Καλομενόπουλος – Λίτινας – Απανωμεριτάκης
Έχει το προνόμιο το Ρέθυμνο να καυχάται για πολλούς και καλούς ποιητές.
Εξαιρετική η μελέτη που έχει κάνει ο επιφανής λογοτέχνης μας συγγραφέας και ποιητής κ. Γιώργος Φρυγανάκης και πολύ χρήσιμη η εργασία του αείμνηστου Μιχάλη Παπαδάκη (Δάνδολου).
Το Πολιτιστικό Ρέθυμνο ολοκληρώνει όπου νάνε μια θεματική του στην γνωστή ιστοσελίδα με αποκλειστικό θέμα την Ρεθεμνιώτικη ποίηση. Εκεί ο χρήστης του διαδικτύου θα βρίσκει ποίηση όλων των συμπολιτών που ασχολούνται με το είδος αυτό ακόμα και εκείνων που δεν έχουν προχωρήσει σε εκδόσεις.
Η ομάδα ερεύνης δηλαδή του Πολιτιστικού Ρεθύμνου με την καθοδήγησή μου έχει συγκεντρώσει ποίηση Ρεθεμνιωτών από το 1900 και την αναδεικνύει. Επόμενη κίνηση θα είναι η δραματοποίηση στίχων από θεατρικές ομάδες της πόλης και η ανάδειξη στίχων που έχουν μελοποιηθεί.
Στον τομέα αυτό έχει διαπρέψει ο Μπάμπης Πραματευτάκης με μελοποιώντας Ρεθεμνιώτες και Κύπριους ποιητές έχει καταφέρει να αναδείξει τον τομέα αυτό τέχνης τον τόσο ευαίσθητο και παρεξηγημένο.
Από τις σπουδαίες παρεμβάσεις για την ανάδειξη της Ρεθεμνιώτικης Ποίησης αυτές του Εργατικού Κέντρου επί θητείας Μπάμπη Σφακιανάκη και Γιάννας Κεφαλογιάννη. Είναι οι δύο εκδόσεις με ποιήματα γυναικών του Ρεθύμνου. Πολύτιμη και η συμβολή του πάλαι ποτέ Συλλόγου Συγγραφέων Λογοτεχνών που από το 1980 με διαγωνισμούς και άλλες δραστηριότητες έδινε ερεθίσματα σε νέους δημιουργούς να ασχοληθούν με την ποίηση.
Αξέχαστη και μια πρωτοβουλία του θεάτρου Νέων της Μαίρης Βοσταντζή που είχε οργανώσει και την πρώτη εσπερίδα (τέλη δεκαετίας του 1980).
Πέρασε όμως κι ένας νομάρχης που έφερε άλλο αέρα στο πνευματικό Ρέθυμνο.
Ήταν ο Θάνος Χαμπίπης που μας χάρισε κορυφαία πνευματικά γεγονότα όπως εκείνη η αξέχαστη πανελλήνια συνάντηση ποιητών που έγινε στην Αγία Γαλήνη το 1984. Ήταν στο πλαίσιο μιας σειράς εκδηλώσεων λόγου και τέχνης. Με πόσο δέος είχαμε έρθει κοντά και συζητήσαμε με Τίτο Πατρίκιο, Έκτορα Κακναβάτο και άλλους σπουδαίους σύγχρονους ποιητές και τι εμπειρίες είχαμε αποκομίσει από αυτό το σπουδαίο γεγονός.
Τρεις ποιητές με ιδιαίτερη σημασία
Με την ευκαιρία της παγκόσμιας ημέρας ποίησης θα σταθούμε σε τρεις περιπτώσεις ποιητών με κάποια διαφορετικότητα από τους άλλους επίσης μεγάλους.
Και βέβαια μας ενδιαφέρει η περίπτωση του Γιώργη Καλομενόπουλου του βάρδου του Ρεθύμνου.

Η διαφορά του από τους άλλους σπουδαίους ποιητές είναι η θεματική του που απεικονίζει την κοινωνική ζωή του Ρεθύμνου άλλων εποχών, μορφές που άφησαν έντονα τα ίχνη τους και εικόνες της πόλης που έχουν χαθεί προ πολλού. Και πίστευα πάντα ότι για να μάθει κάθε νέος το Ρέθυμνο, θα πρέπει ν’ αρχίσει από τα ποιήματα του Γιώργη Καλομενόπουλου και μετά να συνεχίσει με τα δημοσιεύματα του Μιχαήλ Μύρωνος Παπαδάκι.
Ο Γιώργης Καλομενόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά, το 1897. Αυτή η λεπτομέρεια, που είναι όμως απόλυτα τεκμηριωμένη, προβληματίζει τους ερευνητές, που κάποιοι θεωρούν τόπο γέννησης του ποιητή το Ρέθυμνο.
Η μητέρα του Μαρία το γένος Αποστολάκη καταγόταν από το Άδελε. Ο ποιητής είχε δυο ακόμα αδέλφια τον Χάριτο και την Ευαγγελία.
Τα μαθήματα του δημοτικού και του γυμνασίου παρακολούθησε ο Καλομενόπουλος στο Ρέθυμνο. Κι είναι πολλοί οι στίχοι που μας δίνουν και την εικόνα στα σχολειά εκείνης της εποχής.
Διορίστηκε αρχικά ως έκτακτος στο υπουργείο Εσωτερικών και στη συνέχεια στη Νομαρχία Ρεθύμνης. Μετά από πολυκύμαντη σταδιοδρομία συνταξιοδοτήθηκε από τη θέση (Κεντρική Υπηρεσία) του διοικητικού επιθεωρητή με βαθμό διευθυντή Α’ και μισθό γενικού διευθυντή.
Αν και μικρόσωμος, επέβαλε τον σεβασμό. Γιατί ήταν ανθρώπινος και δίκαιος με όλους. Σεμνός και αξιοπρεπής. Το εύθραυστο παρουσιαστικό του έκρυβε αφάνταστη δύναμη.
Άφησε πίσω του φεύγοντας, στις 27 Φεβρουαρίου 1963, όλο το άλλο έργο για το Ρέθυμνο, το Αρκάδι, το Αμάρι, τη Μάχη της Κρήτης, όλη την ιστορία του τόπου την αρχοντιά και το μεγαλείο της.
Μετά τον θάνατό του η σύζυγός του Μαρία επιμελήθηκε και εξέδωσε το 1964 ένα βιβλίο με τον τίτλο Ποιήματα («Τα Ψηλορείτικα», «Τα τραγούδια του παλιού Ρεθύμνου», «Κρητικές Λύρες»).
Το σύνολο των χειρόγραφών του, με ποιήματά του κατατέθηκαν στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου.
Σπύρος Λίτινας

Μια ακόμα ξεχωριστή περίπτωση ποιητή ήταν ο Σπύρος Τ. Λίτινας. Από τους σπουδαιότερους των σπουδαίων. Χαλκέντερος συγγραφέας, πολυγραφότατος αρθρογράφος, χαρισματικός ποιητής, ακριβέστατος μεταφραστής, μαέστρος του σονέτου, άριστος νομομαθής, μεθοδικός ερευνητής, αυτός ήταν ο Σπύρος Τ. Λίτινας.
Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1907 και ήταν γιος του αγωνιστή του Αρκαδίου Τίτου Γεωργίου Λίτινα και της Μαρίας το γένος Γεωργίου Σαπουντζάκη.
Από μικρή ηλικία, παράλληλα με τα σχολικά γράμματα, άρχισε να μαθαίνει γαλλικά, αγγλικά, βιολί, ζωγραφική και λογιστική. Η αγάπη του για τη μουσική τον ακολουθούσε πάντα. Εκτός από το βιολί, που είχε σπουδάσει, έπαιζε ακόμα πιάνο, ακορντεόν και κιθάρα.
Από μαθητής γυμνασίου ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και ήταν από τους εκδότες του μαθητικού περιοδικού «Αθηνά» στο Ρέθυμνο, στο οποίο έγραφε και ο Παντελής Πρεβελάκης.
Αριστούχος πάντα ο Σπύρος Λίτινας, καύχημα των καθηγητών του, γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας και παράλληλα φοιτούσε στο Ωδείο της Αθήνας, στη Λογιστική Σχολή, στο Institute superieuer d’ etudes francaises και στη γερμανική σχολή της Αθήνας. Ενώ σπούδαζε εργαζόταν ως λογιστής στο Μετοχικό Ταμείο Στρατού. Μαθαίνοντας ξένες γλώσσες (αγγλικά γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ακόμα και κινέζικα) δεν περιοριζόταν μόνο στην τυπική γνώση Εμβάθυνε και στη φιλοσοφία των λέξεων, έτσι ώστε κάνοντας αργότερα μεταφράσεις και λογοτεχνικών έργων, να σε εντυπωσιάζει με την ακρίβεια στην απόδοση. Οι γνώστες πραγματικά θαυμάζουν στα βιβλία του τις μεταφράσεις ποιημάτων Δάντη, Πετράρχη, Σαίξπηρ, Μολιέρου, Λαφοντέν, Ουγκώ, Γκαίτε, Σίλλερ και τόσων άλλων, όταν παραλληλίζουν το πρωτότυπο, που παρέθετε πάντα ο Σπύρος Λίτινας και πλάι τη μετάφραση σε άψογο στίχο και μέτρο. Σαν να είχε γραφτεί το ποίημα στα ελληνικά. Κι όμως δεν είχε προδοθεί ούτε μια λέξη από το ξένο κείμενο…
Σε ηλικία 22 χρόνων ο Λίτινας, πήρε πτυχίο της Νομικής και διορίστηκε δικηγόρος στην Αθήνα. Άσκησε το επάγγελμα στην πρωτεύουσα, στο Ρέθυμνο και στο Εφετείο Κρήτης, επί 36 ολόκληρα χρόνια, μέχρι που το 1966 διορίστηκε συμβολαιογράφος στην Αθήνα, όπου εργάστηκε μέχρι το 1977, οπότε συνταξιοδοτήθηκε.
Λάτρης της φύσης συνήθιζε να αφιερώνει χρόνο πολύ στην επαφή του με τη γη και τα δωρήματά της. Αγαπούσε να καλλιεργεί το κτηματάκι του, να φυτεύει δέντρα, να παρακολουθεί με θαυμασμό την ανάπτυξη του κήπου του και να χαίρεται σαν μικρό παιδί. Ποτέ δεν σκέφτηκε ότι επιστήμονας και διανοούμενος αυτός, θα έπρεπε να είναι περισσότερο τυπικός, να δίνει ιδιαίτερη σημασία στην εμφάνιση και στις εντυπώσεις «βιτρίνας». Λάτρευε τη θάλασσα και ήταν από τους πιο φανατικούς φίλους της. Η χαρά του, ήταν να απολαμβάνει την παραλία του Ρεθύμνου, που ήταν στα χρόνια του τόσο διαφορετική.
Άνθρωπος με μεγάλη αυτοπεποίθηση, απροσκύνητος όπως κάθε σοφός διανοούμενος, αφοσιωμένος φίλος, φιλότιμος άνθρωπος, ανιδιοτελής κοινωνικός εργάτης, ο Σπύρος Λίτινας, δεν δίστασε να τα βάλει με κατεστημένα της Ρεθεμνιώτικης ελίτ, για να προασπίσει τα συμφέροντα του Ρεθύμνου. Δεν δίσταζε να τα βάζει και με την εξουσία για να υπερασπιστεί φίλους του
Κι είχε ένα ακόμα σπάνιο χάρισμα. Όπως ακριβώς σε ένα στίχο έκλεινε μια εικόνα, μια σκέψη, έτσι κι επιχειρηματολογώντας μέσα σε λίγες γραμμές έλεγε τα πάντα.
Μέσα από την αρθρογραφία και τις επιστολές του Λίτινα φαίνεται και ποιοι μπορεί να έγιναν κατά καιρούς οι «κακές μοίρες» του Ρεθύμνου. Γιατί υπήρξαν κι αυτές, όσο κι αν οι «υποχρεωτικές» γραφίδες φρόντισαν να τους εξασφαλίσουν υστεροφημία.
Λάτρευε το Ρέθυμνο κι ένιωθε μαχαιριά στην καρδιά του κάθε στραβοτιμονιά της διοίκησης που κάτι θα στοίχιζε στην πόλη. Δεν δίσταζε μάλιστα να καυτηριάζει κάθε κακώς κείμενο αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Αυτή την παρρησία του είχε πολλές φορές επαινέσει ο αξέχαστος Μανός Αστρινός, που συχνά γινόταν δέκτης αυτών των σχολίων δεδομένου ότι ο Λίτινας τον είχε σε ξεχωριστή εκτίμηση.
Ο Σπύρος Λίτινας έγραψε – ο μοναδικός – για τα «χωροφυλακάκια» και μάλιστα με είχε ρωτήσει αν είχα δει από άλλη γραφίδα σχετικό ποίημα.
«Κρίμα τα κακόμοιρα», μου είχε πει. «Αυτά δεν είχαν καμιά εμπειρία από τη φωτιά του πολέμου. Κι όμως ρίχτηκαν στη θρυλική εκείνη Μάχη της Κρήτης με τόσο πάθος».
Με τον συνθέτη Μπάμπη Πραματευτάκη εκτός από θερμή φιλία είχαν και στενή καλλιτεχνική συνεργασία. Κάποτε μάλιστα έγραψε ο Σπύρος ένας καταπληκτικό έργο για την Κύπρο, έναν ύμνο πραγματικά, και με τη μουσική του Μπάμπη την έστειλε στον Μακάριο. Ο Εθνάρχης της Κύπρου απάντησε συγκινημένος και διαβεβαίωσε ότι θα τον συμπεριλάβει στα σημαντικά καλλιτεχνήματα Ελλαδιτών για το μαρτυρικό νησί.
Ο Σπύρος Λίτινας έτρεφε επίσης μεγάλη αγάπη για τον Παντελή Πρεβελάκη, τον οποίο μάλιστα αποκαλούσε αδελφό, όπως και για τον Αυστραλίας Στυλιανό. Κι ήταν ιδιαίτερα ευτυχής όταν ο Πρεβελάκης κυρίως μοιραζόταν μαζί του κάποιο στοχασμό ή προβληματισμό. Επιστήθιος φίλος του και ο κ. Γιώργος Δρανδάκης πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου.
Αμέτρητοι εκείνοι που έγραψαν για το σπουδαίο έργο του πολυγραφότατου Σπύρου Λίτινα:
Σε όλα του τα βιβλία φρόντιζε να έχει κατατοπιστικά ευρετήρια και για θέματα που είχε συμπεριλάβει σε προηγούμενες εκδόσεις.
Ο μεγάλος αυτός δημιουργός είχε και σημαντικές διακρίσεις.
Εκτός από την παρουσίαση, στην Ολομέλεια της Ακαδημίας Αθηνών 18 Μαΐου 1978, του βιβλίου του «Κρητικές ρίμες», σε ειδική τελετή που έγινε στο Δημαρχείο Ρεθύμνης, του απονεμήθηκε από τον Σεβασμιότατο Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας κ. κ. Στυλιανό ο Χρυσός Σταυρός το Αγίου Ανδρέου της Ιεράς Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας, παρουσία προσωπικοτήτων όπως ο Μανούσος Μανούσακας.
Η σεμνότητά του όμως δεν άφηνε να δοθεί μεγάλη δημοσιότητα στα γεγονότα αυτά που είναι σημαντικά αφού δεν γίνονται για τον καθένα.
Οι πιο ειδικοί θ’ ακούσετε να λένε για την ιδιαίτερη τεχνική του στο σονέτο, καθόλου εύκολη, για όσους ξέρουν. Και δεν περνούν απαρατήρητες οι επιδόσεις του στη μουσική και στη ζωγραφική, τις οποίες άφησε στα τελευταία χρόνια για να αφοσιωθεί στην ποίηση και στη λογοτεχνία.
Μα πιο πολύ ο σοφολογιότατος Σπύρος Λίτινας, που έφυγε στις 5 Νοεμβρίου του 2001, για το αιώνιο ταξίδι, έμεινε στην παλιά Ρεθεμνιώτικη μνήμη σαν μια από τις σημαντικότερες μορφές που ευτύχησε το Ρέθυμνο να ευλογήσει με τις παραδόσεις του και να τιμηθεί στο έπακρον από αυτές.

Κώστας Απανωμεριτάκης

Ποιος από τους παλιούς Ρεθεμνιώτες δεν τρέφει ιδιαίτερο σεβασμό για την ποίηση του Κώστα Απανωμεριτάκη. Είχε ένα μοναδικό τρόπο να καταγγέλλει μέσα από την ποίησή του και να προβάλει ένα ιστορικό γεγονός απλώνοντας κάθε πτυχή του με χαρισματικό τρόπο Είναι όμως και ο μοναδικός που έγραφε σε ακροστιχίδα υποδειγματική σε νόημα και τεχνική.
Ο Κώστας Απανωμεριτάκης του Αθανασίου και της Ελένης το γένος Μάρκου Περάκη, γεννήθηκε στη Λαμπηνή Αγίου Βασιλείου το 1917. Τα πρώτα γράμματα άκουσε στο δημοτικό σχολείο της γενέτειρας και εγκύκλιες σπουδές παρακολούθησε στο Ημιγυμνάσιο Σπηλίου και στο Πρακτικό Λύκειο Ρεθύμνου. Στις μεσαίες γυμνασιακές τάξεις άρχισε να αναδεικνύεται το ποιητικό του ταλέντο. Τα σχολικά του εκείνα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Μαθητική Ηχώ». Παράλληλα άρχισε να δημοσιεύει και στις Ρεθεμνιώτικες εφημερίδες «Ελεύθερος Λόγος» και «Τύπος» ποιήματά του με εξωσχολικό περιεχόμενο.
Αποφοίτησε από την Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου το 1939 και τον ίδιο χρόνο διορίστηκε δάσκαλος στην Μεγάλη Τράβα Διδυτείχου. Στην εκπαίδευση υπηρέτησε ευδόκιμα σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Από το 1955 και μετά η υπηρεσία αυτή διανύθηκε σε σχολεία της πόλης του Ρεθύμνου, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του επίτιμου διευθυντή Α’ το 1976.
Δόκιμος αξιωματικός έλαβε μέρος στον Ελληνοϊταλικό Γερμανικό Πόλεμο. Έζησε στρατευμένος ανθυπολοχαγός την κόλαση του Εμφυλίου και αποστρατεύτηκε Ανάπηρος Πολέμου με τον βαθμό του εφέδρου λοχαγού.
Στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον Αγώνα εναντίον του κατακτητή σαν στέλεχος των αντάρτικων ομάδων της «Εθνικής Οργάνωσης Ρεθύμνης» (ΕΟΡ).
Κι όμως ποτέ δεν θέλησε να κάνει αναφορά στη δράση του αυτή.
Η συμμετοχή του αυτή στους εθνικούς αγώνες και μετέπειτα οι δυσκολίες που συνάντησε υπηρετώντας την δημοτική εκπαίδευση στα σχολεία της υπαίθρου δεν του επέτρεψαν να ασχοληθεί με την ποίηση. Έτσι ακολουθεί μια μακρά περίοδος σιωπής.
Πέρασε πολλά λόγω του ασυμβίβαστου χαρακτήρα του που αρνείτο να συνεργαστεί με κύκλους εχθρών της Δημοκρατίας.
Η εντυπωσιακή του δημιουργία στον χώρο της ποίησης, ξεκίνησε με τη μόνιμη εγκατάστασή του στο Ρέθυμνο το 1955.
Εκεί αρχίζει να δημοσιεύει τα ποιήματά του στις Ρεθεμνιώτικες εφημερίδες «Κρητική Επιθεώρηση», «Ρεθεμνιώτικα Νέα», «Βήμα» και «Νέος Κόσμος», καθώς και σε άλλες εφημερίδες της Κρήτης, όπως στο «Δημοκράτη» Ηρακλείου και στο «Φως» Αγίου Νικολάου. Επίσης στις εφημερίδες της κρητικής παροικίας της Αθήνας «Κρητικός Κόσμος» και «Κρητικά Νέα», καθώς και στα περιοδικά «Κρητική Εστία» και «Προμηθεύς ο Πυρφόρος».
Ο Κώστας Απανωμεριτάκης όπως και κάθε ασυμβίβαστη ψυχή ήταν από τους πρώτους που έβαλε στο στόχαστρο η χούντα των συνταγματαρχών.
Αδιαφορώντας για τις διώξεις, τη δυσμενή μεταχείριση και την σκληρή αντιμετώπιση απάντησε στη βία με την πέννα του. Κι έδωσε την περίφημη συλλογή «Τα τραγούδια του Κρυφού Σχολειού» που εκδόθηκαν αργότερα.
Βραβεύτηκε το 1966 με το πρώτο βραβείο στον παγκρήτιο διαγωνισμό της «Κρητικής Εστίας» με το ποίημά του «Κάλεσμα» (δημοτικό) και το 1979 με τον πρώτο έπαινο στον πανελλήνιο διαγωνισμό των «Κηφισσίων» με το ποίημά του «Αναστάσιμο» (λυρικό). Στην αίθουσα του Λυκείου των Ελληνίδων, τιμήθηκε από το Σύλλογο Δασκάλων και Νηπιαγωγών νομού Ρεθύμνης, για το πλούσιο και άρτιο ποιητικό του έργο και το 2004 του απονεμήθηκε έπαινος από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση για το σύνολο του έργου του.
Έλαβε ακόμα πολλές τιμητικές διακρίσεις.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Ρεθύμνης και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της από το 1968 μέχρι το 1973.
Έχει ανθολογηθεί στην εγκυκλοπαίδεια «Κρήτη Αφιέρωμα», στη συλλογή «Κρητικά Δημοτικά Τραγούδια» του Παντελή Μαρκατάτου και στην ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Μιχάλη Σταφυλά.
Έχει συμπεριληφθεί στο Λεύκωμα Κρητών Δασκάλων και συγγραφέων που εξέδωσε ο Σύλλογος Δασκάλων -Νηπιαγωγών Νομού Ηρακλείου «Νίκος Καζαντάκης».
Το 1991 κατά τη διάρκεια του λαμπρού εορτασμού που έγινε στη Φορτέτζα για τα ολοκαυτωμένα χωριά του Κέντρους απαγγέλθηκε ολόκληρο το ποίημά του το «Μπλόκο».
Το 1993 στον εορτασμό που έγινε στην αίθουσα του Ωδείου Ρεθύμνου με τη συμπλήρωση 80 χρόνων από την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, απαγγέλθηκε το ποίημά του «Ένωση», το οποίο συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή του «Τα τραγούδια του Κρυφού Σχολειού».
Το 2004 του απονεμήθηκε έπαινος από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ρεθύμνου για την προσφορά του με το συγγραφικό του έργο στην ανάδειξη των αγώνων της Εθνικής Αντίστασης.
Θα μας μείνει αξέχαστη μια εκδήλωση στο Λύκειο Ελληνίδων το 1987, επέτειος των τριάντα χρόνων από το θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη. Εκεί ο Κώστας Απανωμεριτάκης παρουσίασε την ανέκδοτη ποιητική του συλλογή «Κάντα» με αποσπάσματα έργων του Καζαντζάκη, σε ποιητική διασκευή εξαιρετική και σε αριθμό όσα και τα χρόνια που έζησε ο Καζαντζάκης.
Το 2001 ύστερα από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, στην οποία και διένυσε το τελευταίο διάστημα της ζωής του κάτω από την άγρυπνη φροντίδα και τη στοργή των παιδιών του Θανάση, Ελισάβετ και Χρυσούλας.
Ο Κώστας Απανωμεριτάκης, ο σπουδαίος τροβαδούρος του Ρεθύμνου, έφυγε τα ξημερώματα της Κυριακής 12 Μαρτίου 2006, από ανακοπή καρδιάς και τάφηκε στις 13 Μαρτίου στο Δεύτερο Νεκροταφείο Αθηνών. Τα οστά του έχουν μεταφερθεί και εναποτεθεί στο Κοιμητήριο της Λαμπηνής.
Το 2007 το Δημοτικό Συμβούλιο με απόφασή του ονοματοθέτησε οδό, που φέρει το όνομά του στην περιοχή του δήμου Ρεθύμνου.