Ο άνθρωπος φεύγει πολύ πριν απομακρυνθεί.
Φεύγει από τόπους που κάποτε τον περιείχαν. Από πρόσωπα που κάποτε τον ονόμαζαν. Από βεβαιότητες που κάποτε του έδιναν σχήμα. Κι ίσως, βαθύτερα απ΄ όλα, φεύγει από εκείνη την εσωτερική περιοχή όπου ο εαυτός του δεν χρειαζόταν ακόμη να αποδείξει πως υπάρχει.
Έτσι αρχίζει η μεγάλη ανθρώπινη περιπλάνηση: Όχι με ένα βήμα προς τα έξω, αλλά με μια ανεπαίσθητη απομάκρυνση από το κέντρο. Ο άνθρωπος πολλαπλασιάζει τους δρόμους του και κάποτε, χάνει τον προορισμό. Αποκτά εμπειρίες, ονόματα, επιτυχίες, ήττες, μνήμες… Γεμίζει τον βίο του με γεγονότα και εντούτοις, μπορεί να παραμένει εσωτερικά άστεγος. Γιατί δεν αρκεί να κινείται κανείς. Η κίνηση δεν είναι πάντοτε πορεία. Υπάρχει και η περιπλάνηση.
Και υπάρχει μια μορφή περιπλάνησης ακόμη πιο σκληρή: να διανύεις ολόκληρη τη ζωή σου χωρίς να απομακρύνεσαι ποτέ από τον εαυτό που οι άλλοι σου επέβαλαν να γίνεις. Ίσως γι’ αυτό η επιστροφή είναι τόσο δύσκολη. Δεν απαιτεί να ξαναβρείς έναν τόπο. Απαιτεί να ξαναβρείς το σημείο από το οποίο ο εαυτός σου έπαψε να είναι αληθινός.
Η επιστροφή, επομένως, δεν είναι κίνηση προς τα πίσω. Είναι μια κίνηση προς το βαθύτερο.
Ο χρόνος, φίλοι μου, δεν αντιστρέφεται. Η ζωή δεν ξαναγράφεται. Ό,τι συνέβη δεν ανακαλείται. Κανένας άνθρωπος δεν επιστρέφει πραγματικά εκεί απ΄ όπου έφυγε, διότι εκείνος που επιστρέφει έχει ήδη μεταβληθεί από την ίδια την απόσταση.
Και ίσως αυτή να είναι η σκληρότερη αλήθεια της επιστροφής: το ότι, δηλαδή, δεν επιστρέφουμε ποτέ εκεί όπου ήμασταν. Επιστρέφουμε εκεί όπου καταλάβαμε ποιοι υπήρξαμε!
Η επιστροφή δεν αναιρεί τον χρόνο, τον ερμηνεύει. Δεν ακυρώνει την απώλεια. Της αποδίδει θέση. Δεν ανασταίνει το παρελθόν. Το μετατρέπει σε γνώση. Και τότε το παρελθόν παύει να είναι τόπος κατοικίας και γίνεται τόπος μαρτυρίας.
Αγαπητοί μου,
ίσως ο άνθρωπος να μην υποφέρει τόσο από όσα έχασε όσο από την αδυναμία του να τους δώσει ένα νόημα. Γιατί η απώλεια, όταν παραμένει ακατέργαστη, γίνεται βάρος. Όταν όμως περάσει μέσα από τη συνείδηση, μπορεί να γίνει γνώση.
Και η γνώση, κάποτε, γίνεται σοφία. Αυτό είναι το παράδοξο της ανθρώπινης υπάρξεως: δεν ωριμάζουμε επειδή δεν πληγωθήκαμε. Ωριμάζουμε επειδή κατορθώσαμε να μην αφήσουμε την πληγή να αποφασίσει ποιοι θα γίνουμε.
Γι΄ αυτό η επιστροφή δεν είναι νοσταλγία. Και τούτο γιατί η νοσταλγία κοιτάζει πίσω και επιθυμεί να ξαναγίνει αυτό που υπήρξε. Η επιστροφή κοιτάζει πίσω και ρωτά: «τι απέμεινε αληθινό;» μια ερώτηση πολύ πιο απαιτητική μια και μπορεί να χρειαστεί να εγκαταλείψεις ακόμη και εκείνο που νοστάλγησες, προκειμένου να διασώσεις εκείνο που πραγματικά είσαι.
Υπάρχουν άνθρωποι, αγαπητοί μου, που δεν επιστρέφουν ποτέ επειδή φοβούνται αυτό που θα συναντήσουν. Και δεν εννοώ έναν τόπο. Εννοώ τον εαυτό τους. Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να συγχωρήσει πολλά στον κόσμο και να παραμένει αμείλικτος απέναντι στο alter ego του. Να θυμάται κάθε αποτυχία, κάθε λάθος, κάθε αδυναμία, κάθε στιγμή κατά την οποία δεν στάθηκε στο ύψος της εικόνας που είχε κατασκευάσει για τον ίδιο. Και τότε η ζωή μεταβάλλεται σε δικαστήριο καθώς γίνεται συγχρόνως κατηγορούμενος, δικαστής και δεσμοφύλακας του ειδώλου του.
Η επιστροφή αρχίζει όταν παύει η εσωτερική εξορία. Όταν ο άνθρωπος μπορεί να κοιτάξει εκείνον που υπήρξε χωρίς να τον μισήσει, να αναγνωρίσει το λάθος χωρίς να ταυτιστεί μαζί του, να δεχθεί την αδυναμία χωρίς να την κάνει ταυτότητα.
Να πει: «Αυτό υπήρξα». Αλλά όχι: «Αυτό είμαι για πάντα».
Γιατί ο άνθρωπος είναι πάντοτε μεγαλύτερος από την τελευταία του πράξη. Και ίσως, τελικά, αυτή να είναι μία από τις βαθύτερες προϋποθέσεις της ελευθερίας: να μην επιτρέψεις ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό σου να σε ορίσουν τελεσίδικα.
Και τότε το σταυροδρόμι αποκτά άλλο νόημα: δεν είναι απλώς ο τόπος όπου τέμνονται δρόμοι. Είναι ο τόπος όπου ο άνθρωπος τέμνεται με την αλήθεια του. Εκεί δεν υπάρχουν πάντοτε πινακίδες. Δεν υπάρχει βεβαιότητα. Υπάρχει μόνο η ευθύνη της επιλογής: να συνεχίσεις προς τα εκεί όπου όλοι σε περιμένουν ή να στραφείς προς εκεί όπου, ίσως, περιμένεις εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου.
Κάθε μεγάλη επιστροφή, φίλοι μου, έχει μέσα της κάτι από ρήξη. Γιατί επιστρέφοντας δεν ξαναγίνεσαι αυτός που ήσουν. Γίνεσαι εκείνος που κατάλαβε γιατί έπρεπε να φύγει για να μπορέσει να επιστρέψει.
Κι είναι εδώ το σημείο όπου η ανθρώπινη σκέψη αγγίζει, χωρίς να τολμά να εξαντλήσει, ένα από τα βαθύτερα μυστήρια της θεολογικής εμπειρίας. Ο Θεός δεν είναι απλώς ο προορισμός του ανθρώπου. Είναι και εκείνος προς τον οποίο μπορεί να επιστρέψει ο άνθρωπος χωρίς να χρειάζεται να προσποιηθεί πως δεν έπεσε. Η επιστροφή δεν προϋποθέτει τελειότητα. Προϋποθέτει αλήθεια. Γιατί η επιστροφή σημαίνει ότι η απόσταση δεν απέκτησε το τελευταίο λόγο αλλά ότι υπάρχει πάντοτε ένας δρόμος που δεν τελειώνει εκεί όπου χάθηκες.
Ίσως γι΄ αυτό η παραβολή του Ασώτου να παραμένει τόσο συγκλονιστικά ανθρώπινη… επειδή η αγάπη προηγείται της απολογίας. Και έτσι ο άνθρωπος ανακαλύπτει κάτι που η αυτάρκεια δεν μπορεί ποτέ να του προσφέρει: πως η επιστροφή του δεν αρχίζει από τη δική του δύναμη να γυρίσει, αλλά από το γεγονός ότι κάπου υπάρχει ακόμη ένας οίκος που δεν έπαψε να τον περιμένει.
Φίλοι μου,
δεν επιστρέφουμε μόνο εκεί όπου αγαπηθήκαμε. Επιστρέφουμε εκεί όπου μπορούμε ξανά να αγαπήσουμε. Αυτό όμως είναι δυσκολότερο! Γιατί η επιστροφή δεν ολοκληρώνεται όταν βρεθείς ξανά στον τόπο σου. Ολοκληρώνεται όταν ο τόπος αυτός μπορεί να γίνει ξανά αφετηρία, όταν η μνήμη δεν σε καθηλώνει, όταν η απώλεια δεν σε σκληραίνει, όταν η ενοχή δεν σε ακυρώνει, όταν ο φόβος δεν σε κυβερνά, όταν το παρελθόν παύει να ζητά την τελευταία λέξη…
Και τότε ο άνθρωπος στέκεται στο σταυροδρόμι. Δεν ξέρει ακόμη ποιος δρόμος ανοίγεται μπροστά του. Ξέρει μόνο πως δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει να βαδίζει όπως πριν. Κοιτάζει πίσω. Κοιτάζει μπροστά. Και για πρώτη φορά αντιλαμβάνεται πως ο δρόμος δεν είναι μια γραμμή που οδηγεί κάπου έξω από αυτόν.
Ο δρόμος είναι η ίδια η σχέση του με το νόημα, εκεί, στο σημείο όπου η μνήμη συναντά την ελπίδα, όπου η απώλεια συναντά την αποδοχή, όπου η ενοχή συναντά το έλεος. Εκεί, λοιπόν, συμβαίνει κάτι σχεδόν αθέατο: ο άνθρωπος δεν βρίσκει απλώς τον δρόμο του: βρίσκει ξανά τον εαυτό του μέσα στον δρόμο.
Είναι αυτό που τελικά ονομάζεται «επιστροφή»: όχι να γυρίσεις πίσω, αλλά να φτάσεις, ύστερα από όλη την περιπλάνηση, εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να είναι ξένος προς το ίδιο του το Είναι. Κι εκεί, στο τελευταίο σύνορο ανάμεσα στην περιπλάνηση και την αλήθεια, μπορεί να ανακαλύψει το πιο παράδοξο από όλα: Πως δεν ήταν ο ίδιος που έψαχνε τόσα χρόνια τον δρόμο. Ήταν ο δρόμος που, μέσα από όλες τις απουσίες, τις πτώσεις και τις σιωπές, περίμενε να τον ξαναβρεί.
Κι όταν τον βρήκε, δεν του είπε: «γύρισες». Του είπε:
«Τώρα αρχίζεις»!










