Σε μια εποχή όπου το κόστος ζωής αποτελεί το σημαντικότερο ζήτημα για τους Ευρωπαίους, οι προβλέψεις για τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή στην παγκόσμια οικονομία είναι δυσοίωνες, ακόμη και στις πιο αισιόδοξες προβλέψεις.
Η ανάλυση της Oxford Economics κάνει λόγο στα σενάρια της ακόμα και για κορύφωση του παγκόσμιου πληθωρισμού στο 7,7% το τρίτο τρίμηνο του 2026 και επιβράδυνση του παγκόσμιου ΑΕΠ στο 1,4%, από 3,9% που ήταν η τάση στα τέλη του 2025.
Το ΔΝΤ τονίζει ότι οι ενεργοβόροι κλάδοι, όπως οι μεταφορές και τα καταναλωτικά αγαθά, αντιμετωπίζουν σοβαρή πίεση στα περιθώρια κέρδους, με κίνδυνο αύξησης των εταιρικών πτωχεύσεων εντός του 2026. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η ανάγκη για αυξημένες αμυντικές δαπάνες και επιδοτήσεις ενέργειας επιβαρύνει τα δημοσιονομικά ελλείμματα, αυξάνοντας το δημόσιο χρέος.
Η ανάλυση του Reuters για το ενεργειακό σοκ του 2026 υπογραμμίζει ότι η πιθανή απώλεια 20 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, λόγω κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, θα συνιστούσε το μεγαλύτερο έλλειμμα προσφοράς στην παγκόσμια ιστορία, ξεπερνώντας κατά πολύ κάθε προηγούμενη κρίση. Η τρέχουσα διαταραχή εκτιμάται ότι είναι τετραπλάσια σε μέγεθος από τα σοκ της δεκαετίας του 1970 και σημαντικά πιο απειλητική από την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία το 2022.
Δεν είναι όμως μόνο το μέγεθος του σοκ που ανησυχεί. Είναι και η διάρκεια του. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ενέργειας, Dan Jοgensen, δήλωσε ότι η ανάκαμψη από την τρέχουσα ενεργειακή κρίση θα απαιτήσει χρόνια. Ακόμη και σε περίπτωση άμεσης επίτευξης ειρήνης στη Μέση Ανατολή, οι τιμές της ενέργειας δεν αναμένεται να επιστρέψουν σύντομα στα προπολεμικά επίπεδα, καθώς η αποκατάσταση κρίσιμων υποδομών, όπως εκείνων του φυσικού αερίου στο Κατάρ που επλήγησαν από το ιρανικό καθεστώς, αποτελεί μια εξαιρετικά χρονοβόρα διαδικασία.
Μαγικές λύσεις και τρόπος αποφυγής τέτοιων μεγάλων συστημικών κρίσεων δεν υπάρχουν. Υπάρχουν, όμως, άμεσες πολιτικές που μπορούν να αμβλύνουν τις επιπτώσεις τους, καθώς και μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις που ενισχύουν την ανθεκτικότητα απέναντι σε αντίστοιχες μελλοντικές κρίσεις.
Στα άμεσα μέτρα προκρίνονται η ευρωπαϊκά συντονισμένη διαχείριση αποθεμάτων και αγορών, η στοχευμένη και προσωρινή στήριξη νοικοκυριών και κλάδων που πλήττονται περισσότερο, η χαμηλότερη φορολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με το φυσικό αέριο, ώστε να αποφεύγεται η περαιτέρω κατανάλωση εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων, καθώς και η βραχυπρόθεσμη μείωση της ζήτησης μέσω προσωρινών, υποχρεωτικών ευρωπαϊκών στόχων για τη μείωση της κατανάλωσης υδρογονανθράκων.
Σημαντικό, όμως, εύρημα των αναλύσεων είναι και το τι δεν πρέπει να γίνει. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί ότι οι οριζόντιες μειώσεις τιμών, οι γενικευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις στα καύσιμα και τα μη στοχευμένα μέτρα ανακούφισης ωφελούν δυσανάλογα τα υψηλότερα εισοδήματα, αποδυναμώνουν τα κίνητρα εξοικονόμησης και συνεπάγονται υψηλό δημοσιονομικό κόστος.
Στα μακροπρόθεσμα μέτρα προκρίνεται η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Οι κρίσεις, όπως πάντα, ανοίγουν και παράθυρα ευκαιρίας, λειτουργώντας ως επιταχυντές αλλαγών. Η ανάλυση της Valerie Plagnol για το Ίδρυμα Robert Schuman περιγράφει την πετρελαϊκή κρίση του 2026 ως ένα βίαιο αλλά αναγκαίο σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή ενεργειακή κυριαρχία, τονίζοντας ότι η δομική μείωση της ζήτησης μέσω της πλήρους απανθρακοποίησης προβάλλει ως η μόνη οριστική λύση απέναντι στους επαναλαμβανόμενους κύκλους γεωπολιτικών κρίσεων.
Εδώ, στην Κρήτη, έχουμε βιώσει πολλές φορές τις συνωμοσιολογικές φωνές, τις διαδηλώσεις και τις εκστρατείες παραπληροφόρησης γύρω από τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Όμως, είναι ακριβώς η ανάπτυξη των ΑΠΕ που σώζει αυτή τη στιγμή την Ευρώπη από ακόμη βαρύτερες επιπτώσεις.
Η ανάλυση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων αναφέρει ευθέως ότι η ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης, ιδίως μετά την κρίση του 2022, έχει μειώσει την έκθεσή της σε διεθνείς ενεργειακούς κραδασμούς. Επισημαίνει ότι οι ΑΠΕ παρήγαγαν περίπου το μισό ηλεκτρικό ρεύμα της ΕΕ το 2024 και το 2025. Τα υψηλά επίπεδα παραγωγής από ΑΠΕ επέτρεψαν στην Ένωση να αποφύγει εισαγωγές καυσίμων αξίας 71 δισ. ευρώ το 2022 και άλλων 29 δισ. ευρώ το 2023, ενώ η αιολική παραγωγή εκτιμάται ότι έχει υποκαταστήσει εισαγωγές καυσίμων αξίας 115 δισ. ευρώ από το 2010.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προχωρά σε αντιπαραβολή με ένα υποθετικό σενάριο χαμηλής ανάπτυξης των ΑΠΕ. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, χωρίς την ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας, των φωτοβολταϊκών και της βιοενέργειας μετά το 2010, η εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής της ΕΕ από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα το 2023 θα ήταν σχεδόν διπλάσια, από περίπου 25% σε σχεδόν 50%. Σε ένα τέτοιο σενάριο, τόσο η ενεργειακή κρίση του 2022 όσο και η σημερινή θα ήταν κατά πολύ σοβαρότερες.
Η νέα ενεργειακή κρίση που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν δείχνει ότι η Ευρώπη δεν έχει ακόμη απαλλαγεί από την ευαλωτότητα που συνεπάγεται η εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Ταυτόχρονα, όμως, δείχνει ότι η άνοδος των ΑΠΕ λειτουργεί ήδη ως πραγματικό ανάχωμα. Με άλλα λόγια, οι ΑΠΕ δεν αποτελούν απλώς μια περιβαλλοντική επιλογή. Αποτελούν μηχανισμό ενεργειακής ασφάλειας, οικονομικής ανθεκτικότητας και γεωπολιτικής απεξάρτησης.











