Τα παράπονα της πόλης για να τα ακούει ο…δήμαρχος
Το Ρεθεμνιώτικο Καρναβάλι έχει μια ακόμα ιδιαιτερότητα που όμως έχασε τελευταία. Πρόκειται για την Προσφώνηση και Αντιφώνηση του Καρναβαλιού, λογοτέχνημα που αποτελεί και μια κοινωνική προσέγγιση των προβλημάτων κάθε εποχής.
Ενδεικτικό το παρακάτω κείμενο που γράφτηκε για τις αποκριάτικες εκδηλώσεις το 1907.
Το Ρέθυμνο βρισκόταν και τότε σε μια περίοδο μεγάλης στέρησης για τους πολλούς και μόνο μερικές οικογένειες «τα μεγάλα τζάκια» της πόλης είχαν την ευχέρεια να ζουν με άνεση. Δόθηκε λοιπόν μια ευκαιρία στον κειμενογράφο της εποχής να εκτονωθεί σατιρίζοντας τα «τρωτά» της εποχής του.
Και ιδού πως τα παρουσίαζε προσφωνώντας τον Βασιλιά Καρνάβαλο:
«Ως ευ παρέστης Βασιλιά της πιο τρελής χαράς
του γέλωτος, της τέρψεως και πάσης ευθυμίας
πάσης ιδέας σκωπτικής και όψης ιλαράς
διώκτα δε της σκέψεως της θλιβεράς ανίας
Των πάντων οι πιστότεροι ημείς υπήκοοί σου
φαιδρώς πανηγυρίζομεν δια την άφιξίν σου
δι ήν τόση κατέλαβε το Ρέθυμνο φρενίτις
κι έγινε τόσος θόρυβος και τόσο πατιρντί
στην πόλιν των φάιβ ο κλόκ και των απρέ μιντί.
Ώστε ο κάθε μασκαράς Ρεθύμνιος πολίτης
ανεξαρτήτως τάξεως φύλου και ηλικίας
είτε εκ του κύκλου του κλεινού της αριστοκρατίας
είτε αστός απρόσκλητος (!!) στα πάτρια (;;;)εμμένων
ενθουσιώδης έτρεξεν εις προϋπάντησίν σου
χοροπηδών κι επευφημών. Την δε υποδοχήν σου
την προπαρασκευάζομεν από των Χριστουγέννων
και δεν παρήλθεν έκτοτε ημέρα, ουδέ νυξ
άνευ τινός απρέ μιντί, φάιβο ο κλόκ, ζουρ φιξ.
Μπιεν αριβέ, μπιεν αριβέ, πόσον είσθε καλός
και δεν μας λησμονήσατε μον χιερ Καρναβαλός.
Μας καθυποχρεώσατε, παρσκ-λα νομπλές ομπλίζ.
Γι’ αυτό σας ητοιμάσαμεν κιημείς μια γκράντ σουπρίζ.
Πουρ βου μετημφιέσθημεν εδώ όλοι ομού
εις αληθείς Παρισινούς δανδήδες του συρμού
Και πάντες είμεθα αν γκραντ, αν μιραμπώ, αν φράμ
κι ο Γιακουμής ο πρόστυχος κι ο ευγενής «λε Ζάκ».
Κρασί πλέον δεν πίνομεν σ’ ετρέ μπουρζουαζί
και νου μπιβόν ντε χιοκολά χιαμπάν ε μαρβαζί
χόρτα ,φασόλια κι ες κεσά, σ’ επά κονύ μουά
Ισί ον μανζ ντε φουα γκρα φαιζάν αν Χινουά
του ζούρ μιλούμεν για παρφέμ και εσθήτας μεταξίνας
συνήθως δε τους γάμους μας τελούμεν εις Αθήνας.
Μπιεν απροπό μας έφθασες μες στα διασκεδάσεις
εις εποχήν που δύνασαι προ πάντων να θαυμάσεις
τους κύκλους μας τους υψηλούς ,την αριστοκρατίαν
του χρήματος, του πνεύματος και της καταγωγής
την χάριν, την αβρότητα βλέπων την Ρεθεμνίαν
σαν ντουτ, σαν ντουτ μον χιέρ αμί πολύ θα εκπλαγείς.
Εδώ οι κυανόαιμοι ευρίσκονται πολίται
εδώ και η ευγένεια και αι περγαμηναί
μόνον εδώ η γαλλική απταίστως ομιλείται
και ρεβεράνς κυριαρχούν όντως Παρισιναί
Εδώ-εδώ Καρνάβαλε η κάθε αυθεντία
με ύφος αρειμάνιον με γλώσσαν αυστηράν
και αι αριστοκράτιδες μέσα στα καφενεία
διδάσκουσιν εις τον λαόν την συμπεριφοράν
Ως ευ παρέστης Βασιλεύ της μασκαραδοσύνης
της μέθης της ξετσιπωσιάς και πάσης αφροσύνης
Επευφημήτω πας λαός και αποκαλυφθήτω
ο κραταιός καρνάβαλος ο βασιλεύς μας ζήτω…».
Με αυτάς τας φιλοφρονήσεις υποδέχτηκαν τον Βασιλιά Καρνάβαλο οι Ρεθεμνιώτες του 1907. Εκείνος όμως κατά τα καρναβαλικά πρότυπα δεν φάνηκε να συγκινήθηκε από τις «ρεβεράντζες» και τους στόλισε καλά καλά …


Η Αντιφώνηση του Καρνάβαλου
«Πάντα λοιπόν εις πέλαγος θα πλέετε μωρίας
και θα καταβυθίζεσθε σ’ αμέτρητα δεινά
χωρίς ποτέ καμμιά ακτίς ελπίδος σωτηρίας
για σας κιτρινομούρηδες να λάμπει πουθενά;
Ρεθύμνιοι ανούσιοι κρυοτουρτουρισμένοι
αργόσχολοι, απένταροι, ινφλουεντζαρισμένοι
τα μούτρα σας δεν βλέπετε,της τσέπης σας το χάλι
που μοιάζει σε κουφότητα στο κλούβιο σας κεφάλι
Μόνο ρωτάτε χάσκοντες αν η ορκωμοσία
του αρμοστού εγένετο εν πλήρει απαρτία
Και συζητείτε βλακωδώς προς ποίον τάχα κόμμα
προβλέπει μ’ ευμενέστερον ο αρμοστής σας όμμα
τινές οι νέοι λειτουργοί οι της δικαιοσύνης
και τίνων επληρώθηκαν τα στόματα κινίνης
Αν έπεσε η Κυβέρνησις και αν μεταβολαί
και εις τους κλάδους τους λοιπούς επίκεινται πολλαί
Κι ενώ μη λησμονήσετε φοβούμαι να μασείτε
και κατ’ ανάγκην οπαδοί της Δούγκαν θα γενείτε
χορούς ,κονσέρτα κάνετε και θέατρα παντοία
ωσάν μη των στομάχων σας ήρκει η …συναυλία
διόλου δε δεν σκέφτεσθε για δρόμους , για λιμάνι
και τα λοιπά κοινωφελή έργα σας ποιός θα κάνει
‘Ηθελα κι άλλα να σας πω αγαπητοί μου φίλοι
μα προτιμώ το στόμα μου να δέσω με μαντήλι
ως Παπαλέξης έτερος δι’ ευνοήτους λόγους
και συνοψίζων των λοιπών συμβάντων σας τους ψόγους
σας λέγω ότι δι ‘ αυτά μεγάλως επεθύμουν
είς εκατόγχειρ σήμερον Καρνάβαλος να ήμουν
Για να μπορούσα μονομιάς τα χέρια μου απλώνων
με εκατό καθένα σας φάσκελα να μουτζώνω».
Στο πρώτο μεταπολεμικό Καρναβάλι
Και φθάνουμε στη μεγάλη πρώτη διοργάνωση του μεταπολεμικού Καρναβαλιού από την Περιηγητική Λέσχη (Φεβρουάριος 1960).
Από την οικία Δρανδάκη προσφώνησε τον βασιλιά Καρνάβαλο ο Χάρης Σαριδάκης (Παύλος Κεδραίος) λέγοντας:
«Καρνάβαλε εξοχότατε καλώς μας ήρθες πάλι
στον τόπο μας σαν βασιλιάς
του πλούσιου γέλιου της χαράς
να μας χαρίσεις ξακουστό εφέτος Καρναβάλι
Όλοι μας σε προσμέναμε σε τούτη δω τη χώρα
Να ‘ρθεις Εσύ ο Μέγας Μασκαράς
αχόρταγος πιοτής και κοιλαράς
της ευωχίας του κεφιού της Αποκριάς τα δώρα.
Σ’ όλους που σε υποδέχονται πλούσια να σκορπίσεις
μα όπως ξετσίπωτος κρατάς
το σκήπτρο κι όπως μας κοιτάς
κοίταξε κακομούτσουνε να μη μας σε θιαρμήσεις.
Του κύκλου τα γυρίσματα σε φέρανε σε τόπους
που κάποτε σε γνώρισαν
αφού σ’ εταλαιπώρησαν
πάνω σε κάρο κι έβλεπες μόνο παλιούς ανθρώπους.
Τώρα με αυτοκίνητα και πλούσια παράτα
διαβαίνεις και αναζητάς
Τα όσα σου πέταξαν μεμιάς
Φασόλια, χαρτοπόλεμο και κόλιαντρα στη στράτα.
Καρνάβαλε την πρόοδο που βλέπεις μη ζηλέψεις
έχουμε κι άλλα θάματα
κι ας είναι μόνο τάματα
που πρέπει με την κούτρα σου εσύ να τα μαντέψεις.
Θ’ ακούσεις καλωσόρισες από χιλιάδες χείλια
χείλια βαμμένα κι άβαφα
χαρτιά γραμμένα κι άγραφα
θα σου ζητούν τασίματα λαγούς με πετραχείλια.
Σκόρπισε εσύ το γέλιο σου με του κρασιού τη γλύκα
σπείρε τριγύρω σου χαρά
Καρνάβαλέ μας μασκαρά
κι όξω για όξω ρίξε την απ’ τις καρδιές την πίκρα.
Μην τους σκιαχτείς τους γύρω σου Αφέντη, μασκαράδες
που θένε να σου μοιάσουνε
κοντά σου να τα σπάσουνε
γιατί είναι όλοι τους αγνοί και τίμιοι φουκαράδες.
Άλλους να τρέμεις Άζουδε «Ζήτω» σαν σου φωνάξουν
αυτούς που μάσκα δεν φορούν
κι ας είν’ μασκαρεμένοι
γιατί είναι αυτοί Καϋμέχολε που θένε να σε κάψουν.
Δεν με πιστεύγεις. Σαν το δεις θα σου κοπεί η ανάσα.
σ’ αυτό το Καρναβάλι
κόσμος μικροί μεγάλοι
όλοι μασκαρευτήκαμε αλλά με δίχως μάσκα.
Καλώς μας ήρθες το λοιπόν Καρνάβαλε το κέφι
Το γλέντι κι ο τρελός χορός
Νάνε συνθήματά σου Εμπρός!
Βαρέσετε όλοι τα βιολιά τις λύρες και το ντέφι
Όσο κρατήσει η βραδιά η αποψινή μπορείτε.
Η συντροφιά σου η ζηλευτή
που τόσο εστάθη σου πιστή
το γλέντι της αποκριάς άδολο να χαρείτε.
Αύριο το ξημέρωμα θα τάβρεις όλα σκούρα
γιατί κι εδώ όπως κι αλλού
θα βασιλέψει η Γρυλού
κι αντίο θα πούμε όλοι μας στης Αποκριάς τη σούρα
ως ευ παρέστης το λοιπόν Καρνάβαλε στην πόλη.
Ν’ αρχίσει η παράτα.
Ριχτείτε στα γεμάτα
και πίσω σου ερχόμαστε μικροί μεγάλοι όλοι
που μ’ ανυπόκριτη χαρά το χέρι τούτο αρχίσαμε
στο χρόνο μέσα μια φορά
τη μάσκα μας να βγάλουμε μια και τ’ αποφασίσαμε».

Απάντηση του Καρνάβαλου
Ακολούθησε η απάντηση του Βασιλιά Καρνάβαλου που έγραψε ο Γιώργος Τζανιδάκης.
«Φίλοι μου σας ευχαριστώ χίλια καλώς σας βρήκα
μα πιο πολύ ευχαριστώ αυτούς που θυμηθήκαν
κι εμένανε το Βασιλιά του γέλιου της χαράς
και τσ’ αναπαραδιάς.
Πολύ ευχαριστήθηκα όπου με προσκαλέσατε σ’ αυτό το Καρναβάλι
και η ψυχή μου ευφραίνεται γιατί πώς να σα; πω
φοβούμαι από τη χαρά μου πως θα κατουρηθώ.
Μα κι αν αυτό το πάθω δεν θα το μετανιώσω
γιατί η γη μας φέτο πάρα πολύ διψά
κι εγώ καθώς γνωρίζετε καλό θέλω να κάμω
στον τόπο σας αγαπητοί που τόσο μ’ εκτιμά.
Κι εφόσον εις το Κράτος μας έχουμε εγκεφάλους
έκρινα σκόπιμο κι εγώ να φέρω κεφαλάρους.
Αυτοί εδώ θα λύσουμε όλα σας τα προβλήματα
που χρόνια σας παιδεύουνε
μα προς Θεού μην ακουστεί πιο πέρα και μας δέσουνε.
Αυτοί θα θεραπεύσουμε όλες σας τις ανάγκες
και θα δημιουργήσουμε στην αμμουδιά παράγγες
τουριστικό περίπτερο εκεί θα σας σκαρώσουν
να σας αποστραβώσουν.
Το χαρουποεργοστάσιο αυτοί θα σας το κάνουν
κι αν δεν βρεθεί οικόπεδο νάχει όσα θέλουν μέτρα
τότε θα σας το χτίσουμε επάνω στη Φορτέτζα.
Και τον Περιφερειακό αυτοί θα τελειώσουν αν δεν το μετανοιώσουν
κι ακόμα τη Σχολή σας της Χωροφυλακής
αυτοί θα επανδρώσουν μ’ ανάλογα παιδιά
να πάψει κάθε γκρίνια και κάθε αναποδιά.
Κι εκείνο το λιμάνι οπού το λένε Μώλο
θα σας το κάμουν να χωρεί όλης της Γης το στόλο
αυτοί θα σας συνδέσουν συντόμως με τον Άρη
και το φεγγάρι σέρνουν να φέρουν στο Γεράνι.
Θέλετε αεροδρόμιο και αερολιμένα
μα όλα από μένα;
Όσα σας υποσχέθηκα δεν θα γενούν ποτέ σας
εκτός κι αν ενδιαφερθούν γι’ αυτά οι βουλευταί σας».

Καρναβάλι 1982
Κι ένα δείγμα από το ταλέντο του Αρκάδιου Πηγαίου και στο σατιρικό στίχο που έγραψε για το Καρναβάλι 1982:
Προσφώνηση Βασιλιά Καρνάβαλου
«Ω τιμημένε βασιλια! Γενναίε στο κουτάλι!
Χίλια καλώς εκόπιασες με συντροφιά μεγάλη!
Ω Βασιλιά Καρνάβαλε! Μεγάλο τ΄ ονομά σου!
Σαν το καπέλο που φορείς και κρύβεις τα ποφτά σου!
Ελπίζουμε δώρα πολλά στην πόλη μας να φέρεις!
Τη δυστυχία βέβαια που έχει, θα την ξέρεις!
Σωριάστηκαν προβλήματα, που απαιτούνε λύση.
Και τη Μεγαλοσύνη σου τιμώ, πως θα τα λύσει!
Λιμάνι θέμε Βασιλιά να μπαίνουν παποράκια!
Να φέρνουνε τουρίστριες αφράτες στα καμάκια!
Θέμε κι αεροδρόμιο για να προσγειωθούμε,
όσοι πετούμε στα ψηλά και προκοπή να δούμε!
Θέμε την πόλη την παλιά να ξανακαινουργιώσεις!
Στο μιναρέ της Νερατζές να κάτσεις ν΄αλαφρώσεις!
Θέμε νερό να πίνομε να δούμε την υγειά μας
κι από την Προκυμαία μας να βγάλεις τ΄ άπλυτά μας.
Και στης Ευρώπης θέλομε τις αγορές να μπαίνει,
τ΄ αγγούρι, με το λάδι μας, για να τους παγουραίνει!
Για την παρακαμπτήριο, ανε και ξεκινήσει,
και το δοξάρι το κοντό σου κάνομε μπαξίσι!
Ω δοξασμένε Βασιλιά! Μεγάλη ειν΄ η τιμή σου!
Ως ειν΄ το μπόι σου μακρέ, ετσά είναι κι η ψψψυχή σου;
Χαρώ τη τη Βασίλισσα! Πως φαίνεται τσαχπίνα!
Δούλευε μη της σιάξουνε κοπέλι του σωλήνα!
Και πάλι καλώς ώρισες στην πόλη μας την τόση!
Που την τιμά η παλλικαριά, η δούλεψη κι η γνώση!
Κι αν κάμεις όσα σου είπαμε, εγώ είμαι που στου τάσω,
στω Βασιλιάδω κλαδική, ως γένι να σε μπάσω!
Ωστόσο στο βουργίδι σου θα βάλω δυο κουτάλες,
από τα ζα που κλέψαμεν οψάργας στσ΄ Αραβάνες!
Κι αν πεις και της Βασίλισσας πράμα καλό για μένα,
ένα σκονάκι σε στριφτό έχω το για τα σένα!».
Αντιφώνηση
«Χίλια καλώς σας εύρηκα συντρόφισσες, συντρόφοι,
καλαμαράδες, μάστοροι, αγρότες, κτηνοτρόφοι!
Πως το περάσετε μωρέ το γύρισμα του χρόνου;
Άλλοι κοιμάστε ανάσκελα κι άλλοι του τρουλοκώλου!
Αλλάξατε τα χούγια σας και τους εθνοπατέρες!
Κι εγώ που σας εθάρρουνε όλους κρασοπατέρες,
έπεσα όξω μα το ναις! Οι κόποι σας χαλάλι!
Μα θα μαδήσει ο έφορος το έρμο σας κεφάλι!
Θα πείτε πως εμάθετε κι ας τους κι ας κουρκουνούνε,
μα όσοι γελούσανε παλιά, πάλι θε να γελούνε!
Κι αν ερωτάτε για τα με συντρόφισσες, συντρόφοι,
γύρεψα Χώρες και χωριά κι ως κι αν δεν είχα νιότη,
τα μάτια μου είδανε πολλά κι ακούσανε τ΄ αφτιά μου
και μ’ επιδέσμους έφερα οπίσω τα σκιανιά μου!
Είδα Λαούς να καίγουνται, κοπέλια να πεινούνε!
Άκουσα κόρες ορφανές γι΄ αγνότη να θρηνούνε!
Κι Αρκούδες είδα να μασούν της θάλασσας ψαράκια!
Είδα τα νύχια τ΄ αετού μπιγμένα σε κορμάκια!
Κι ένα Λιοντάρι γέρικο είδα το ν΄ ανασαίνει!
Σε κάθε του ανασεμιά και μια ψυχή να παίρνει!
Πάσκισα κι αγωνίστηκα, στους τόπους όπου πήγα,
να δώσω ελπίδα του φτωχού, του πρόσφυγα Πατρίδα!
Εγώ είμαι που ενέργησα σύσκεψη για να γίνει
ν΄ αποφασίσει αφοπλισμό, ειρήνη και γαλήνη!
Εγώ είμαι που ενέργησα η Αμερική να δώσει
μιλιούνια τα δολάρια τους Τούρκους να μπουκώσει!
Να κάτσουνε στα μάτια τους, να τρέξουν απ΄ τα σκέλια
να μη θωρούν τα ξαναβγούν από τα Δαρδανέλια!
Εγώ είμαι που απόλυσα τον Κίσσιγκερ! Και πήρα
το Χαίηγκ! Που μας αγαπά! Το Ρήγκαν, τον σωτήρα!
Θα πρέπει να έχετε ακουστά πως είμαστε ζεμένοι,
και σαν τα βούγια σέρνομε τ΄ αλέτρι πληγωμένοι!
Σα να μη φτάνει κι ο ζυγός, μονό ΄ν΄ και το βουκέντρι!
και πως στη Δύση ανήκομε, πιανόμαστε σε γλέντι!
Πριν πιείτε το ποτήρι σας, συντρόφοι, το γεμάτο,
από τη Δύση φύγετε, μα μείνετε στο ΝΑΤΟ!
Εγώ είμαι που ενέργησε να έρθουν επά κουράδι
οι άνεργοι από την ΕΟΚ! Να δώσετε το λάδι!
Τα πορτοκάλια! Το κρασί! Καπνό και τη σταφίδα!
Και «μαύρη» σαν απόμεινε, μ΄ από καλή παρτίδα!
Τα προϊόντα φεύγουνε! Πρόβλημα πια, κανένα!
Μόνο χειροκροτήσετε λιγάκι και για μένα!
Σ΄ όλα σας τα ζητήματα θα δώσω κάποια λύση!
Να καθαρίσει ο τόπος σας και να μοσχομυρίσει!
Έκατσα και ντουσούντησα πολύ για το λιμάνι!
Άλλοι το θέτε με σκαριά κι άλλοι για το σεργιάνι!
Θέλετε τα πλεούμενα μη γίνουνε κομμάτια!
Θέλετε και να κάνετε λουτρά στα δυο σας μάτια!
Θέλετε ν΄ ασφαλίσετε το μώλο λιγουλάκι.
Τι προτιμάτε; Από μερί, ή από στηθουράκι;
Έ, πως σασε ταιριάζει μπρε να κάθεστε για ούζα!
Μα εγώ έβγαλα συμπέρασμα πως κάνει για χαβούζα!
Και για χρηματοδότηση, εγώ έστεσα το μπέτη,
για να μπορείτε γρήγορα να σιάζετε σερμπέτι!
Και τούτο δα ειν΄ το μυστικό και λείπει το κουράγιο,
της ΡΕΝΑΤΟΥΡ πετούμενο να δέσει στο μουράγιο.
Θωρούσιν το κι οι μέτοχοι και δεν παρηγορούνται
τη τσόχα και τα ραφτικά κάθουνται, συλλογούνται!
Μα και το βενετσιάνικο με ακόμα λίγο κόπο,
πιστεύω να το κάμετε καλύτερο απ΄ το Σόχο!
Και το παλιό το Ρέθεμνος; Αχ Ρέθεμνος παντέρμο!
Εγώ ενέργησα γι΄ αυτό, μην απομείνει έρμο!
Ανθρώπους έχει γνωστικούς, που πολεμούν. Θηρία!
Μα δε σκαμπάζουν τίβοτσι, από την Ιστορία!
Στενά είναι τα σοκάκια του γεμάτα λάκκους, λάσπες,
αυλές παλιών αρχοντικών, καφάσια δίχως γλάστρες.
Πεζοί και καβαλάρηδες, τέντες και τραπεζάκια,
τελάρα, κλούβες, χώματα, μπάζα και καροτσάκια,
ρουχάλες και χαρτόκουτες, τω σκουπιδιώ σακκούλες,
δίδουν μιαν όψη μαγική, που δεν την έχουν ούλες
οι πολιτείες που έχουνε ΔΕΗ κι ΟΤΕ και Δήμο,
για κείνο το παράσημο των πέντε τωνε δίνω!
Στέκει μουντό το κάστρο του, της Βενετιάς ρεγάλο!
Άραγε να συνάντησε στη ζήση του κουρσάρο,
που να του δείξει τόση δα μεγάλη αδυναμία,
να στέσει απάνω του εκκλησιά και δίπλα του πορνεία!
Έχει πανεπιστήμιο, που δίδει και πτυχία!
Μα έχει κι αυτό τα χάλια του κι ας έχει και σοφία!
Δεν επιτρέπω ότι έφτειασα κείνοι να το χαλάσουν!
Πρώτας από το πτώμα μου απάνω θα περάσουν!
Νερό – λέει – δεν έχετε! Μα εγώ θα ενεργήσω!
Τρία ποτήρια τη φορά – λέω – θα τα γεμίσω!
Και στην Αθήνα θ΄ ανεβώ να σας τηλεγραφήσω
πως με δική μου ενέργεια κι εκεί θα κατουρήσω!
Κι αν είναι λίγα τα λεφτά και σασε σπουν τα μούτρα,
λέω πως ψείρες θα βρεθούν στω κοπελιώ την κούτρα!
Όμως θαρρώ εξάπαντος πως θα έρθει το νερό σας,
ώρες επά που στέκετε διάλε τον αποφτό σας!
Μ΄ αν είχετε φιλότιμο θελα έχετε φερμένο
ένα μπουγαδοτσίκαλο βραστό απ΄ το κλεμένο!
Μονό θαρρείτε πως ετσά γίνουνται τα ρουσφέτια,
χωρίς σταυρό και μερτικό και δίχως μερεμέτια!
Ώρες επά που στέκομαι δεν είδα ένα κρασάκι!
Πως θες μωρέ να γιατρευτείς με δίχως φακελάκι;
Θέλεις παρακαμπτήριο, και θέλεις κι υπονόμους,
Θαρρείς εγώ θα χολοσκώ κι άλλοι θα σιάζουν στόλους!
Και για τ΄ αεροδρόμιο, εγώ δεν βγάνω λέξη,
γιατί χαμήλωσε ο καιρός και όπου – γεια θα βρέξει.
Του χρόνου πάλι εδεπά σας έχω καλεσμένους
Ανε μας έχει αφητούς ο Χάρος ξεχασμένους.
Να ιδούμε ίντα θα κάνομε το Ρέθεμνος να πάρει
θέση στην πρώτη εθνική με την ομάδα τ΄ ΑΡΗ».
Έχουμε κι άλλες αναφορές για το θέμα αυτό Θα επανέλθουμε δοθείσης ευκαιρίας.










