Ο άνθρωπος δε φέρει στο θυμικό του μόνο όσα του συνέβησαν.
Κουβαλά και όσα θεωρεί πως του οφείλονται: μια εξήγηση, μια συγγνώμη, μια αποκατάσταση, μια δικαίωση…
Μερικές φορές ακόμη και μια τιμωρία. Κι όσο η οφειλή παραμένει ανοιχτή, το παρελθόν εξακολουθεί να έχει δικαιώματα επάνω στο παρόν.
Ίσως γι’ αυτό υπάρχουν άνθρωποι που πέρασαν χρόνια ολόκληρα περιμένοντας κάτι που δεν ήρθε ποτέ. Όχι επειδή δεν μπορούσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους, αλλά επειδή ένα μέρος της υπάρξεώς τους είχε μείνει στραμμένο προς τα πίσω, εκεί όπου η ιστορία όφειλε ακόμα μια απάντηση.
Και κάπως έτσι η πληγή παύει κάποτε να είναι μόνο πληγή. Γίνεται λογαριασμός. Ο άνθρωπος θυμάται όχι μόνο τι συνέβη, αλλά τι δεν αποδόθηκε. Τότε έρχεται η ώρα που η μνήμη μεταβάλλεται σε απαίτηση. «Δεν θυμάμαι απλώς, θα πει στο είδωλό του. Διεκδικώ όσα αφέθηκαν στις σκιές του χθες». Μόνο που το παρελθόν δεν επιστρέφει τίποτε…
Κι εδώ, φίλοι μου, αρχίζει το μεγάλο ανθρωπολογικό παράδοξο της συγχωρήσεως. Γιατί ο άνθρωπος συχνά πιστεύει ότι, αν συγχωρήσει, θα χάσει το δικαίωμα της αδικίας του. Σαν να χρειάζεται να κρατά ζωντανή την οφειλή για να αποδεικνύει ότι πράγματι πληγώθηκε.
Κι όμως, η συγχώρηση δεν ακυρώνει την αδικία. Ακυρώνει την εξουσία της επάνω στο μέλλον! Αυτό είναι κάτι πολύ βαθύτερο από μια ηθική θέση. Είναι πράξη ελευθερίας!
Ο πολιτισμός που οι ίδιοι δημιουργήσαμε, μας έχει μάθει να σκεφτόμαστε με όρους ανταπόδοσης: δίνω για να λάβω, προσφέρω για να μου επιστραφεί, αδικώ και τιμωρούμαι, αδικούμαι και απαιτώ αποκατάσταση. Η λογική αυτή είναι αναγκαία για τη λειτουργία μιας κοινωνίας. Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην άρνηση της ευθύνης. Μια κοινωνία που συγχέει τη συγχώρηση με την ατιμωρησία δεν είναι κοινωνία αγάπης, παρά κοινωνία αδικίας. Αλλά θεωρώ πως υπάρχει ένα σημείο όπου η δικαιοσύνη, όσο αναγκαία κι αν είναι, δεν μπορεί πλέον να ολοκληρώσει την ανθρώπινη σχέση. Γιατί, φίλοι μου, η δικαιοσύνη μπορεί να αποφανθεί για το τι συνέβη. Δεν μπορεί όμως πάντοτε να αποφασίσει τι πρόκειται να συμβεί εις το εξής με εκείνους που το έζησαν. Εκεί ακριβώς αρχίζει η συγχώρηση. Όχι ως αντίπαλος της δικαιοσύνης, αλλά ως έξοδος από τον ατέρμονα κύκλο της ανταπόδοσης. Γιατί αν κάθε πληγή γεννά μια νέα πληγή, τότε η ιστορία δεν θεραπεύεται ποτέ. Απλώς κληροδοτεί το τραύμα από τον έναν άνθρωπο στον άλλον, από τη μια γενιά στην επόμενη. Η συγχώρηση, επομένως, δεν είναι λήθη. Είναι διακοπή της κληρονομικότητας του μίσους.
Αγαπητοί μου,
ίσως γι’ αυτό η δυσκολότερη μορφή συγχωρήσεως δεν είναι να πεις στον άλλον «σε συγχωρώ». Είναι να μπορέσεις κάποτε να πάψεις να οργανώνεις τη ζωή σου γύρω από εκείνον. Να μη γίνεται η απουσία του μόνιμη παρουσία. Να μη χρειάζεσαι πλέον να αποδείξεις ότι αδικήθηκες. Να μη χρειάζεται η ψυχή σου να επιστρέφει κάθε τόσο στον ίδιο τόπο για να ξαναζήσει το ίδιο γεγονός. Γιατί υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος πρέπει να αποφασίσει: θα μείνει πιστός στην πληγή του ή στη ζωή του; Και, πιστέψτε με, το δίλημμα αυτό είναι σκληρό. Διότι η πληγή έχει μνήμη.
Η ζωή έχει μέλλον. Η πληγή ζητά να θυμάσαι ποιος σε πλήγωσε.
Η ζωή, όμως, ζητά να θυμηθείς ποιος είσαι. Ακριβώς γιατί εν τέλει συγχώρηση σημαίνει να πάρεις πίσω από το παρελθόν το δικαίωμα να ορίζει το πρόσωπό σου […].
Μήπως η πραγματεία του σημερινού μας προβληματισμού δεν αποκτά παράλληλα μια βαθιά κοινωνική σημασία; Μια κοινωνία δεν διαλύεται μόνο από τις αδικίες που υφίσταται, αλλά από την αδυναμία της να μετατρέψει τη μνήμη της αδικίας σε σοφία. Γιατί άλλο είναι να θυμάμαι για να μη λησμονήσω και άλλο να θυμάμαι για να μισώ. Η πρώτη μνήμη προστατεύει την ιστορία. Η δεύτερη φυλακίζει το μέλλον.
Ένας λαός που λησμονεί τα τραύματά του κινδυνεύει να τα επαναλάβει. Ένας λαός όμως που ζει αποκλειστικά μέσα στα τραύματά του κινδυνεύει να γίνει ο ίδιος τραύμα για τις επόμενες γενιές. Γι΄ αυτό η ώριμη μνήμη δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά νόημα, εκεί όπου ακόμη και η οδύνη μπορεί να γίνει ελευθερία, όπως τόσο βαθιά μας δίδαξε ο Σολωμός γράφοντας τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους».
Η συγχώρηση, όμως, έχει και μια άλλη, ακόμη βαθύτερη διάσταση. Αφορά την ίδια την εικόνα που έχει ο καθένας για τον άνθρωπο. Γιατί όταν καταδικάζουμε κάποιον οριστικά, υπάρχει ο κίνδυνος να τον ταυτίσουμε για πάντα με τη χειρότερη πράξη του. Η συγχώρηση αρνείται αυτή την τελική ταύτιση. Δεν λέει: «Δεν συνέβη». Λέει: «Δεν θα σε αφήσω να είσαι μόνο αυτό που έκανες». Τούτο δεν είναι, αλήθεια, μία από τις υψηλότερες μορφές ελευθερίας που μπορεί να προσφέρει ένας άνθρωπος σε έναν άλλον; Να του αναγνωρίζει, δηλαδή, την ευθύνη του χωρίς να του αφαιρεί κάθε δυνατότητα μεταμορφώσεως. Γιατί ο άνθρωπος είναι πάντοτε περισσότερο από το λάθος του… όπως είναι και περισσότερο από το τραύμα του!
Κι εδώ, σχεδόν αθόρυβα, η ανθρώπινη σκέψη συναντά το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός δεν προσφέρει τη συγχώρηση ως κοινωνικό τέχνασμα για να αποφεύγονται οι συγκρούσεις. Την τοποθετεί στον πυρήνα μιας άλλης υπάρξεως.
«…καί ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς οφειλέταις ἡμῶν…» (Ματθ. 6:9-13).
Η λέξη είναι συγκλονιστική: «οφειλήματα».
Σάμπως η ανθρώπινη σχέση να έχει μετατραπεί σε λογαριασμό. Και το «ἄφες» να σημαίνει: άφησέ τα να φύγουν από πάνω μας. Όχι επειδή δεν υπήρξαν, αλλά επειδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να εισέλθει ελεύθερος στο μέλλον, εάν εξακολουθεί να κουβαλά λογιστικά βιβλία του παρελθόντος.
Κι ακόμη βαθύτερα: ο Χριστός πάνω στον Σταυρό δεν περιμένει πρώτα την απολογία των άλλων για να αγαπήσει. «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς…» (Λουκ. 23:34).
Στο σημείο αυτό η συγχώρηση παύει να είναι απλώς απάντηση σε μια μεταμέλεια. Γίνεται πρωτοβουλία αγάπης. Κι ίσως γι’ αυτό η χριστιανική συγχώρηση είναι τόσο δύσκολη: δε ζητά απλώς να σταματήσεις να μισείς. Ζητά να αρνηθείς να κάνεις το κακό που σου συνέβη την τελική αλήθεια της υπάρξεώς σου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως η συγχώρηση επιβάλλει συμφιλίωση. Δεν επιστρέφει ο άνθρωπος εκεί όπου καταστράφηκε. Δεν ξαναδίνει τυφλά την εμπιστοσύνη του. Δεν ονομάζει την κακοποίηση «αγάπη». Δεν καταργεί τα όρια. Δεν απαιτεί από τον πληγωμένο να εκθέσει ξανά τον εαυτό του στην ίδια πληγή… Μπορεί να συγχωρήσεις και να κρατήσεις απόσταση. Μπορεί να αφήσεις την οφειλή και να μη δώσεις ξανά το ίδιο «κλειδί».
Γιατί η συγχώρηση είναι εξαγορά της ελευθερίας από τη μνήμη κι όχι κατάργηση της μνήμης. Αυτό είναι το θαύμα της συγχωρήσεως: δεν εξαφανίζει την ουλή, αλλά της αφαιρεί το δικαίωμα να είναι ολόκληρο το σώμα.
Και στο τέλος, φίλοι μου, μπορεί η συγχώρηση να είναι η πιο αθόρυβη μορφή θανάτου ενός παλιού εαυτού. Πεθαίνει ο άνθρωπος που μετρούσε, που κρατούσε λογαριασμό, που περίμενε ανταπόδοση, που επέστρεφε νοερά στην ίδια σκηνή, που ζητούσε από το παρελθόν να γίνει διαφορετικό… Και γεννιέται ένας άλλος άνθρωπος, όχι επειδή ξέχασε αλλά επειδή ελευθερώθηκε! Γιατί, πολύ απλά, η ζωή δεν μπορεί να προχωρήσει όσο το παρελθόν εξακολουθεί να έχει επάνω της «δικαίωμα ιδιοκτησίας».
Κάποια στιγμή πρέπει να κλείσει ο λογαριασμός. Όχι, βέβαια, επειδή όλα τα χρέη εξοφλήθηκαν, αλλά επειδή αποφάσισες πως δεν θα είσαι για πάντα ο λογιστής της πληγής σου!
Και τότε η συγχώρηση γίνεται αυτό που ίσως πάντοτε ήταν: Η ελευθερία που αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η οφειλή!











