16 °C Rethymno, GR
29/11/2022

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΞΕΨΥΧΙΣΕ Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ

Ρεθεμνιώτικες μνήμες από την τραγωδία στο Σαγγάριο

Και η γνωριμία του Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκι με τη «μάνα του στρατιώτη»

Στο αφιέρωμα που ξεκινήσαμε από το Γενάρη του 2022 για τη Μικρασιατική Καταστροφή, καλύψαμε τους περισσότερους τομείς που αναδεικνύουν τη δράση του στρατού μας πάντα μέσα από Ρεθεμνιώτικες γραφές και μνήμες.

Στο σπάνιο πλέον βιβλίο του Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκι, « Το ημερολόγιο ενός λοχίου» αναφέρονται οι περισσότερες ανθρώπινες στιγμές που έδειχναν και το μέγεθος της φρίκης που ζούσαν οι φαντάροι μας στο μέτωπο.

Ας δούμε μερικές από αυτές.

Οι τραγικές εκείνες εμπειρίες που βίωναν οι νέοι εκείνοι, για κάποιους ήταν αβάσταχτες. Και προφασίζονταν χίλιους δυο τρόπους για να ξεφύγουν χωρίς να κηρυχτούν λιποτάχτες.

21 Αυγούστου 1921: Πρωί-πρωί φθάνουν στη μονάδα που υπηρετεί ο Παπαδάκις, δυο φαντάροι του Πεζικού έχοντας στη μέση έναν Τούρκο που σπρώχνουν και τον χτυπούν. Εκείνος φώναζε ζητώντας βοήθεια. Παίρνει χαμπάρι ο διοικητής τι συμβαίνει και στέλνει αμέσως να οδηγήσουν τους φαντάρους και τον Τούρκο μπροστά του. Κι αυτό δεν άργησε να γίνει. Όπως ήταν φυσικό η πρώτη του ερώτηση ήταν πως βρέθηκε ο Τούρκος ανάμεσά τους. Κι εκείνοι, με τρόπο όσο μπορούσαν πιο γλαφυρό και παραστατικό, απάντησαν πως καθώς περνούσαν από ένα χωριό, ο συγκεκριμένος Τούρκος τους πολυβολούσε μέσα από ένα σπίτι.

Μόλις ο διοικητής ρώτησε να μάθει για το χωριό τότε άρχισε ένα μπαράζ αντιφάσεων. Και ενώ μέχρι στιγμής παρουσιάζονταν αμυνόμενοι, στο τέλος άλλαξαν σενάριο και ισχυρίζονταν ότι έπιασαν τον Τούρκο να κάνει κατασκοπεία και τον συνέλαβαν. Ο διοικητής κατάλαβε. Από την πρώτη γραμμή θα ήταν σκαστοί και οι δυο. Ο Τούρκος που ποιος ξέρει κάτω από ποιες συνθήκες τον συνάντησαν, τους είχε δώσει ένα καλό άλλοθι μέχρι στιγμής να γλιτώσουν. Ο αξιωματικός όμως δεν πείθεται τελικά και τους διατάζει να γυρίσουν αμέσως στο Σώμα που υπηρετούσαν. Κι όταν αυτοί άρχισαν να δυστροπούν τους αφόπλισε, τους έδεσε και μαζί με τον Τούρκο τους έστειλε στην έδρα της Μεραρχίας. Έτσι οι δυο φαντάροι παρά το πιθανό στόρυ που παρουσίασαν δεν κατάφεραν να πείσουν. Κι έτσι επέστρεψαν εκεί που τους έταξε η μοίρα τους.

28 Αυγούστου 1921: Η μονάδα του Μιχαήλ Παπαδάκι βρίσκεται βορεινά από το βουνό Τσαλ -νταγ έπειτα από εφιαλτικές μέρες πείνας, δίψας αγωνίας και μεγάλης ταλαιπωρίας. Είχαν την αίσθηση ότι ο εχθρός είχε νικηθεί αλλά φευ τα γεγονότα διέψευδαν τις προσδοκίες τους. Οι στρατιώτες μας δέχονται συνεχώς επιθέσεις και αντεπιτίθεται. Κάποια στιγμή οι Τούρκοι εξαπολύουν μια δυναμική επίθεση που δεκατίζει το πεζικό μας. Κι όμως οι φαντάροι μας αντιμετωπίζουν με αφάνταστη γενναιότητα την Κόλαση που ζουν. Η στιγμή του απολογισμού είναι τραγική για όλους καθώς διαπιστώνουν τις ανυπολόγιστες απώλειες.

Η επομένη τους βρίσκει όλους άυπνους και φρικτά ταλαιπωρημένους. Ο Μιχαήλ Παπαδάκις αγωνίζεται κι αυτός πλάι στους άλλους αδιαφορώντας για την κούραση. Κι όπως πολεμά πέφτει πιο πέρα μια οβίδα βαρέως όπλου.

Η κόλαση στα πρόχειρα χειρουργεία

Ξαφνικά χάνει τα πάντα από τα μάτια του. Όταν συνήλθε αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται σε φορείο, είναι γεμάτος αίματα και μεταφέρεται από τέσσερις στρατιώτες. Καταλήγουν σε ένα πρόχειρο χειρουργείο κι εκεί τον εγκαταλείπουν ανάμεσα σε πολλούς άλλους.

Περνούσαν οι ώρες χωρίς να φαίνεται κανένας. Τελικά κατά το βράδυ έρχονται νοσοκόμοι κι ένας γιατρός που χωρίς να χάσουν λεπτό περιποιούνται τα τραύματά του. Ο Παπαδάκις πονάει φρικτά και κρυώνει. Ο ίδιος στο ημερολόγιό του σημειώνει πως δεν θυμάται πως βρέθηκε στη συνέχεια μέσα σε κωνική σκηνή στο ίδιο φορείο.

Είναι νηστικός αλλά δεν πεινά. Και έχει σταματήσει να σκέπτεται τον εαυτό του. Γύρω του υπάρχουν τόσες περιπτώσεις χειρότερες από τη δική του. Άλλοι είναι ακρωτηριασμένοι, άλλοι ετοιμοθάνατοι, άλλοι ήδη νεκροί. Περνούν οι μέρες κάτω από τις συνθήκες αυτές.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1921 βρίσκεται σε θάλαμο νοσοκομείου στο Εσκή Σεχίρ. Το νοσοκομείο ήταν πρώτα σχολείο όπως θα πληροφορηθεί αργότερα. Όσο άνετο και ευρύχωρο κι αν φαινόταν κάθε ώρα που περνά ο χώρος γίνεται στενότερος και οι τραυματιοφορείς δεν παίρνουν ανάσα. Εξαντλημένοι δείχνουν και οι γιατροί και νοσηλευτές, αλλά κανένας δεν εγκαταλείπει τη θέση του.

Μόλις ένας τραυματίας αρχίζει το ρόγχο του θανάτου, τον μεταφέρουν βιαστικά στο νεκροθάλαμο. Ένας νεαρός ενώ έδειχνε ότι ψυχορραγεί κάποια στιγμή επανήλθε. Αν έλειπαν οι γιατροί μέσα στην τόση φασαρία μπορεί να μη γινόταν αντιληπτό ότι ανάνηψε και να πέθαινε τελικά αβοήθητος.Μια ακόμα λεπτομέρεια που δείχνει την ευσυνειδησία εκείνων των γιατρών.

 

Σαγγάριε Σαγγάριε

Μα και οι τραυματισμένοι φαντάροι δεν το βάζουν κάτω. Κάποιοι μάλιστα βρίσκουν το κουράγιο και τραγουδούν.

Σαγγάριε Σαγγάριε βρε συρματοπλεγμένε

έκαψες μάνες και παιδιά αναθεματισμένε

Σαγγάριε Σαγγάριε θέλω να σε ρωτήσω

γιατί τα φανταράκια μας τα γύρισες οπίσω

Χιλιάδες εχαθήκανε, χιλιάδες σκοτωθήκαν

χιλιάδες επεθάνανε κι άλλοι ’χμαλωτισθήκαν.

Αλλάχ φωνάξαν τα σκυλιά Θεέ μου οι φαντάροι

Τι είν’ το κακό που πάθαμε μέσα από το Σαγγάρι.

Πολλές μανάδες κλάψανε κλάψε και συ δική μου

στη λάσπη του Σαγγάριου βρίσκεται το κορμί μου.

 

Η Μάχη του Σαγγαρίου

Η φονική αυτή μάχη, σημειώνουμε για την ιστορία, ήταν μάχη η οποία έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 1921, μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας (1919-1922), ως αποκορύφωμα της προέλασης του Ελληνικού Στρατού στη μικρασιατική ενδοχώρα. Η έκβαση της μάχης ήταν αμφίρροπη και συντέλεσε στην ανακοπή της πορείας των Ελλήνων προς Άγκυρα και την μετάπτωσή τους σε αμυντικό προσανατολισμό, έως την οριστική τους ήττα ένα χρόνο αργότερα.

Ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε την προς ανατολάς προέλασή του το πρωί της 1ης Αυγούστου (13 Αυγούστου με το νέο ημερολόγιο), από τις βάσεις του στο Εσκί Σεχίρ διαμέσου έρημων και άνυδρων εκτάσεων μέχρι τον ποταμό Σαγγάριο, χωρίς οι τουρκικές δυνάμεις να τον παρενοχλήσουν ιδιαίτερα. Η πορεία, όμως, ήταν κοπιωδέστατη και ταλαιπώρησε αφάνταστα τα προελαύνοντα τμήματα, αφού πραγματοποιήθηκε μέσα σε αφόρητο καύσωνα και με ελλιπέστατη επιμελητεία.

Παρά τις κακουχίες οι φαντάροι μας δεν έχασαν το θάρρος τους

Οι επιθέσεις των Ελλήνων επέτυχαν την κατάληψη αρκετών τουρκικών θέσεων, αλλά η ελληνική διοίκηση στάθηκε ανίκανη να τις αξιοποιήσει.

Στις 29 Αυγούστου (11 Σεπτεμβρίου νέο ημερολόγιο ) ο Παπούλας σε συνεννόηση με το Επιτελείο της Στρατιάς, εξέδωσε διαταγή μετακίνησης του Β’ Σώματος Στρατού πίσω από το Α’ Σώμα Στρατού. Δηλαδή αναίρεσε την απόφαση που είχε λάβει δύο μέρες πριν για την μετακίνηση του Β’ Σώματος Στρατού! Τα ξημερώματα της 31ης Αυγούστου 1921 η μεγάλη επιχείρηση έληξε άδοξα για τις ελληνικές δυνάμεις, οι οποίες πέρασαν τις γέφυρες του Σαγγαρίου επιστρέφοντας στα ορμητήριά τους επί της δυτικής όχθης του ποταμού, από όπου είχαν ξεκινήσει την προέλασή τους πριν ένα μήνα. Ο ελληνικός στρατός υποχώρησε αντιμετωπίζοντας με επιτυχία μία 4ήμερη αντεπίθεση των Τούρκων στην περιοχή των «Δίδυμων Λόφων» (27-30 Αυγούστου), αλλά ήταν σαφές πως είχε χάσει τη μεγάλη ευκαιρία να αναδειχτεί νικητής, αφού δεν είχε πετύχει τους αντικειμενικούς στόχους του, που ήταν η κατάληψη της Άγκυρας και η καταστροφή του κεμαλικού στρατού, πληρώνοντας παράλληλα βαρύτατο φόρο αίματος.

Οι ελληνικές δυνάμεις δεν κέρδισαν την Μάχη του Σαγγάριου αφού δεν πέτυχαν την εξάρθρωση της τουρκικής αμυντικής γραμμής και την κατάληψη της Άγκυρας, λόγω κακού σχεδιασμού της επιχείρησης, πλημμελούς διοίκησης, ανεπαρκούς εφοδιασμού και χρεωκοπίας της επιμελητείας. Παράλληλα τέθηκαν εκτός μάχης 23.000 στρατιώτες και αξιωματικοί, κενά τα οποία, ιδιαίτερα στους αξιωματικούς, δεν αναπληρώθηκαν ποτέ. Η εκστρατεία Σαγγαρίου – Αγκύρας απέτυχε πλήρως και οι ελληνικές δυνάμεις επέστρεψαν βαρύτατα τραυματισμένες στις βάσεις εξόρμησής τους μετά από ένα μήνα. Από τακτικής απόψεως οι τουρκικές δυνάμεις υπό τη στιβαρή ηγεσία του Κεμάλ, επέτυχαν μια σπουδαία αμυντική νίκη με τεράστιο διπλωματικό αντίκρυσμα.

Αυτή η διαπίστωση κάνει τους φαντάρους μας να υποφέρουν περισσότερο από τις κακουχίες Γιαυτό λοιπόν ξεκίνησαν με τόσο ενθουσιασμό έτοιμοι να δώσουν τα πάντα για τον ιερό σκοπό; Έτσι λοιπόν κατέληγε η μεγάλη ιδέα;

 

Γνωριμία με τη «Μάνα του Στρατιώτου»

Σεπτέμβρη του 1921, την ημέρα του Τιμίου Σταυρού, ο Παπαδάκις βρίσκεται στον σιδηροδρομικό σταθμό του Εσκή Σεχίρ όπου στο υπόστεγο και έξω από αυτό βρίσκονται 500 ασθενείς και τραυματίες των μαχών του Σαγγάριου περιμένοντας την αμαξοστοιχία να τους μεταφέρει. Η επόμενη θεραπεία θα τους γίνει στο νοσοκομείο της Προύσας.

Ξαφνικά παρουσιάζεται μια κυρία με στολή νοσοκόμας. Έχει στα χέρια δέματα και στο στήθος διάσημα παρασήμων. Την ακολουθούν κοπέλες και κυρίες κρατώντας διάφορα πράγματα για τους φαντάρους.

Η Άννα Μελά -Παπαδοπούλου η Μάνα του Στρατιώτη

Έτσι ο Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκις γνώρισε την περίφημη μάνα του Στρατιώτη την Άννα Παπαδοπούλου, αδελφή του Παύλου Μελά, που είχε αφιερώσει τη ζωή της στην εξυπηρέτηση του στρατιώτη.

Η σπουδαία αυτή γυναίκα γεννήθηκε στη Μασσαλία 3 του Σεπτέμβρη 1871. Η προσωπικότητά της κυριάρχησε στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α’ Παγκόσμιο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία που υπηρέτησε ως εθελόντρια νοσοκόμα στα πολεμικά μέτωπα και έμεινε γνωστή ως Μάννα του Στρατιώτου.

Ο θάνατος του αδελφού της Παύλου Μελά στη Μακεδονία στις 13 Οκτωβρίου 1904 και οι θλιβερές, για την οικογένεια, περιστάσεις στη συνέχεια επηρέασαν την Άννα βαθειά και καθοριστικά.

Άφησε το χωριό στην Εύβοια, όπου ο σύζυγός της Απόστολος Παπαδόπουλος είχε κτήματα και πήγε μόνιμα στην Αθήνα, όπου αφοσιώθηκε στο φιλανθρωπικό της έργο. Οργάνωσε την Πολυκλινική Αθηνών, κοντά στην Ομόνοια και το Σωματείο «Η Πρόοδος». Για εκείνην και το έργο της έγραψε και η αγγλίδα περιηγήτρια Μέϊμπελ Μουρ.

Όταν κηρύχθηκε ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος στις 11/9/1912 άφησε τα δυο παιδιά της, που ήσαν στην εφηβεία, με τον πατέρα τους και κατάχθηκε στον στρατό ως εθελόντρια νοσοκόμα. Υπηρέτησε καθ’ όλη την δεκαετία 1912-1922, δηλαδή στους δύο Βαλκανικούς Πολέμους, τον Βορειο-ηπειρωτικό Αγώνα, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία.

Πέθανε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 1938 από φυματίωση.

Ο Μιχαήλ Μυρωνος Παπαδάκις δεν ξέχασε ποτέ εκείνη τη μέρα στο σταθμό που έζησε από κοντά εκείνη τη σπουδαία γυναίκα. Όλοι άρρωστοι και τραυματίες τη γνώριζαν και φώναζαν.

Μάνα…Μάνα.

Κι η «Μάνα» έτρεχε πρόθυμα σε όλους. Μοίραζε σοκολάτες, μπισκότα, λουκούμια, μαντηλάκια, πουκάμισα, επιδέσμους, ακόμα και κορδόνια για τις αρβύλες. Και μαζί μ ‘ αυτά λόγια αγάπης, συμπόνιας, παρηγοριάς.

Σε μια στιγμή εκεί που ήταν ξαπλωμένος ο Παπαδάκις τον πλησιάζει και του λέει:

– Τα κάνεις στρατιωτάκι; Υποφέρεις παιδί μου;

– Ναι

– Κι από πού είσαι;

– Κρητικός

– Και τι θέλεις;

Εκεί κόπηκε η φωνή του Παπαδάκι. Δεν ήθελε τίποτα. Από τα πάντα βέβαια είχε ανάγκη. Αλλά για τούτη τη στιγμή εκείνα τα γεμάτα ανθρωπιά, φιλαλληλία και τρυφεράδα λόγια της τον έφταναν και με το παραπάνω.

Δίπλα του ήταν ένας άλλος φαντάρος. Τον σκουντά εκείνη, δεν απαντά. Του λέει; Τι κάνεις παιδί μου; Μένει ακίνητος έχει πεθάνει. Μόνο το ελαφρό αεράκι κουνά το ξανθό του μαλλί.

 

«Νερό …νερό»

Οι στρατιώτες διψούν. Φωνάζουν νερό-νερό. Μετά από ώρες αγωνίας και αφόρητης δίψας φθάνει ένα βυτίο που αποδεικνύεται ανεπαρκές να ξεδιψάσει τόσο κόσμο.

Κάπου εκεί ο Παπαδάκις λυτρώθηκε πέφτοντας σε ένα βαθύ ύπνο από εξάντληση. Ξύπνησε στο νοσοκομειακό βαγόνι που ήταν εν κινήσει. Προορισμός τους ήταν το νοσοκομείο στο Καράκιοϊ.

Μια άλλη ατμόσφαιρα τους περιμένει εκεί. Επιτέλους μετά από τόσο καιρό τους πλένουν και τους αλλάζουν. Η ανακούφιση των στρατιωτών δεν περιγράφεται. Απολαμβάνουν καθαρό φαγητό.

Οι πολλοί νοσοκόμοι είναι φοιτητές Ιατρικής. Με πράξεις αρετής και εθελοθυσίας αρχίζουν να υπηρετούν τον Ιπποκράτη.

Τη σειρά του Παπαδάκι περιποιείται ένας φοιτητής λοχίας, από το Πάτελε της Φλώρινας, βουλγαρόφωνος. Τάσκο (Αναστάση) τον φώναζαν. Ο Παπαδάκις ποτέ δεν ξέχασε την καλοσύνη και την αγάπη που έδειχνε ο νέος αυτός σε όλους και ιδιαίτερα σ’ αυτόν. Και μ’ ευγνωμοσύνη τον αναφέρει στο ημερολόγιό του.

 

Οι Τσέτες θα τους έκαιγαν ζωντανούς

Εκείνο το βράδυ παραλίγο να συμβεί νέα τραγωδία στο νοσοκομείο αλλά ένας λόχος πεζικού που είχε αναλάβει τη φύλαξη του νοσοκομείου την απέτρεψε.

Οι τσέτες είχαν πλησιάσει στο νοσοκομείο με πρόθεση να βάλουν φωτιά και να κάψουν ζωντανούς τους αρρώστους. Οι στρατιώτες μας όμως που παραφύλαγαν τους έτρεψαν σε άτακτη φυγή. Κατά τα μεσάνυκτα αποκαταστάθηκε η ηρεμία. Και οι γιατροί απέδιδαν την αναστάτωση σε μια απλή παρεξήγηση για να μην ανησυχήσουν τους τραυματίες.

Ο Παπαδάκις μεταφέρθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1921 από το Καράκιοϊ στο νοσοκομείο της Προύσας.

Τραγικές και οι επόμενες μέρες που ακολουθούν. Γράφει χαρακτηριστικά ο Παπαδάκις.

Με γενναιότητα οι στρατιώτες μας αντιμετώπιζαν τους Τούρκους

«Κάποια μέρα φεύγουμε με νοσοκομειακά αυτοκίνητα. Πάμε στα Μουδανιά. Μας επιβιβάζουν σε βαπόρι. Τοποθετούμεθα στο κατάστρωμα σε υπόστεγα, στις θέσεις του πλοίου. Συνοδοί μας ελάχιστοι. Ένας δυο στρατιώτες νοσοκόμοι. Ξεκινά το βαπόρι από τα Μουδανιά, βγαίνει στην Προποντίδα, ύστερα περνά τα Δαρδανέλλια, φαίνονται τα Στενά, η Σηστός και η Άβυδος. Στη θάλασσα της Τενεδου το ταξίδι γίνεται με μεγάλη τρικυμία. Έχω στο σακίδιό μου γαλέττα και ρέγγες. Και να το σκέπτομαι μου κάνει κακό. Ένας που κάνει τον γιατρό με πλησιάζει και μου λέει.

– «Κακομοίρη δεν τρως τίποτα; Θα πεθάνεις» Δεν του απαντώ. Τον αφήνω να συνεχίσει και αλλού τα τόσο παρηγορητικά λόγια του».

Έτσι με αυτά και με αυτά έφτασε το πλοίο στη Θεσσαλονίκη. Εκεί στο 15ο στρατιωτικό νοσοκομείο μαθαίνει τα νεότερα από το μέτωπο. Δεν πήγε ο Στρατός μας στην Άγκυρα. Ενώ όταν έφυγε εκείνος μετά τον τραυματισμό του, απείχε ο στρατός από την πόλη αυτή, μόλις εκατό χιλιόμετρα. Χαμένοι τόσοι κόποι και τόσες θυσίες.

Για τους τραυματίες όμως φροντίζει η τοπική κοινωνία της Θεσσαλονίκης να τους ανεβάσει το ηθικό. Κυρίες και δεσποινίδες καταφθάνουν τα απογεύματα με διάφορα γλυκά που μοιράζουν σε όλους.

 

Τα πολύτιμα γράμματα

Στην αρχή του αφιερώματος είχαμε αναφέρει την αλληλογραφία που είχαν αναπτύξει ο Παπαδάκις και άλλοι φαντάροι με Μικρασιάτιδες Αδελφές του Στρατιώτη. Ο Παπαδάκις αλληλογραφούσε με κάποια «Δάφνη». Μετά από τόσο καιρό πήρε γράμμα της εκεί στο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. Πόση παρηγοριά έδιναν εκείνα τα γράμματα στους φαντάρους μας. Και η Δάφνη πόσα ενδιαφέροντα δεν του έγραφε. Για τη Σμύρνη, για το περιβάλλον της, για τις ασχολίες της, για τα μικροπαθήματα δικά της και των φιλενάδων της.

Ανέφερε και ένα περιστατικό που έκανε τον Παπαδάκι να ευθυμήσει μετά από τόσο καιρό αλήθεια.

Μια μέρα, του έγραφε, ενώ έκανε τον περίπατό της στην Προκυμαία με τη φίλη της Ηώ, ένας δικός μας στρατιώτης ήθελε να τις κορτάρει κι όπως έκανε διάφορες υποκλίσεις πάτησε μια φλούδα και έπεσε στη θάλασσα σε μέρος που δεν πάτωνε. Ο δύστυχος δεν ήξερε κολύμπι και οι κοπέλες έψαχναν για βοήθεια. Κανένας δεν τις άκουγε οπότε χωρίς να χάσουν καιρό έπεσαν στη θάλασσα και, ξέροντας πολύ καλό κολύμπι, τον έσωσαν με τη βοήθεια κι ενός αξιωματικού που είχε τρέξει στο μεταξύ να βοηθήσει.

Το τι τράβηξαν οι καημένες επιστρέφοντας σπίτι τους δεν περιγράφεται από τον κόσμο που τις έβλεπε με τα ρούχα κολλημένα πάνω τους και τις κορόιδευε. Κάποτε όμως έφθασαν στο σπίτι της Ηούς που ήταν σ’ ένα δρόμο του Φραγκομαχαλά, εκεί αλλάξανε και στέγνωσαν. Το περιστατικό έμαθε ο δεσπότης και την επόμενη Κυριακή στον λόγο του στην Αγία Φωτεινή είπε: «Μπράβο στα κορίτσια. Είναι Ελληνίδες άξιες του ονόματός τους και Σμυρνιές που στέκονται στο ύψος τους. Πάλι μπράβο τους» Το γεγονός πέρασε και σε μια εφημερίδα που χαρακτήρισε άθλο το γεγονός και το στρατηγείο, απένειμε στις δυο κοπέλες, έπαινο.

Αυτό το γράμμα είχε δώσει μεγάλη χαρά στον Παπαδάκι γιατί η αλληλογραφία με τη «Δάφνη» είχε διακοπεί ξαφνικά πριν τα γεγονότα του Σαγγάριου.

Εκείνος όμως είχε φυλάξει όλα τα γράμματα που είχε λάβει, ως τότε, και τα διάβαζε αμέτρητες φορές.

Εκείνα τα γράμματα ήταν τόσο πολύτιμα γι’ αυτόν που μια μέρα, όταν έμαθε πως κάποιος απολύεται και επιστρέφει στην Κρήτη, έσπευσε να τον βρει και να του δώσει πολύτιμο φορτίο τα γράμματα της Σμυρνιοπούλας, να τα αφήσει στο πατρικό του στη Σοχώρα.

Αυτά τα γράμματα ο αξέχαστος δικηγόρος τα κρατούσε σαν ιερή παρακαταθήκη, μέχρι τον μεγάλο βομβαρδισμό τον Μάιο του 1941, που δεν είχε αφήσει τίποτα όρθιο σε αρκετά σημεία του Ρεθύμνου.

Ποτέ όμως δεν ξέχασε τη «Χρυσή Δάφνη». Και της αφιέρωσε αρκετά σημειώματα όπως πρόσεξα σε πιο ενδελεχή έρευνα στον τοπικό τύπο.

Ποτέ δεν την ξέχασε κι ας μην έμαθε ποτέ το όνομά της, την οικογενειακή της κατάσταση, αν κατάφερε να σωθεί από την καταστροφή.