12 °C Rethymno, GR
28/01/2023

ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Σημαντικές προοπτικές ενίσχυσης του πρωτογενή τομέα από τη νέα ΚΑΠ

• Στα 14 δισ. ευρώ η χρηματοδότηση έως το 2027 για τους αγροτοκτηνοτρόφους της χώρας

Τις σημαντικές προοπτικές ενίσχυσης του πρωτογενή τομέα και των παραγωγών μέσα από τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) 2021-2027 παρουσίασαν το πρωί του Σαββάτου εκπρόσωποι του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης σε ενημερωτική εκδήλωση, που πραγματοποιήθηκε στο Επιμελητήριο Ρεθύμνου, παρουσία πλήθους κόσμου και αρχών του τόπου. Μέσα από τη νέα ΚΑΠ θα διατεθεί ποσό περίπου 14 δισ. ευρώ στους αγρότες της χώρας ενισχύοντας σημαντικά το αγροτικό εισόδημα, αλλά και τις καλλιέργειες. Τα 13,42 δισ. ευρώ είναι η συνεισφορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα 822 εκατ. ευρώ η συμβολή του κρατικού προϋπολογισμού. Τα 9,62 δισ. ευρώ θα κατευθυνθούν στις άμεσες ενισχύσεις, τα 4,42 δισ. ευρώ στις επενδυτικές-αναπτυξιακές δράσεις (Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης Πυλώνας 2) και τα 200,8 σε τομεακές δράσεις. Απαιτείται ωστόσο σωστή ενημέρωση, ώστε τα κονδύλια να μπορέσουν να απορροφηθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, καθώς υπάρχουν διαφοροποιήσεις σε σχέση με την προηγούμενη ΚΑΠ.

Ο Κωνσταντίνος Τσιμπούκας, καθηγητής Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών συμμετείχε στην επιστημονική ομάδα, που συνέταξε το στρατηγικό σχέδιο ακολουθώντας τις οδηγίες της πολιτικής ηγεσίας. Μιλώντας για τη νέα ΚΑΠ τόνισε πως σε αυτή περιλαμβάνονται οι άμεσες ενισχύσεις σε ποσοστό 72%, προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης 28% και το υπόλοιπο ποσοστό της ΚΑΠ αφορά σε τομεακά προγράμματα. Επισήμανε επίσης ότι η βιολογική γεωργία χωρίζεται σε δυο μέρη δίδοντας τη δυνατότητα σε νέους αγρότες να ενταχθούν στο πρόγραμμα. Χαρακτηριστικά σε σχετικές δηλώσεις του ανέφερε:

«Με τη νέα ΚΑΠ έχει αλλάξει σε πολύ μεγάλο βαθμό η εφαρμογή, από ό,τι ήταν την προηγούμενη περίοδο. Οι άμεσες ενισχύσεις είναι το 72% του σημαντικού προϋπολογισμού που ανέρχεται περίπου στα 14 δισ. για όλη τη χώρα από το 2023 μέχρι το 2027. Ο δεύτερος πυλώνας για την αγροτική ανάπτυξη είναι ένα 28% και ένα ελάχιστο ποσοστό είναι από τα τομεακά προγράμματα που κάνουν κ.λπ. Έχουμε νέα μέτρα στον πρώτο πυλώνα, όπως είναι αναδιανομή, το οποίο είναι ένα καινούργιο μέτρο που θέλει να ενισχύσει τις μικρές και μεσαίες εκμεταλλεύσεις, υπάρχουν τα προγράμματα που υπήρχαν όσο αφορά τις συνδεδεμένες ενισχύσεις, τις εισοδηματικές ενισχύσεις για νέους γεωργούς και στον δεύτερο πυλώνα υπάρχουν όλα τα προγράμματα που υπήρχαν την προηγούμενη περίοδο συν κάποια καινούργια, τα οποία επεκτείνονται σε όλα αυτά. Ένα θέμα που πρέπει να ξέρουν όλοι ότι η βιολογική γεωργία «σπάει» σε δύο κομμάτια. Αυτοί οι οποίοι είναι ήδη ενταγμένοι στην βιολογική γεωργία θα παραμείνουν στον πρώτο πυλώνα. Υπάρχει και το πρόγραμμα στον δεύτερο πυλώνα για όσους θέλουν να ενταχθούν για πρώτη φορά στη βιολογική γεωργία» ανέφερε υπογραμμίζοντας τη σημασία της σωστής ενημέρωσης του αγροτικού κόσμου για να μπορέσει να αξιοποιήσει το πρόγραμμα που επικεντρώνεται στην οικολογική διαχείριση:

«Οι αγρότες πρέπει να ενημερωθούν πάρα πολύ για τα οικολογικά σχήματα, που είναι μια νέα δραστηριότητα στον πρώτο πυλώνα, καταργείται το γνωστό πρασίνισμα και μπαίνουν τα οικολογικά συστήματα, τα οποία έχουν πάρα πολλά χρήματα, αλλά απαιτείται σχεδιασμός, δραστηριοποίηση των γεωργών πάνω σε αυτό. Μπορούν να καλύψουν πολλές μειώσεις και να έχουν από την εσωτερική σύγκλιση με αυτόν τον τρόπο. Χρειάζεται ενημέρωση σωστή».

Και κατέληξε κ. Τσιμπούκας λέγοντας πως: «Οι επιδοτήσεις είναι ένα εργαλείο, εξαρτάται από το πως το χρησιμοποιεί ο καθένας. Μπορείς να το χρησιμοποιήσεις απλώς για να αμυνθείς, μπορείς να το κρατήσεις απλώς για μια στοιχειώδης επιβίωση. Είναι ατομικό θέμα του καθενός, πως θέλει να αξιοποιήσει τις επιδοτήσεις».

Από την πλευρά του ο Σπύρος Ντουντουνάκης, διευθυντής Κτηνιατρικής υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, υπογράμμισε τη σημασία της ενημέρωσης για τα ζητήματα του αγροτικού τομέα με δεδομένο ότι η νέα ΚΑΠ θα είναι σε ισχύ έως το 2027, που δίδει έμφαση, όπως είπε, στην ψηφιακή γεωργία και σε φιλοπεριβαλλοντικά προγράμματα:

«Έχουμε άλλη στρατηγική, πάμε σε ψηφιακή γεωργία, σε γεωργία ακριβείας με φιλοπεριβαλλοντικά μέσα και οπωσδήποτε ενίσχυση του αγροτικού εισοδήματος, αλλά μέσα από στοχευμένα προγράμματα που θα βασίζονται στην καλύτερη διαχείριση των πόρων, σε ψηφιακή αλλαγή της γεωργίας και στο φιλοπεριβαλλοντικό στοιχείο, το οποίο είναι επικρατέστερο αυτήν τη στιγμή στην Ε.Ε.

Υπάρχουν προγράμματα και για νέους αγρότες, κτηνοτρόφους, αλιείς και οπωσδήποτε σε όλο τον κτηνοτροφικό και αγροτικό τομέα».

Εκ μέρους της περιφέρειας Κρήτης η Ειρήνη Χουδετσανάκη – Γιακουμάκη, αντιπεριφερειάρχης Πρωτογενούς Τομέα, ανέφερε πως στόχος της περιφέρειας είναι καλύτερη δυνατή αξιοποίηση του χρηματοδοτικού εργαλείου και στις τέσσερις περιφερειακές ενότητες του νησιού:

«Θα δούμε πως θα αξιοποιήσουμε αυτό το σημαντικό εργαλείο που λέγεται Κοινή Αγροτική Πολιτική. Θα το αξιοποιήσουμε κατά τον καλύτερο τρόπο, ώστε η Κρήτη, όπως παράγει διαχρονικά, να συνεχίσει να παράγει και από τώρα και στο εξής. Είναι σημαντικό που ξεκινάει και κάνουμε αυτήν την ημερίδα με πρωτοβουλία της ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ρεθύμνης εδώ. Πραγματικά πιστεύω ότι είναι σημαντικό όταν ξεκινάει κάτι να βάλουμε τις βάσεις για να είναι όσο πιο στέρεο γίνεται και να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε αυτό το εργαλείο που λέγεται Κοινή Αγροτική Πολιτική. Οι ομιλητές που έχουν έρθει από την Αθήνα είναι αξιόλογοι από το υπουργείο και από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ώστε να μας πληροφορήσουν στην πραγματικότητα για το που το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατευθύνουν τους πόρους, για να μπορέσουμε και εμείς όσο το δυνατό καλύτερα να τους αξιοποιήσουμε. Το ποσό που αντιστοιχεί στην Κρήτη θα το δούμε διαχρονικά. Βγαίνει ένα πρόγραμμα, γίνεται μια κατανομή στους πόρους».

Ο πρόεδρος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ρεθύμνης, Γιάννης Γλετζάκης, εξέφρασε την ικανοποίησή του για την ανταπόκριση των αγροτών και των παραγωγών στην ενημερωτική εκδήλωση, που διοργάνωσε η ΕΑΣ επισημαίνοντας πως:

«Η περιφέρεια Κρήτης και ειδικά ο νομός Ρεθύμνου έχει ένα πάρα πολύ μεγάλο κομμάτι που ασχολείται με τον πρωτογενή τομέα. Είναι γεγονός ότι η νέα ΚΑΠ έχει αλλάξει και γι’ αυτό καλέσαμε αξιόλογους ομιλητές, για να μας εξηγήσουν πώς μπορούμε να μην χαθούν κονδύλια από την Ε.Ε. και πώς μπορούμε να απορροφήσουμε περισσότερα κονδύλια, περισσότερες επιδοτήσεις, όσο μπορούμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Για εμάς είναι πολύ σημαντικό να ενημερωθεί ο κόσμος».

Στην ενημερωτική εκδήλωση συμμετείχε και ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Ηρακλείου και αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Μελισσοκόμων Ελλάδας διεκδικώντας την επιδότηση επικονιαστή από τη νέα ΚΑΠ. Όπως εξήγησε ο Κωνσταντίνος Λεονταράκης μέχρι σήμερα δεν έχει προβλεφθεί τέτοια επιδότηση για τον κλάδο. «Διεκδικούμε και αιτούμαστε για πρώτη φορά σαν κλάδος, μια επιδότηση επικονιαστή με μεγάλη ανταποδοτικότητα για την κοινωνία και την οικονομία, αλλά κυρίως για το περιβάλλον. Θεωρούμε ότι είμαστε απ’ έξω σαν κλάδος και πολύ αδικημένος, γι’ αυτό είμαστε εδώ για να καταθέσουμε στον κύριο γενικό μια συγκεκριμένη πρόταση πολύ τεκμηριωμένη και τους κυρίους που προΐστανται εδώ και είναι παρόντες από το υπουργείο. Εύχομαι να γνωρίζουν την κατάσταση, καθώς η ομοσπονδία είναι μπροστάρης αυτήν τη στιγμή. Προσπαθούμε αυτήν τη στιγμή να διεκδικήσουμε μια επιδότηση επικονιαστή από την κυβέρνηση σαν Έλληνες μελισσοκόμοι. Το μόνο όφελος που θα μπορέσουμε να αποκομίσουμε είναι να συμπληρώσουμε το εισόδημά μας που έχει καταντήσει βάσανο. Η μελισσοκομία ενισχύεται μόνο από μια δράση 3132 στα πετρέλαια και αντικατάσταση κυψελών. Ποτέ δεν έχουμε επιδοτηθεί σαν κλάδος και αυτήν τη στιγμή το διεκδικούμε και το απαιτούμε. Είναι κάτι που νομίζω ότι μπορούμε να το καταφέρουμε με τη συνδρομή του υπουργείου. Θέλουμε να ενταχθεί ο κλάδος μας στη νέα ΚΑΠ».

Με αφορμή την ενημερωτική εκδήλωση της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Ρεθύμνου για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (2023-2027), ο βουλευτής Ρεθύμνου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και πρώην υπουργός Υγείας, Ανδρέας Ξανθός, σε γραπτή δήλωσή του τονίζει την ανάγκη για αντισταθμιστική στήριξη των αγροτοκτηνοτρόφων. Ειδικότερα, τονίζει:

«Στη συζήτηση που είχε πολύ μεγάλη συμμετοχή αγροτοκτηνοτρόφων από όλο το Νομό Ρεθύμνου, εκφράστηκε η αγωνία και η ανασφάλεια των ανθρώπων του πρωτογενούς τομέα για την επιβίωση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας στον τόπο μας. Το πολύ υψηλό κόστος παραγωγής, η ανεξέλεγκτη ακρίβεια στις ζωοτροφές, λιπάσματα, γεωργικά εφόδια, καύσιμα και ρεύμα, έχουν ήδη επιδεινώσει δραματικά την κατάσταση και οι παραγωγοί είναι σε απόγνωση. Η νέα ΚΑΠ προβλέπει σοβαρή μείωση των άμεσων ενισχύσεων στην ελαιοκαλλιέργεια και στη κτηνοτροφία, ειδικά στην Κρήτη, και άρα αυξάνεται η αβεβαιότητα για το βιώσιμο μέλλον του πρωτογενούς τομέα και της υπαίθρου στην περιοχή μας. Φαίνεται ότι απέναντι στην περίπλοκη «αρχιτεκτονική» της νέας ΚΑΠ δεν υπήρξε, με πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη, σοβαρή προετοιμασία, μελέτη των αρνητικών επιπτώσεων και πρόνοια για αντισταθμιστικά μέτρα στήριξης όσων παραγωγικών δραστηριοτήτων υποστούν περικοπές στη χρηματοδότησή τους από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Για άλλη μια φορά η κυβέρνηση της «ατομικής ευθύνης», μεταθέτει στους αγρότες και κτηνοτρόφους το δύσκολο έργο της αξιοποίησης των «οικολογικών σχημάτων» για να αντισταθμίσουν την πολύ μεγάλη μείωση εισοδήματος που θα προκαλέσει η κατάργηση του «πρασινίσματος» (πάνω από το 40% της ενιαίας ενίσχυσης που καταβάλλονταν μέχρι σήμερα). Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι ένα ισχυρό μέτωπο των αγροτοκτηνοτρόφων, της Αυτοδιοίκησης, των Συνεταιρισμών, των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων του Ρεθύμνου και της Κρήτης, για τη διεκδίκηση μέτρων αντισταθμιστικής στήριξης του πρωτογενούς τομέα. Με προτεραιότητα στην αναπλήρωση των εισοδηματικών απωλειών των παραγωγών, στη μείωση του κόστους παραγωγής με γενικευμένη εφαρμογή του μεταφορικού ισοδύναμου, στη δραστική αντιμετώπιση του προβλήματος της έλλειψης εργατικών χεριών και στη διασύνδεση των εξαιρετικών τοπικών μας προϊόντων με τη μεταποιητική βιομηχανία και τον τουρισμό. Μόνο έτσι μπορεί να προκύψει σοβαρή προστιθέμενη αξία στην τοπική οικονομία, δυνατότητα συνέχισης και ανάπτυξης της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής και προοπτική αξιοπρεπούς επιβίωσης των ανθρώπων της υπαίθρου».