Εκεί έχασε τη ζωή του και ο σπουδαίος καθηγητής Γιάννης Μαθιουδάκης
Ένας λόγος που σπεύδαμε να καλύψουμε δημοσιογραφικά την επέτειο στη σπηλιά της Γκιουμπράς, ήταν για να ζήσουμε τη συγκίνηση βετεράνων αγωνιστών, που έσμιγαν να τιμήσουν τους συντρόφους τους και παράλληλα ανακαλούσαν μνήμες από τη θρυλική εκείνη εποχή της Αντίστασης.
Γιάννης Κυριακάκης, Γιάννης Δεληγιώργης, Ανδρέας Κούνουπας, Γιώργης Αγγελιδάκης και οπωσδήποτε ο Μανόλης Μαθιουδάκης ο βετεράνος της δημοσιογραφίας, μαζί με άλλους ιδεολόγους της πόλης, οργάνωναν τη συνάντηση αυτή, για να τιμήσουν με τη σφραγίδα της ΠΕΑΕΑ τους πρωταγωνιστές της μεγάλης θυσίας που έγινε στο γέρμα του Μάρτη.

Ήταν την εποχή που οι «σύμμαχοί» μας Άγγλοι, είχαν κάνει πάλι το θαύμα τους και είχαν φέρει ξανά αντιμέτωπους τον ΕΟΡ με το ΕΑΜ. Στις αρχές του Μάρτη 1944, δολοφονείται από άγνωστο στ’ Αγκουσελιανά μέσα στο καφενείο του, ο Μανώλης Κουταλάς. Για τη δολοφονία ενοχοποιούν τον ΕΛΑΣ. Η ενοχοποίηση του ΕΛΑΣ για τη δολοφονία του Κουταλά και η καλλιεργούμενη από τους Άγγλους καχυποψία έναντι του ЕАМ δημιουργούσε βαρύ και επικίνδυνο για τις σχέσεις των δύο οργανώσεων κλίμα. Για το ξεκαθάρισμα της θέσης του ΕΑΜ-ΚΚΕ, τη διάλυση του κλίματος καχυποψίας και την πρόληψη ενδεχόμενων επεισοδίων κλιμάκιο στελεχών του ΕΑΜ και του ΚΚΕ επεδίωκε συνάντηση με τον σμήναρχο Εμμανουήλ Κελαϊδή, που βρισκόταν εδώ εκ μέρους της Ελληνικής Κυβέρνησης του Καΐρου και με τον Χρήστο Τζιφάκη αρχηγό της ΕΟΡ καθώς και με τους Άγγλους.
Ο Γιάννης Μαθιουδάκης ο σπουδαίος καθηγητής και καθοδηγητής του αγώνα είχε «κονέψει» στο σπίτι του Μίνωα Αποστολάκη στην Αρχαία Ελεύθερνα όπως γινόταν συνήθως, με πρόγραμμα να είναι από τους πρώτους στη συνάντηση για το ξεκαθάρισμα. Εκεί στη σπηλιά θα συναντούσε τους Μιχάλη Κλιάνη, με το παρατσούκλι Κουμπάρος, από το Αμύνταιο Φλώρινας, στέλεχος του ΚΚΕ τον Μανώλη Αεράκη από τ’ Ανώγεια παλιό κομμουνιστή είχε εξοριστεί από τη Μεταξική δικτατορία στη Φολέγανδρο, τον Αναστάση Βαβαδάκη από τη Λούτρα, στέλεχος του ΕΑΜ και έφεδρο ΕΛΑΣίτη, τον Αντώνη Περακάκη από τη Λούτρα, στέλεχος του ΕΑΜ, τον Νίκο Τερζιδάκη από τη Λούτρα, στέλεχος του ΕΑΜ και τον Γιώργη Χατζηνικολάου από την Πηγή, ΕΠΟΝίτη.
Εκείνη ακριβώς τη χρονική περίοδο δυο Πηγιανοί Επονίτες ο Γιώργης Χατζήνικολάου και ο Γιάννης Μυγιάκης είχαν καταφέρει να πείσουν δύο Γερμανούς στρατιώτες να λιποταχτήσουν και να προσχωρήσουν στους αντάρτες. Την προηγούμενη των γεγονότων στη Γκιουμπρά, στις 30 Μάρτη του ’44, ο Χατζηνικολάου και ο Βαβαδάκης παρέλαβαν τους Γερμανούς, να τους οδηγήσουν μέσω Αρκαδίου προς τις Αραβάνες. Καθ’ οδόν ο ένας από τους Γερμανούς μετάνιωσε, το ‘σκασε και γύρισε στην Πηγή στη μονάδα του και αποκάλυψε τη λιποταξία του συναδέλφου του. Οι Γερμανοί εξαπέλυσαν περιπόλους στην περιοχή, για να προλάβουν και να συλλάβουν το λιποτάχτη και τους συνοδούς του.
Στις 31 Μάρτη ήρθε στη σπηλιά ο Μαθιουδάκης συνοδευόμενος από τον Αντώνη Περακάκη. Εδώ τους βρήκαν οι Κλιάνης και Αεράκης καθώς και οι Βαβαδάκης και Χατζηνικολάου, που ‘χαν συνοδέψει τους λιποτάχτες Γερμανούς. Επίσης ο ΕΑΜίτης Τερζιδάκης.
Όσο ζούσε ο Γιώργης Αγγελιδάκης και μιλούσαμε για το γεγονός, αυτός επισήμαινε την αστοχία των αγωνιστών που συμμετείχαν στη συνάντηση να μη λάβουν μέτρα προστασίας θεωρώντας ότι εκεί στην ερημιά είναι απόλυτα προστατευμένοι. Και δεν ήταν λίγες οι στιγμές που η φόρτιση από τη συζήτηση ανέβαζε τους τόνους.
Σε μια τέτοια φάση έγιναν αντιληπτοί από την περίπολο που περνούσε αναζητώντας τον Γερμανό λιποτάκτη. Και οι στρατιώτες της περιπόλου πλησίασαν και ζήτησαν από τους έγκλειστους να παραδοθούν. Ακολούθησε η συμπλοκή με πρώτο νεκρό τον Μαθιουδάκη που σαν άξιος αρχηγός έκανε το πρέπον μέχρι το τέλος.
Το γεγονός περιγράφει λεπτομερέστερα ο Γιώργης Π. Μαθιουδάκης σε δικό του δημοσίευμα με τίτλο «Κιουμπρά»: «Το πρωί της 31 Μάρτη, δυο Γερμανοί του φυλακίου της Πηγής, μαυραγορίτες – πουλούσαν ελαστικά και τους ανακάλυψαν – αποφάσισαν να λιποτακτήσουν. Έτσι θα γλίτωναν την τιμωρία. Και ο νεαρός Χατζηνικολάου, από την Πηγή, προθυμοποιήθηκε να τους οδηγήσει κάπου στο Αρκάδι και να τους παραδώσει στους αντάρτες. Στον δρόμο όμως ο ένας μετάνιωσε και γύρισε πίσω και φυσικά είπε στους Γερμανούς όλα τα σχετικά με την υπόθεση. Οι Γερμανοί της Πηγής, εννέα στρατιώτες, ξεκίνησαν για να βρουν τον στρατιώτη που το ‘σκασε. Έψαχναν φυσικά παντού. Και βρέθηκαν, μετά από μεγάλη περιπλάνηση τυχαία, έξω από την Κιουμπρά. Πρέπει ν’ άκουσαν μιλιές γι’ αυτό και σταμάτησαν. Τοποθέτησαν ένα πολυβόλο με την κάνη του στραμμένη στη σπηλιά και ακροβολίσθηκαν…
Μέσα στη σπηλιά ήταν εκείνη την ώρα οι επτά αντάρτες: Γιάννης Μαθιουδάκης, Γιάννης Αεράκης, Νίκος Τερζιδάκης, Αναστάσης Βαβαδάκης, Αντώνης Περακάκης, Μιχάλης Μαυρίδης ή (κουμπάρος) και ο Γιώργης Χατζηνικολάου, που γυρίζοντας από το Αρκάδι, συνάντησε στον δρόμο την ομάδα των ανταρτών και πήγε μαζί τους.
Πρέπει να τους είπε που πήγε και τι έγινε, γι’ αυτό και θεώρησαν λογικό να μπουν στη σπηλιά, για ν’ αποφύγουν μια κάποια αναπάντεχη συνάντηση με τους Γερμανούς που θα ‘ψαχναν για τον λιποτάχτη…
Ένας Γερμανός με κρεμασμένο στον ώμο το ντουφέκι του, πλησίασε τη σπηλιά. Δεν γνωρίζουμε, αν είδε τους αντάρτες – η σπηλιά ήταν σκοτεινή – τον είδαν όμως εκείνοι. Και πυροβόλησαν πρώτοι. Ίσως γιατί νόμιζαν πως ο Γερμανός τους είδε ή ίσως γιατί υπολόγισαν πως οι Γερμανοί ήταν λίγοι και δεν θα τολμήσουν να δώσουν μάχη. Και όταν νύχτωσε αποφάσισαν να βγουν. Στην ηρωική τους έξοδο σκοτώθηκαν οι τρεις, (Μαθιουδάκης, Αεράκης, Τερζιδάκης) γλίτωσαν οι άλλοι τρεις και πιάστηκε αιχμάλωτος ο νεαρός Χατζηνικολάου.
Τους δυο σκοτωμένους αντάρτες, τον Μαθιουδάκη και Αεράκη, έθαψαν την Κυριακή στο ίδιο μέρος που σκοτώθηκαν οι κάτοικοι της Μέσης. Τον Τερζιδάκη έθαψαν το Σάββατο, στο χωριό του, τη Λούτρα…».
Ηρωική έξοδος
Είναι ενδιαφέρουσες οι λεπτομέρειες που αναφέρει στο δικό της δημοσίευμα η Θάλεια Καλλιγιάννη: «Οι Γερμανοί είχαν κυκλώσει τους αντάρτες που πολεμούσαν παλικαρίσια. Άρχιζε να σκοτεινιάζει κι είχαν σκοτωθεί δυο από τους αντάρτες. Ο Μαθιουδάκης δίνει το σύνθημα της εξορμήσεως μέσα από τον σιδερένιο κλοιό. Κάλλιο ο θάνατος παρά ζωντανοί στα χέρια των Ούννων.
Μόλις έδωσε το σύνθημα όρμησε σαν λιοντάρι πρώτος. Απ’ την ομάδα γλίτωσαν μόνο τρεις. Ο ένας «Κουμπάρος» ήταν το ψευδώνυμό του, τραυματίστηκε βαριά. Τώρα είναι ανάπηρος στο χέρι. Μπροστά του είχε πέσει μια χειροβομβίδα. Αυτός την πήρε να την πετάξει πίσω στους ναζήδες. Όμως δεν πρόλαβε κι έσκασε στο χέρι του. Μα και τραυματίας τους ξέφυγε.
Άλλο θύμα ήταν ο ΕΛΑΣιτης Γιώργης Χατζηνικολής. Δεκαοκτώ χρόνων, γεμάτος από πατριωτικό παλμό. Τον έπιασαν αιχμάλωτο παρ’ όλο που και την τελευταία στιγμή τους έριξε όσες σφαίρες είχε και σκότωσε δυο Γερμανούς. Σαν τον έπιασαν τον πίεσαν να μαρτυρήσει το λημέρι των ανταρτών. Και ο Χατζηνικολής σκέφτεται αμέσως πως να τους παραπλανήσει, για να του δοθεί ευκαιρία να τους φύγει. Έτσι, με δεμένα τα χέρια πισώπλατα, αρχίζει να τους γυρνά όλη τη νύχτα από γκρεμούς και φαράγγια ως που έφθασαν έξω από το ιστορικό Αρκάδι. Και σε κάποια στιγμή βρίσκει την ευκαιρία και κάνει φτερά και τους φεύγει.
Ο νέος αντάρτης τρέχει και οι Ούννοι ρίχνουν πίσω του όση φωτιά κρατούσαν. Χιλιάδες σφαίρες ξόδεψαν χωρίς να τον πετύχουν. Μα να, μια τραγική σύμπτωση του φέρνει τον θάνατο. Καθώς έτρεχε, έπεσε πάνω σε συρματόπλεγμα ενός αμπελιού της Μονής του Αρκαδίου. Κρεμάστηκε πάνω του και καθώς είχε πισώπλατα δεμένα τα χέρια, δεν μπόρεσε να κινηθεί. Έτσι τον βρήκαν οι Γερμανοί και κρεμασμένον του έριχναν ως που τον έκαναν κομμάτια.
Έτσι έπεσαν τα πέντε παλικάρια του νομού Ρεθύμνης που πήγαιναν μια μέρα με ανοιξιάτικη βροχή σε κάποια πατριωτική αποστολή, με επικεφαλής τον άξιο οδηγητή και ήρωα του ΕΛΑΣ Γιάννη Μαθιουδάκη…».

Το τραγικό τέλος και του Κλεάνη
Για τον Κλεάνη ο Μιχάλης Χριστοφοράκης αναφέρει και τα εξής: «Κάποια στιγμή οι Γερμανοί κατάφεραν να πλησιάσουν στο στόμα της σπηλιάς ενώ ήταν μέσα μόνο ο Κλεάνης και πέταξαν μια χειροβομβίδα. Ο Κλεάνης άρπαξε τη χειροβομβίδα και τη γύρισε πίσω. Η χειροβομβίδα έσκασε μόλις έφυγε από τα χέρια του και τον τραυμάτισε ένα θραύσμα της στο εξωτερικό μέρος της δεξιάς παλάμης. Ταυτόχρονα ο Μιχάλης Κλεάνης επιχείρησε έξοδο και με τη βοήθεια του σκοταδιού και τον αιφνιδιασμό των Γερμανών από την επιστροφή της χειροβομβίδας κατάφερε να ξεφύγει και να γλυτώσει.
Στη συνέχεια προχώρησε σε διπλανό χωριό που περιθάλφθηκε για λίγες μέρες κι από κει προχώρησε και συνέχισε τη θεραπεία στο χωριό Απόστολοι, κοντά στον Γιώργη Νεονάκη. Μετά από δυο, τρεις μήνες, Ιούλη του 1944, στάλθηκε στα Χανιά κι ανέλαβε κομματική δουλειά σαν γραμματέας της Ακτιδικής Επιτροπής Κισσάμου».
«Ήταν ατρόμητος σύντροφος ο Μιχάλης Κλεάνης», τονίζει ο Χριστοφοράκης, «δοσμένος ψυχή και σώμα στο ΚΚΕ γι’ αυτό μετά την απελευθέρωση έφυγε στο χωριό του στην Ήπειρο κι από κει όπου τον έστελνε το κόμμα. Τελικά το 1948 από κρατούμενος στο Μακρονήσι στάλθηκε στα Χανιά όπου τον δολοφόνησε η ασφάλεια Χανίων».
Μια ακόμα σημαντική μαρτυρία για το γεγονός αυτό μας έχει διασώσει ο ιστορικός, φιλόλογος-κοινωνιολόγος Κωνσταντίνος Περακάκης, γιος του μοναδικού επιζήσαντα της μάχης Αντώνη Περακάκη.
Ο ίδιος διηγήθηκε με γλαφυρό τρόπο και συγκινησιακή φόρτιση τα όσα ο πατέρας του είχε εξιστορήσει σε επιστολή του προς τον συγγραφέα Νίκο Περακάκη. Η επιστολή περιλαμβάνεται αυτούσια στο βιβλίο «Ήρωες και Μάρτυρες» (εκδόσεις «Μυλοπόταμος» 1978): Χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα: «Αμυνθήκαμε με ό,τι μέσα είχαμε και κάναμε έξοδο ένας-ένας. Πρώτος έφυγε ο Μαθιουδάκης με το πιστόλι στο χέρι. Σκοτώθηκε μόλις βγήκε, καθώς κι ο Αεράκης. Ο Τερζιδάκης πάλεψε σαν λιοντάρι και τραυματίστηκε στο πόδι βγαίνοντας. Τραβήχτηκε πίσω από μια ελιά και συνέχισε να μάχεται. Εκεί τον βρήκε μια σφαίρα στο μάτι και τον αποτελείωσε. Μόνος που γλίτωσε χωρίς να τραυματιστεί ήμουν εγώ. «Έφυγε» ο «Κουμπάρος», αν και τραυματίας. Ο Χατζηνικολής παραδόθηκε και την άλλη μέρα τον σκότωσαν στο Αρκάδι, όταν αποπειράθηκε να φύγει. Τελευταίος «έφυγε» ο Βαβαδάκης, αφού των πέταξε μια χειροβομβίδα. Από τους Γερμανούς δε σκοτώθηκε κανείς. Προδοσία δεν υπήρξε, γιατί ο πρώτος Γερμανός που πλησίασε στον πόρο της σπηλιάς είχε το ταχυβόλο «αναρτήσατε». Αν ήταν προδοσία θα το ‘χε προτεταμένο. Τώρα τι ζητούσαν ηλιοβασιλέματα οι Γερμανοί εκεί! Ζητούσαν δυο Γερμανούς που τους είχαμε πάρει αποβραδίς με τον οπλισμό τους. Ήταν αυτόμολοι. Όλα αυτά που σου γράφω για τη σπηλιά είναι αυθεντικότατα, τα έζησα και πάλεψα μαζί με όλους τους άλλους (…)».
Πώς γλίτωσε από τον κατακτητή ο Περακάκης;
Η σπηλιά, εκτός από την κύρια είσοδο, έχει και ένα μικρότερο άνοιγμα παραπλεύρως. Την εποχή εκείνη ήταν κλειστό με ξερόπετρες. Ο Αντώνης Περακάκης έβγαλε τις πέτρες, πέταξε το «καπότο» του από την κύρια είσοδο και ταυτόχρονα διέφυγε πλαγίως από το μικρό άνοιγμα. Ακολουθώντας την ίδια κατεύθυνσή του Αεράκη, πήδηξε στο πρανές, αλλά, λόγω του ύψους, λύγισαν τα γόνατα και έκατσε. Αυτό κυριολεκτικά τον έσωσε γιατί είχε αρχίσει να νυχτώνει και έβλεπε τα φωτεινά σημεία των σφαιρών να περνούν τρία δάχτυλα πάνω από το κεφάλι του. Το καπότο, διάτρητο από τις σφαίρες, το διαφύλαξε αρκετά χρόνια σε ασφαλές μέρος. Σύμφωνα με μαρτυρία του, ο Τερζιδάκης θα μπορούσε να διαφύγει άνετα, αλλά όπως του είχε εκμυστηρευτεί δεν το έκανε γιατί ήθελε να πάρει πίσω το αίμα του εκτελεσθέντος αδερφού του. Δυστυχώς και ο ίδιος δεν τα κατάφερε.
Μια μεγάλη μορφή
Από τις μεγάλες μορφές του αγώνα ήταν ο καθηγητή Μαθιουδάκης που χάθηκε στην άτυχη αυτή περιπέτεια στο σπήλαιο της Γκιουμπράς. Σύμφωνα με τον Κώστα Ξεξάκη καθηγητή: «Ο Γιάννης Μαθιουδάκης εγκατέλειψε την υπηρεσία του στο Γυμνάσιο, την οικογένειά του και την ησυχία του και ρίχτηκε στον αγώνα. Εκεί μερικοί κρατούσαν όπλα – όσοι είχαν – και τα όπλα ρίχνουν σφαίρες. Μα ο Γιάννης Μαθιουδάκης είχε άλλα όπλα. Δεν έριχνε σφαίρες. Έριχνε τους κεραυνούς του λόγου του. Είχε τον χείμαρρο της ευγλωττίας του. Είχε τις αστραπές των ματιών του.

Ο Μάρκος Ζουριδάκης μου είχε πει: «Εκείνα τα μάτια του όταν στριφογυρίζουν μανιασμένα πετούν αστραπές και φοβάσαι να τα κοιτάξεις».
Είχε δύναμη και μεγαλείο η παρουσία του λεβεντόκορμου άντρα. Όσοι τον άκουγαν ένιωθαν να ξυπνά μέσα των μια αντρειοσύνη που μετά δεν μπορούσαν να την υποτάξουν. Μου το είπε ένας που τον είχε ακούσει στο χωριό του να μιλάει την επόμενη μέρα: «Απόψε δεν κοιμήθηκα όλη νύχτα, μια φωτιά μού βάλενε μέσα μου. Αυτός είναι μεγάλος άνθρωπος».
Μετά τη Μάχη της Κρήτης ο Γιάννης Μαθιουδάκης, αναχωρεί οικογενειακώς για τη γενέτειρά του, την Κοξαρέ, όπου παρέμεινε δύο – τρεις μήνες. Τον Σεπτέμβριο του ’41 αναλαμβάνει καθηγητής στο Γυμνάσιο Ρεθύμνου και το ’42 προσχωρεί στο ΕΑΜ και αναδεικνύεται ηγετικό στέλεχος της Εθνικής Αντίστασης στον νομό Ρεθύμνου.
Το ’42 ή το ’43, ιδρύει την αντιστασιακή εφημερίδα «Νίκη», το ’43 εκφωνεί πατριωτικό λόγο στους μαθητές μετά την αναγγελία του θανάτου του Κωστή Παλαμά και οι Γερμανοί επιχειρούν να τον συλλάβουν, αλλά διαφεύγει και διακόπτει αυτοβούλως τη διδασκαλία του στο Γυμνάσιο Ρεθύμνου. Από τότε αφιερώνεται αποκλειστικά στον αντιστασιακό αγώνα κατά των Γερμανών.
Δυστυχώς εκεί στη σπηλιά γράφτηκε με τραγικό τρόπο ο επίλογος της ζωής του που ήταν αφιερωμένη στους αγώνες για τις ηθικές αξίες και τη λευτεριά.
Μετά την απελευθέρωση, άνθρωποι της οικογένειας του Γιάννη Μαθιουδάκη, συγχωριανοί και συναγωνιστές του μετέφεραν τα οστά του στο χωριό από την περιοχή που σκοτώθηκε. Εξιστορεί ο συγχωριανός του Γιώργης Βαβουράκης: «Ο θάνατος του Μαθιουδάκη, ήτανε ένα πλήγμα για την οργάνωση. Πήγαμε, λοιπόν, κι εγώ ο ίδιος έσκαψα και μάζεψα τα οστά του και τα φέραμε στο χωριό με ένα αυτοκίνητο που οδηγούσε, νομίζω, ο Δημοσθένης ο Πεδιαδιτάκης από το Σπήλι. Το κασάκι που ήτανε τα κόκαλα του καθηγητή, θυμούμαι και το είχαμε βάλει σε μια προέκταση που ‘χε το αυτοκίνητο στο φτερό και το σκεπάσαμε με την ελληνική σημαία. Εκεί βρέθηκε εκείνη τη μέρα κι ένας υπενωμοτάρχης, που είχε υπηρετήσει και στο σταθμό Χωροφυλακής Κοξαρέ και μπορεί, τότε, να ήταν σε απόσπασμα που κυνηγούσε τους κομμουνιστές! Πλησίασε, λοιπόν, κοντά μας και μας έκανε την παρατήρηση, γιατί βάλαμε τη σημαία πάνω στην κάσα. Εγώ, νεαρός τότε, του είπα ότι ο καθηγητής αξίζει τη σημαία και όχι ορισμένοι άλλοι».

Από την πρώτη κιόλας επέτειο, το 1945, τιμήθηκε το γεγονός αυτό και οι ήρωές του. Μόνο που οι προσκυνητές μνήμης πήραν τα μέτρα τους για να αποφύγουν τις ύπουλες ενέργειες των κατάλοιπων της κατοχής που ζητούσαν τρόπους να γλιτώσουν.
Για να αποφευχθούν έκτροπα έδωσαν στα μικρά παιδιά να κρατούν τα στεφάνια που θα κατέθεταν στη μνήμη των αγωνιστών. Πίστευαν πως οι επίδοξοι ταραξίες θα σέβονταν τα παιδιά. Και παραδόξως δικαιώθηκαν.
Αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στους διοργανωτές της φετινής εκδήλωσης που δίνουν συνέχεια στην απόδοση τιμής μιας ακόμα ιστορικής σελίδας του τόπου μας. Μια επέτειο που οι σπουδαίοι αντιστασιακοί μας της έδιναν μεγάλη σημασία και κάθε χρόνο την τιμούσαν με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια κληροδοτώντας το χρέος στις επόμενες γενιές να συνεχίσουν την παράδοση αυτή.