικό βίο. Οι υψηλές τιμές των ενοικίων και τα δυσθεώρητα ύψη κοστολόγησης των ακινήτων προς πώληση δημιουργούν μία σειρά από κοινωνικές παθογένειες, ενισχύοντας τις κοινωνικές ανισότητες και λειτουργώντας αποτρεπτικά στην ανάπτυξη και την ευημερία των νέων εργαζομένων και οικογενειών. Οι νέοι και οι φοιτητές δυσκολεύονται να ανεξαρτητοποιηθούν από το οικογενειακό τους περιβάλλον, πολλές φορές αναγκαζόμενοι ακόμα και να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους, με τις οικονομικές απαιτήσεις των ενοικιαστών να μένουν σταθερά σε υψηλά επίπεδα.
Την ανέγερση φοιτητικών και εργατικών κατοικιών με χαμηλό ενοίκιο πρότεινε ως λύση για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, ο Ανδρέας Ανδρουλιδάκης, Κτηματομεσίτης στο Ρέθυμνο, μιλώντας στα «Ρ.Ν.» και εκτιμώντας ότι οι 2000 νέες φοιτητικές εστίες που θα χτιστούν στην πόλη, ένα σημαντικό έργο σύμπραξης ΣΔΙΤ που αναμένεται να ολοκληρωθεί τα επόμενα χρόνια θα δώσει μεγάλη ανάσα στην τοπική αγορά. Επιπλέον, όπως τόνισε, υπάρχουν μία σειρά από μέτρα που οφείλουν να παρθούν από το κράτος και την κεντρική διοίκηση, προκειμένου να καταστεί ξανά προσιτή η στέγαση για τους πολίτες. Ανάμεσα σε αυτά είναι η παροχή φορολογικών κινήτρων για τους νέους εργαζόμενους, η πρόβλεψη μεγαλύτερων επιδοτήσεων ενοικίου και η ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, «ώστε να μην απορροφούν μεγάλο μέρος της διαθέσιμης κατοικίας». Σύμφωνα με τον κ. Ανδρουλιδάκη, η προώθηση της συγκατοίκησης, ιδιαίτερα για τους φοιτητές και τους νέους, μέσα από προγράμματα που θα προβλέπουν τον διαμοιρασμό των εξόδων και την εύρεση κατάλληλων κατοικιών είναι επίσης μία λύση στην οποία θα μπορούσαμε να στραφούμε.
Έως και 40% έχει αυξηθεί το κόστος των οικοδομικών υλικών τα τελευταία χρόνια, όπως επεσήμανε ο κ. Ανδρουλιδάκης, με αποτέλεσμα να έχουν μειωθεί κατακόρυφα οι κατασκευές νέων κατοικιών. Η επανέναρξη της ανέγερσης νέων κτιρίων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αύξηση της προσφοράς των ακινήτων, καθώς και η παροχή οικονομικής υποστήριξης για τη μείωση του κατασκευαστικού κόστους, από τη στιγμή που όπως τόνισε «Όταν έχεις ένα υψηλό κατασκευαστικό κόστος, θα μετακινηθεί αυτό και στην πώληση του ακινήτου». Τέλος, οι στεγαστικές επιδοτήσεις, μέσα από προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης, αλλά και του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ», κινούν το ενδιαφέρον χιλιάδων πολιτών, ωστόσο η αγορά δεν είναι σε θέση να καλύψει τη ζήτηση. Σύμφωνα με τον κ. Ανδρουλιδάκη, ένα ενδεχόμενο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ», θα μπορούσε να προβλέπει και τη δυνατότητα ανέγερσης νέων κατοικιών, παρέχοντας οικονομικά κίνητρα για την αγορά οικοπέδων και τη μετέπειτα κατασκευή κτιρίων.
«Οι ψηφιακοί μετανάστες έχουν πάρει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των διαθέσιμων ακινήτων»
Στους ψηφιακούς νομάδες απέδωσε μεταξύ άλλων, την έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών στην Κρήτη και το Ηράκλειο, ο Κωνσταντίνος Θεοχάρης, ιδιοκτήτης γραφείου ακινήτων, μιλώντας στον ΣΚΑΪ Κρήτης 92,1 και στην εκπομπή της Αντιγόνης Ανδρεάκη. Όπως τόνισε, «Ειδικά μετά τον κόβιντ, συνειδητοποίησαν οι ξένες εταιρείες, αλλά και οι εργαζόμενοι, ότι μπορούν να δουλέψουν από μακριά, με αποτέλεσμα να έχουμε εξυπηρετήσει εκατοντάδες ξένους, οι οποίοι έρχονται για μόνιμη εγκατάσταση πλέον στην Ελλάδα. Στην Κρήτη τουλάχιστον έχουμε πάρα πολλούς, ενώ παλαιότερα είχαμε μόνο τους συνταξιούχους, τώρα έχουμε τους ψηφιακούς μετανάστες και έχουν πάρει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των διαθέσιμων ακινήτων», σημειώνοντας επίσης ότι προσανατολίζονται σε πιο ακριβά καταλύματα.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον κ. Θεοχάρη, το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» έχει πολύ μεγάλη ζήτηση, με χιλιάδες αιτήσεις από ενδιαφερόμενους, οι οποίοι επιδοτούνται για ακίνητα που έχουν κατασκευαστεί μέχρι το 2007 και έχουν συνολική αξία έως 250.000. Όπως τόνισε, το πρόγραμμα είναι πολύ καλύτερο από το πρώτο, έχοντας διευρυμένα ηλικιακά κριτήρια, ωστόσο «Το πρόβλημα είναι πάλι ότι δεν υπάρχουν κατάλληλα ακίνητα. Εμείς δεν έχουμε αυτή τη στιγμή τίποτα διαθέσιμο. Η ζήτηση έχει αναθερμανθεί, αλλά δεν βρίσκουν ακίνητα». Απαντώντας στο ερώτημα του τι πρέπει να συμβεί για να αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση, ο κ. Θεοχάρης ανέφερε: «Ή θα πρέπει να αυξήσουμε την προσφορά ή θα πρέπει να μειώσουμε τη ζήτηση. Το δεύτερο το ξεχνάμε, γιατί πρέπει να συμβούν πράγματα τραγικά, όπως μία κρίση, ένας κόβιντ κ.λπ. Ο μόνος τρόπος είναι να αυξηθεί η προσφορά. Γίνονται κάποιες προσπάθειες με το πρόγραμμα ανακαινίζω νοικιάζω και τα υπόλοιπα προγράμματα που αφορούν τα στεγαστικά», αλλά όπως επεσήμανε δεν είναι αρκετές προς το παρόν. Την ίδια ώρα, οι λεγόμενες «κλειστές κατοικίες», για τις οποίες δεν υπάρχει κάποια εικόνα του πόσες είναι αυτή τη στιγμή στην Κρήτη, όπως ανέφερε, «Αν είναι τόσο πολλές όσες λένε, θα μπορούσαν να βοηθήσουν πολύ».
Επιμέλεια: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΚΟΓΛΟΥ