14 °C Rethymno, GR
29/11/2022

Άραγε υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης;

Ελληνικός και Τουρκικός λαός: Πόσο βαθύ είναι το χάσμα των σχέσεών τους!

Η Μεσόγειος

Η «λιμνοθάλασσα» της Μεσόγειος, φιλοξένησε και φιλοξενεί λαούς, που οι ιστορικές τους διαδρομές, χαρακτηρίστηκαν από μεγάλες μεταναστεύσεις, αλλά και πολύ μεγάλες συγκρούσεις. Από προϊστορικά χρόνια στο χώρο της Μεσογείου, συναντούμε τους Μινωίτες, τους Αιγυπτίους, τους Πελασγούς, τους Δωριείς, τους Αχαιούς, τους Ίωνες, τους Φοίνικες, τους Χαναναίους, τους Ρωμαίους, τους Καρχηδόνιους, αλλά και τους Βυζαντινούς. Αργότερα εμφανίστηκαν οι Άραβες, που μετά το θάνατο του ιδρυτή της θρησκείας και του έθνους τους, του Μωάμεθ, κυριάρχησαν μαζί με τους Βυζαντινούς για χρονικό διάστημα αρκετών αιώνων στη Μεσόγειο. Οι μεν Βυζαντινοί είχαν κατακτήσει τις Βόρειες Μεσογειακές χώρες της Ευρώπης και της Ασίας, οι δε Άραβες τις Νότιες Μεσογειακές χώρες της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής.

 

Οι Οθωμανοί

Στα τέλη του 1200 μ.Χ. εμφανίζεται μια νέα εθνότητα από τα βάθη της Μικράς Ασίας, με ισχυρές κατακτητικές διαθέσει. Ήταν οι Οθωμανοί, που πήραν το όνομά τους από τον ιδρυτή του Σουλτανάτου τους, τον Οσμάν. Σε λιγότερα από 50 χρόνια είχαν επεκταθεί και στον Ευρωπαϊκό χώρο, και υπήρξαν μια διαρκής απειλή για τους Βυζαντινούς. Μετά από πολυετείς συγκρούσεις και επιδρομές κατά των Βυζαντινών, το 1453 κατέλαβαν και την Βασιλεύουσα και υπέταξαν την Αυτοκρατορία τους. Στη συνέχεια επέδραμαν στη Βαλκανική, κατακτώντας σταδιακά όλους τους λαούς που συνάντησαν, ώσπου το 1683 βρέθηκαν στα περίχωρα της Βιέννης. Η πόλη της Βιέννης σώθηκε την τελευταία στιγμή, χάρις στην ισχυρή αντίσταση των Αυστριακών στρατευμάτων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία τότε πια είχε φτάσει στο απόγειο της δόξας της. Ωστόσο μερικές δεκαετίες αργότερα, στα τέλη του 1700, ήδη είχε αρχίσει η αμφισβήτηση της κυριαρχίας τους στα Δυτικά Βαλκάνια. Η αμφισβήτησή τους αυτή, εντάθηκε με την επανάσταση των Σέρβων το 1804 και ακόμη περισσότερο με την Ελληνική επανάσταση του 1821, η οποία αποδείχτηκε πως ήταν και η αιτία της ολοκληρωτικής κατάρρευσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

 

Η απελευθέρωση των Βαλκανικών εθνοτήτων

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου λοιπόν αιώνα, ως και τις αρχές του 20ου, μετά από εξεγέρσεις, και τιτάνιους αγώνες απελευθερώθηκαν όλες οι εθνότητες των Βαλκανίων, Σλοβένοι,Κροάτες, Βόσνιοι, Σέρβοι, Ρουμάνοι (Μολδοβλαχία), Αλβανοί, Βούλγαροι και Έλληνες, από τη κυριαρχία των Οθωμανών. Η οπισθοχώρηση των Οθωμανών προς τα ανατολικά, έφτασε ως και την Αδριανούπολη και την Ανατολική Θράκη. Ωστόσο με τη συνθήκη των Σεβρών τον Ιούλιο του 1920, ανάμεσα στους συμμάχους νικητές του Α΄Παγκοσμίου πολέμου και την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, η κυριαρχία των Οθωμανών περιορίστηκε ακόμη περισσότερο. Στην Ελλάδα αποδόθηκε ολόκληρη η Ανατολική Θράκη ως και τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, τα νησιά του Β. Αιγαίου, καθώς και η Σμύρνη με την ευρύτερή της περιοχή.

 

Η επαναχάραξη των συνόρων με βάση τη Λωζάνη

Όμως τελικά, με την συνθήκη της Λωζάνης τον Ιανουάριο του 1923, μετά την ατυχή Μικρασιατική εκστρατεία και τις δυσμενείς εξελίξεις για την Ελλάδα, τα όρια του Τουρκικού έθνους που μόλις είχε ιδρύσει ο Κεμάλ Ατατούρκ, επανέρχονται στην Αδριανούπολη και η Ανατολική Θράκη αποδίδεται ξανά στην Τουρκία. Όμοια, στην Τουρκία αποδίδεται η Σμύρνη και η ευρύτερη περιοχή της, καθώς και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκε και η ανταλλαγή των πληθυσμών όπως προέβλεπε η συνθήκη. Αυτή αφορούσε τη Θράκη, τη Κρήτη, και τα νησιά του Β. Αιγαίου από πλευράς της Ελλάδας όπου υπήρχε Μουσουλμανικός πληθυσμός. Για δε τη Τουρκία αφορούσε, τα παράλια της Μικράς Ασίας, όπου κατοικούσε Ελληνικός πληθυσμός. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών παίχτηκε και η τελευταία πράξη του δράματος της σύγκρουσης των δύο λαών. Η Κύπρος που πάντα συνιστούσε και συνιστά χώρο του ευρύτερου Ελληνισμού, δεν συμπεριελήφθη στις συνθήκες, καθότι τελούσε ήδη από το 1878 υπό Βρετανική κατοχή. Από τα χρόνια εκείνα είχε παραχωρηθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στους Βρετανούς, ύστερα από σχετική συμφωνία.

 

Οι δύο λαοί

Από τότε λοιπόν που διευθετήθηκαν οριστικά τα σύνορα των δύο χωρών, στον Ελλαδικό και Κυπριακό χώρο, κατοικούν οι Έλληνες και οι Κύπριοι χριστιανοί, καθώς και μικρός πληθυσμός Ελλήνων μουσουλμάνων στη Δυτική Θράκη, όπως και ο πληθυσμός των Τουρκοκυπρίων στη Κύπρο. Μετά την Τουρκική εισβολή του 1974 στη Κύπρο, οι μουσουλμάνοι της Κύπρου, περιορίστηκαν στην κατεχόμενη Β. Κύπρο. Όμοια από τότε, ο μουσουλμανικός Τουρκικός πληθυσμός κατοικεί στην Μικρά Ασία, όπως και οι ελάχιστοι εναπομείναντες κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης και των νησιών Ίμβρου και Τενέδου που είναι μεν Ελληνικής καταγωγής, αλλά όμως είναι υπήκοοι της Τουρκίας.

 

Οι σχέσεις των δύο γειτόνων

Για τους δύο λαούς, όπου οι μεν Έλληνες ήταν υπόδουλοι οι δε Οθωμανοί κατακτητές, οι σχέσεις τους ήταν πάντα εχθρικές τουλάχιστον για τα 400 περίπου τόσα χρόνια που διήρκεσε η Οθωμανική κυριαρχία. Για τον Ελληνικό λαό η περίοδος αυτή στοίχισε ποταμούς αιμάτων και εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, αγωνιστές και αμάχους. Αυτό συνέβαινε καθ’ όλη τη διάρκεια της κατάκτησης αλλά πολύ περισσότερο από τις αρχές του 1800 όταν άρχισαν οι πρώτες επαναστατικές κινήσεις και οι εξεγέρσεις, ως και το 1898 όταν κατάφερε να απελευθερωθεί και η Κρήτη. Οι αιματηρές συγκρούσεις επαναλήφθηκαν και κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών αγώνων του 1912-1913, αλλά και κατά περίοδο της Μικρασιατικής εκστρατείας του 1921-1922. Αργότερα η επίσκεψη του Ελευθέριου Βενιζέλου στην Άγκυρα, όπου συναντήθηκε με τον Τούρκο ομόλογό του Κεμάλ Ατατούρκ και η υπογραφή της ομώνυμης συμφωνίας τον Οκτώβριο του 1930, εγκαινίασε μια νέα περίοδο ειρηνικών σχέσεων ανάμεσα στους δύο λαούς. Έκτοτε, τα 90 τόσα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει έως σήμερα, χαρακτηρίζονται με περιόδους σχετικών εντάσεων αλλά και με ανάλογες «καλής γειτονίας». Σίγουρα ένας μεγάλος και δισεπίλυτος γρίφος είναι, η επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Όμως συγχρόνως και πολλά άλλα θέματα εδαφικής και υποθαλάσσιας κυριαρχίας, διευθέτησης της ΑΟΖ, και άλλα οικονομικού και θρησκευτικού ενδιαφέροντος, έχουν προκύψει και αναμένουν διευθέτηση ανάμεσα στις δύο πλευρές.

 

Η συντήρηση της έντασης

Τα τελευταία χρόνια, με αφορμή την ανακάλυψη σοβαρών αποθεμάτων ενεργειακών κοιτασμάτων κυρίως φυσικού αερίου, στον ευρύτερο υποθαλάσσιο χώρο τόσο της Κύπρου, όσο και της Κρήτης πυροδοτήθηκε μια νέα περίοδος εντάσεων. Ωστόσο οι εντάσεις αυτές εκτιμούμε πως εν μέρει τουλάχιστον, είναι τεχνητές, και έχουν ως αφετηρία τη Τουρκική πλευρά. Έχει τεκμηριωθεί πια πως, για τον Τουρκικό λαό, θέματα όπως η καλλιέργεια ενός κλίματος : — διεκδίκησης εδαφών ( νησιών), – διεκδίκησης υποθαλάσσιων χώρων (υφαλοκρηπίδας), – άνοιγμα συζήτησης για αναθεώρηση των υπαρχουσών συνθηκών, – και άλλων συστατικών στοιχείων που θα στοιχειοθετούσαν την επέκταση της εθνικής κυριαρχίας της χώρας τους (ΑΟΖ, αιγιαλίτιδα ζώνη κ.λπ.) λειτουργούν ως μηχανισμός ανύψωσης του εθνικού τους φρονήματος. Και εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι το εθνικό φρόνημα για τον Τουρκικό λαό βρίσκεται πολύ υψηλά στην αξιακή τους κλίμακα. Συγχρόνως ασκείται εκ μέρους των κυβερνήσεών τους μια ιδιότυπη κρατική αλλά και πολιτική προπαγάνδα, που αφήνει ενδόμυχα την ελπίδα της καλυτέρευσης του βιοτικού επιπέδου του λαού τους, εφόσον επιτευχθούν οι διεκδικήσεις που προβάλλουν οι κυβερνήσεις τους ή και σχεδόν όλες οι πολιτικές τους δυνάμεις. Η δημιουργία αυτού του κλίματος έντασης όσο και η συντήρησή του, είναι λοιπόν μία κατάσταση που εξάπτει τον καλλιεργούμενο λαϊκισμό, και ωφελεί τις πολιτικές δυνάμεις που συντάσσονται με αυτές τις θέσεις. Όμοια βέβαια, αλλά σαφώς σε μικρότερο βαθμό, υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις και στην Ελλάδα, όπως τα κόμματα με εθνικιστικό λόγο, που συντηρούν κατά ένα λόγο αυτές τις εντάσεις προσπαθώντας να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη, παρουσιάζοντας τους εαυτούς των ως τους δήθεν θεματοφύλακες των ιδανικών του Ελληνικού έθνους!

 

Ο ρόλος του ΝΑΤΟ, και των λοιπών συμμάχων

Οι υπαρκτές όντως διαφορές μεταξύ των δύο χωρών, που μετράνε ήδη πολλές δεκαετίες, δημιουργεί ένα πέπλο «στρατηγικής ανασφάλειας». Η διαμορφωμένη πια αυτή κατάσταση αφήνει πάντα τα περιθώρια ώστε να αναπτύσσονται οι κατάλληλες συνθήκες ανασφάλειας και φόβου, για να μπορούν τόσο το ΝΑΤΟ όσο και άλλοι ισχυροί μας σύμμαχοι όπως οι ΗΠΑ, να εφαρμόζουν τις πολιτικές τους με σκοπό να εξυπηρετούνται τα δικά τους συμφέροντα. Με αυτή την μεθοδολογία δράσης οι σύμμαχοι διατηρούν σε κατάσταση «σχετικής ομηρείας» τις δύο χώρες, τόσο όσον αφορά τις πωλήσεις των εξοπλιστικών συστημάτων τα οποία παράγουν, όσο και στη χάραξη της εξωτερικής τους πολιτικής. Επί πλέον μάλιστα, τις τελευταίες δεκαετίες ένα επιπλέον εξ ίσου σημαντικό πεδίο οικονομικής δραστηριότητας έχει αναδυθεί, και περιπλέκει ακόμη περισσότερο τις σχέσεις των δύο χωρών. Είναι εκείνο της οικονομικής διαχείρισης των ενεργειακών αποθεμάτων της περιοχής. Το θέμα αυτό πρωτίστως ενδιαφέρει τις ΗΠΑ, για δύο κυρίως λόγους: – Ο ένας είναι το οικονομικό αντικείμενο των ενεργειακών αποθεμάτων που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τις Αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες. – Ο δεύτερος είναι το ότι, η ενεργειακή αναβάθμιση των χωρών της περιοχής, όπως της Κύπρου, της Ελλάδας, της Αιγύπτου ή ακόμη και του Ισραήλ. Οι χώρες αυτές με την εκμετάλλευση των βεβαιωμένων αποθεμάτων τους, θα μπορούσαν να αναβαθμιστούν σε στρατηγικούς διεθνείς ενεργειακούς παίκτες. Το γεγονός αυτό ανησυχεί ιδιαίτερα τις ΗΠΑ, γιατί δεν έχουν επινοήσει ακόμη την κατάλληλη «πλατφόρμα διαχείρησης», το πως δηλαδή η όλη εξορυκτική και εμπορική δραστηριότητα θα τελεί υπό τον έλεγχό τους.

 

Τα παγιωμένα στερεότυπα

Πράγματι, τα στερεότυπα που έχουν παγιωθεί στους πολίτες και των δύο λαών, όσον αφορά την εικόνα του άλλου λαού, χαρακτηρίζονται από καθολική σχεδόν αποδοχή. Εκτιμούμε πως όσον αφορά κατ’ αρχήν τον Ελληνικό λαό, τα αρνητικά στερεότυπα όσον αφορά ειδικά την ηγεσία του Τουρκικού λαού, πολιτική και στρατιωτική, ανέρχονται σε πολύ μεγάλα ποσοστά. Χωρίς βέβαια να διαθέτουμε τις σχετικές πληροφορίες για τη γείτονα χώρα, αλλά από γενικές εκτιμήσεις, οδηγούμαστε στην εκτίμηση πως κάτι ανάλογο θα συμβαίνει και στη Τουρκία. Οι εκτιμήσεις μας αυτές πηγάζουν από δημοσιογραφικά και λοιπά πολιτικά άρθρα, πολιτικές και λοιπές τοποθετήσεις Τούρκων παραγόντων, όπως επίσης και το ότι δεν δημοσιεύονται επικριτικά σχόλια σε ακραίες εθνικιστικές τοποθετήσεις Τούρκων εθνικιστών ηγετών.

 

Η συλλογική συνείδηση

Το πεδίο της συλλογικής συνείδησης ενός λαού που αφορά τις σχέσεις του με κάποιον άλλο λαό, διαμορφώνεται με βάση τα στερεότυπα που, ιστορικά ενυπάρχουν ή δομούνται στο γνωστικό του σύστημα και στη συλλογική του μνήμη. Το πεδίο αυτό που κρίνεται ότι είναι μια εντελώς υποκειμενική έννοια, διαμορφώνεται με βάση τις πεποιθήσεις και τις διαχρονικές δοξασίες του ενός λαού, σε σχέση με την εικόνα που έχει διαμορφώσει για τον άλλο λαό. Τα θέματα που συντελούν στη διαμόρφωση αυτών των πεποιθήσεων, συνήθως σχετίζονται με κοινά ή αντικρουόμενα συμφέροντα όπως και με τυχόν δικαιώματα αμφισβητήσιμα εκατέρωθεν. Το πεδίο αυτό της συλλογικής τους συνείδησης τόσο των Ελλήνων έναντι των Τούρκων, όσο και των Τούρκων έναντι των Ελλήνων, έχει διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια των περασμένων αιώνων, με βάση τα ιστορικά διαμειφθέντα. Για μεν τους Έλληνες, οι Οθωμανοί και κατόπιν της εθνικής τους εξέλιξης οι σημερινοί Τούρκοι, υπήρξαν οι κατακτητές της χώρας μας, που για τέσσερεις τουλάχιστον αιώνες σφετερίστηκαν τις περιουσίες και ρήμαξαν τις ζωές των προγόνων μας. Για δε τους Τούρκους, οι Έλληνες υπήρξαν εκείνοι, που ήταν η αιτία που οι πρόγονοί τους εκδιώχθηκαν από τις περιουσίες τις οποίες και βέβαια είχαν καταπατήσει, όμως τις είχαν στη διαχείρισή τους για δεκαετίες, και τις θεωρούσαν πια ως δικές τους. Οι Τούρκοι ακόμη και σήμερα, επιμένουν να αγνοούν συνειδητά, το πώς βρέθηκαν οι πρόγονοί τους στις περιοχές αυτές. Επιμένουν δηλαδή να θεωρούν πως οι πρόγονοί τους, αφού οι γεωστρατηγικές συνθήκες ( δηλαδή οι επιθετικοί πόλεμοι) τους αξίωσαν να βρεθούν σε αυτές τις χώρες, και άσχετα για το ότι υπήρξαν στυγνοί κατακτητές, είχαν τα δικαιώματα να διαφεντεύουν αυτές τις χώρες και τους λαούς τους.

 

Υπάρχουν περιθώρια αλλαγής των στερεότυπων;

Τελικά λοιπόν, αναρωτιόμαστε αν υπάρχουν κάποια περιθώρια αλλαγής των στερεότυπων αυτών, όπως έχουν διαμορφωθεί πια, τώρα και αιώνες. Αν οι αλλαγές αυτές αν θα μπορούσαν να υπάρξουν, θα συνέβαλαν στην αλλαγή των στάσεων των πολιτών της μιας χώρας έναντι της άλλης. Άποψή μας είναι πως, ναι ! Θα μπορούσαν να υπάρξουν περιθώρια βελτίωσης των όποιων θετικών στάσεων υπάρχουν του ενός λαού, έναντι του άλλου. Όμως, αυτό θα μπορούσε να συμβεί, εφόσον και μόνον, θα γινόταν ειλικρινείς και μακροχρόνιες προσπάθειες, από τις εκάστοτε κυβερνήσεις των δύο χωρών, ώστε να κατακτηθούν πραγματικά «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνη». Οι λαϊκίστικες κινήσεις με την ανταλλαγή επισκέψεων στην Άγκυρα και στην Αθήνα και τη δήθεν ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των ηγετών των κυβερνήσεων των δύο χωρών, ως της περιβόητης «κουμπαριάς» δεν μπορούν να αποδώσουν και να φέρουν πραγματικό αποτέλεσμα! Είναι απλά κινήσεις εντυπωσιασμού που κρίνονται ως απόλυτα επιφανειακές.

 

Οι προϋποθέσεις για τις σχέσεις εμπιστοσύνης

Τέσσερεις τουλάχιστον προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να προετοιμαστεί το κλίμα και να μπορέσει να υπάρξει κάποια αλλαγή κλίματος.

  • H πρώτη προϋπόθεση είναι, η επίλυση του Κυπριακού ζητήματος.
  • Η δεύτερη είναι η πλειοψηφική τουλάχιστον συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας και η χάραξη ενιαίας στρατηγικής για αυτό το θέμα των σχέσεων με τη γείτονα χώρα.
  • Η Τρίτη είναι, η χάραξη, μιας πανομοιότυπης με την συμφωνία των Ελληνικών πολιτικών δυνάμεων, από τις αντίστοιχες Τουρκικές πολιτικές δυνάμεις για το θέμα των σχέσεων της Τουρκίας με την χώρα μας.
  • Και η τέταρτη, θα είναι η ρητή εξασφάλιση για την μη ανάμειξη των ξένων δυνάμεων, όπως του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ, της Ρωσίας ή ακόμη και της Μ. Βρετανίας, στην όλη αυτή προσπάθεια.

 

Ο ρόλος των πολιτών

Εκτιμούμε πως σημαντικό ρόλο για την επιτυχή έκβαση μιας τέτοιας προσπάθειας, θα μπορούσαν να έχουν και οι ίδιοι οι λαοί, τολμώντας κινήσεις και εκπέμποντας μηνύματα που θα προκύπτουν απ’ ευθείας από τους πολίτες τους. Οι κινήσεις αυτές θα ενεθάρρυναν και τις πολιτικές δυνάμεις να προχωρήσουν στις συναινέσεις τους. Τέτοιες κινήσεις εκ μέρους των πολιτών, φανταζόμαστε πως θα μπορούσαν κατ’ αρχήν να είναι διάφορα μεικτά πολιτιστικά γεγονότα όπως οι αδελφοποιήσεις χωριών και πόλεων των δύο χωρών. Επίσης η κοινή διοργάνωση συναυλιών, θεατρικών παραστάσεων, καλλιτεχνικών εκθέσεων με καλλιτέχνες και από τις δύο χώρες σε μια Ελληνική περιοχή και στη συνέχεια η ίδια διοργάνωση να μεταφέρεται σε επανάληψη σε μια Τουρκική περιοχή. Το ίδιο θα μπορούσε να γίνει και με τη διοργάνωση εκδηλώσεων μορφωτικού επιπέδου, όπως επιστημονικά συνέδρια με συνδιοργανωτές Πανεπιστήμια και από τις δύο χώρες. Επίσης σημαντική συμβολή θα μπορούσε να έχει και η διοργάνωση εκθέσεων βιβλίων, Ελληνικών και Τουρκικών που θα σχετίζονται με την ιστορία των δύο χωρών ή και τις μεταξύ τους σχέσεις, μεταφρασμένων και στις δύο γλώσσες ή και στα Αγγλικά. Οι εκδηλώσεις θα μπορούν να γίνονται κατ’ αρχήν στη μία χώρα, και μετά να μεταφέρονται και στη άλλη. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και με κοινές εμπορικές εκθέσεις, και άλλες κοινές επαγγελματικές συναντήσεις. Ο Μάριος Τόκας και η ελπίδα ! Επειδή πιστεύουμε πως οι δύο λαοί μας, ως ιδιοσυγκρασίες διαθέτουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά, και εφόσον οι ίδιοι οι λαοί θα ανέπτυσσαν τέτοιες πρωτοβουλίες, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις δυνατότητες για μια τέτοια βελτίωση των σχέσεων των δύο λαών. Ας καλλιεργήσουμε λοιπόν την ελπίδα μας όσο ουτοπικό και να φαντάζει το εγχείρημα . Το ίδιο φανταζόμαστε ότι σκεφτόταν και ο σπουδαίος Κύπριος συνθέτης ο Μάριος Τόκας, που δυστυχώς δεν είναι πια ανάμεσά μας, όταν συνέθεσε το τραγούδι «Η δική μου η πατρίδα έχει μοιραστεί στα δυό» όπου τους στίχους τους έχει γράψει η Τουρκοκύπρια ποιήτρια Γιασίν Νεσιέ.

* Ο Γιώργος Ουρανός είναι ψυχολόγος, ouranosgeo@gmail.com