Έπρεπε οπωσδήποτε να πάει στον γιατρό. Δεν ένοιωθε τόσο καλά τελευταία. Κακός ύπνος, εμμονές, φοβίες, εύκολη κόπωση, όλα αυτά μαζί. Πήρε το δρόμο για τα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου και σε λίγο καθόταν απέναντι στο γιατρό. Έπρεπε πρώτα να διηγηθεί κάποια πράγματα, πως ήταν η ζωή του. Έπρεπε να ξετυλίξει το κουβάρι. Αλήθεια, ποια ήταν η ζωή του;
Ζούσε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στις παρυφές της πόλης. Κάθε πρωί του άρεσε ν΄ ανοίγει την μπαλκονόπορτα και να διασκεδάζει ακούγοντας τις χαρούμενες φωνές των παιδιών και τις προτροπές των μανάδων τους, (Γιωργάκη γύρνα πίσω, Ελενίτσα, το γάλα σου…).
Ζούσε μια συνηθισμένη ζωή, σε χαμηλούς τόνους. Του άρεσε να σκέφτεται. Του άρεσε να φιλοσοφεί.
– Ας μην αφήνουμε το μυαλό να κάθεται και να σκουριάζει, έτσι δεν είναι Μανόλη;
Άλλοτε πάλι είχε εμμονές. Μια βαριά μπόχα, μια μυρωδιά σαπίλας του φαινόταν απλωμένη παντού, σε όποιο μέρος της Ελλάδας κι αν βρισκόταν. Η ζωή στο γραφείο ήταν βαρετή. Ολόκληρο το χρόνο ζούσε με την προσμονή, πότε θα έρθει η ώρα να βυθιστεί επιτέλους στη νωχέλεια των διακοπών, στο πράσινο της εξοχής ή στο γαλάζιο του θαλασσινού τοπίου. Μέσα στην περίοδο των διακοπών μπορούσε να βυθίζεται στις σκέψεις του ανενόχλητος. Του άρεσε να κάνει επίμονες εξαντλητικές αναλύσεις, πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου προπάντων.
Έγραφε γράμματα, δεκάδες γράμματα. Έστελνε μερικά σε φίλους μπιστικούς, τ’ άλλα τα’ σκιζε. Ήθελε να μοιράζεται τις σκέψεις του με κάποιον. Συχνά τον κυρίευε μια βαριά θλίψη όταν αναρωτιόταν πιο άραγε θα μπορούσε να είναι το μέλλον αυτής της χώρας. Με τόσο βαθιά ριζωμένη τη διαφθορά, πως άραγε μπορούμε να ελπίζομε για το μέλλον, πώς να δώσομε λίγη αυτοπεποίθηση στα παιδιά μας; Πως θα βαδίσει μπροστά η νέα γενιά; Αλλά και πιο θα ήταν το μέλλον του πλανήτη με τόσα ήδη οξυμένα περιβαλλοντικά προβλήματα;
Μοιραία κάποτε ο λογισμός του στρεφόταν στους αρχαίους ημών προγόνους. Σπουδαία αλήθεια παρηγοριά αυτοί οι αρχαίοι. Για παράδειγμα, ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής τον συγκινούσε πατόκορφα. Ο μύθος του Οιδίποδα, η Ιοκάστη, η Ηλέκτρα, η Αντιγόνη έκαναν τα συναισθήματά του να απογειώνονται, να αποκτούν μια υφή αιθέρια, να υπερνικούν τα άλματα των ασύνδετων σκέψεων που κάποτε – ευτυχώς σπάνια- έκαναν την αναπνοή του να κόβεται και να τρέχει πανικόβλητος σε κάποιο γιατρό.
Ήξερε πως έπασχε από κάποιες φοβίες, «ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή» το λένε αυτό οι γιατροί. Τι να σου κάνουν κι οι γιατροί όταν είναι ξερό το κεφάλι σου.
Αγαπούσε τη μουσική. Μάρκος Βαμβακάρης – μια φούντωση μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά. Γιάννης Παπαϊωάννου -σουρωμένος θα’ ρθω πάλι στην παλιά σου γειτονιά. Μπαγιαντέρας -σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει.
Του άρεσε ν’ αφήνει τη σκέψη του να ταξιδεύει στα μελλούμενα. Προσπαθούσε να μαντέψει πως θα είναι το μέλλον.
– Τότε όμως, σ’ αυτό το μέλλον, θα έχουν ξεπεταχτεί άλλοι, νεώτεροι από εμένα, πολίτες με συγκροτημένη παιδεία, με πίστη στη δημοκρατία την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, άνθρωποι που θα προσφέρουν την ικμάδα του μυαλού και της ψυχής τους στην αμφισβήτηση, στις νέες ιδέες, στην ανανέωση και στην πρόοδο.
Ναι, βαριά η κατάθλιψη πλακώνει τους δυστυχείς, αδύναμους ανθρώπους. Η οικονομική κρίση (ή αλλιώς η αναδιανομή του πλούτου από τους ισχυρούς) τα έκανε όλα δυσκολότερα. «Με την πρώτη σταγόνα καλοκαιριού σκοτώθηκε η μελαγχολία. Με την πρώτη σταγόνα της βροχής θα σκοτωθεί το καλοκαίρι», έγραψε στο ημερολόγιό του τη δέκατη μέρα του Μάρτη.
«Πιθανή καταθλιπτική συνδρομή», έγραψε ο γιατρός βαριεστημένος στο βιβλίο ασθενών. Λίγα χάπια Σεροξάτ και όλα θα πήγαιναν καλύτερα. Φόρεσε το σακάκι του και χάθηκε στο βάθος του δρόμου, ένας ακόμη περιπλανώμενος μέσα στη μοναξιά του.