25 °C Rethymno, GR
04/10/2022

ΜΙΑ ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Μέρες σαν κι αυτές εκτελέστηκαν 15 Σακτουριανοί στην Αγυιά

Ήταν μια Τετάρτη 4 του Μάη 1944. Οι Σακτουριανοί είχαν κιόλας ξεκινήσει τη μέρα τους πορίζοντας στα χωράφια για να βγάλουνε ψυχανθούς, φάβα, παπούλες, κουκιά, βίκους ό,τι καλλιεργούσε ο καθένας.

Κακό συναπάντημα όμως τους τύχαινε όποια κατεύθυνση κι αν έπαιρναν πέφτοντας πάνω σε Γερμανούς στρατιώτες που τους γυρνούσαν πίσω. Το ίδιο συνέβαινε και στο πάνω και στο κάτω χωριό. Ούτε τα ζώα τους δεν επέτρεψαν σε κάποιους να τα πάνε για βοσκή.

Οι Γερμανοί είχαν ξεκίνησαν από το κατωχώρι ξεχωρίζοντας γυναίκες, άντρες και παιδιά και φθάνοντας στο πάνω χωριό ένας διερμηνέας καλούσε όσους δεν είχαν εμφανιστεί με μια φωνή σαν ουρλιαχτό να συγκεντρωθούν όλοι στο οικόπεδο της Μελισσανάκη στον Πετρέ.

Οι Σακτουριανοί δεν ήταν ανυποψίαστοι για το ενδεχόμενο κακό. Γνωστή η αντιστασιακή τους δράση. Στα παράλιά τους γινόταν το αλισβερίσι με τους κομάντος από τη Μέση Ανατολή, πότε για παραλαβή όπλων και πότε απεσταλμένων για τολμηρές επιχειρήσεις.

Περιέθαλπαν, επίσης, τους συμμάχους που κρύβονταν στην ευρύτερη περιοχή των Σακτουρίων και φρόντιζαν για την ασφαλή αναχώρησή τους από τη Σακτουριανή Γυαλιά με πλοία-υποβρύχια προς την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή με κίνδυνο τη ζωή τους, αφού οι Γερμανοί, αμέσως μετά την κατάληψη της Κρήτης, εγκατέστησαν φυλάκιο 15 και πλέον στρατιωτών στη θέση «Αλίκαμπος» ανατολικά από τον Άγιο Παύλο.

Το οστεοφυλάκειο όπου φυλάσσονται τα οστά των εκτελεσθέντων

Επιδίωξη τους ήταν η συνεργασία με τους πυρήνες και τις ομάδες αντίστασης των χωριών της ευρύτερης περιοχής και η ενίσχυση της προσπάθειας αποδυνάμωσης και τελικής συντριβής του κατακτητή με κάθε μέσο και τρόπο.

Γι’ αυτό παρακολουθούν τις κινήσεις του εχθρού στην περιοχή και δίνουν χρήσιμες πληροφορίες στο συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής για τις κινήσεις τους στη Νότια Κρήτη, ειδικότερα δε στο αεροδρόμιο Τυμπακίου και στο λιμάνι της Αγίας Γαλήνης, που ήταν βάσεις ανεφοδιασμού του Ρόμελ, Γερμανού στρατάρχη στην Αφρική.

Ο Άγγλος στρατηγός Ουίλσον, διοικητής της 9′ στρατιάς των συμμαχικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, σε συνεννόηση με τον τότε πρωθυπουργό της ελληνικής κυβέρνησης, που βρισκόταν στη Μέση Ανατολή, Εμμανουήλ Τσουδερό, χαρακτήρισαν τον φυσικό όρμο «Μέλισσα» στην περιοχή του Αγίου Παύλου ως ένα από καταλληλότερα σημεία γι’ αυτή τη φυγάδευση των συμμάχων με το υποβρύχιο «Τρούπερ 109».

Φαίνεται λοιπόν πως είχε έρθει η ώρα να πληρώσουν το τίμημα της αντιστασιακής τους δράσης.

Μέχρι να καλοσκεφτούν τι τους περιμένει βρέθηκαν στον Άγιο Κύριλλο βέβαιοι από το κλίμα που επικρατούσε ότι θα άρχιζαν εκτελέσεις. Οι ναζί όμως προτίμησαν να επιδοθούν σε πόλεμο νεύρων. Κι όσο εκείνο το ψυχομάνι μετρούσε στιγμές ανείπωτης αγωνίας, στον Άγιο Κύριλλο, αυτοί έμπαιναν στα σπίτια και δεν άφηναν τίποτα όρθιο αναζητώντας ενοχοποιητικά στοιχεία αντιστασιακής δράσης.

Και με προσκύνημα στην Αγυιά οι Σακτουριανοί τιμούν τους ηρωικούς νεκρούς τους που εκτελέστηκαν στις 16 Σεπτεμβρίου 1944

Δυο μέρες κράτησε ο παιδεμός. Από την Τετάρτη μέχρι την Παρασκευή.

Τίποτα δεν βρέθηκε στις έρευνες. Μα ήταν ποτέ δυνατόν αγωνιστές, ψημένοι στη φωτιά του πολέμου, να αφήνουν εκτεθειμένα στοιχεία σε βάρος τους;

Είδαν κι απόειδαν οι ναζί, ότι δεν βρίσκουν τίποτα, μάζεψαν ομήρους κατά το συνήθειο κάθε εφόδου και από τους λοιπούς, άλλους έστειλαν στη Φορτέτζα στα «σύρματα» κι άλλους στην εξορία.

Όταν πια άδειασε το χωριό έβαλαν δυναμίτες και το τίναξαν συθέμελα. Τίποτα δεν έμεινε όρθιο.

Και 15χρονα στην επιλογή

Για την επιλογή των ομήρων μας είχε πει μια κυρία που είχε ζήσει τα γεγονότα όταν γυρίζαμε το ντοκιμαντέρ «Ελεγεία Ηρώων – Σακτούρια».

«Αρχίζανε και ξεχωρίζανε από 15 χρονών και πάνω τους άντρες και από 15 και κάτω τα γυναικόπαιδα. Απέναντι στο οικόπεδο ήταν τέσσερις πρίνοι μεγάλοι, άγριοι πρίνοι, βελανιδιές και μας επήγανε τα γυναικόπαιδα στις βελανιδιές από κάτω. Μετά κάνανε έλεγχο, ένας Γερμανός δυο μέσα στους άντρες μήπως έμεινε κανένα παιδί και άλλοι μήπως έμεινε κανένας μεγάλος με τις γυναίκες».

«Πολλοί είχαν σκεφθεί να δραπετεύσουν αλλά τους σταματούσε ο φόβος για την τύχη των άλλων» μας είχε αφηγηθεί ο Θωμάς Παναγιωτάκης.

«Μας υποχρεώσανε να πηγαίνομε κάθε βράδυ να μένομε στην εκκλησιά, στον Τίμιο Σταυρό και στο σχολείο και να μη φύγει καμιά, κάνανε καταμέτρηση, γιατί μια να φύγει θα εκτελούνε όλη την οικογένεια, όχι ένα, μόνο όλη την οικογένεια.

Άμα εξακριβώσανε ότι ήτανε εντάξει, παίρνουνε τους άνδρες να τους πάνε στο Άγιο Κύριλλο, σε ένα ξωκκλήσι κάτω προς τον ποταμό. Μετά μας ελένε εμάς όσοι μείναμε εδώ πέρα θα πάτε στα σπίτια σας, έχουμε κάνει έρευνα, δεν θα απομακρυνθεί κανείς πέρα από 50 μέτρα από το τελευταίο σπίτι, ούτε ζώο, ούτε άνθρωπος. Όλοι είχαμε τα ζώα τότε μέσα, βόδια, γαϊδάρους, άλογα, μουλάρια, πρόβατα, κατσίκες και τα βόσκαμε γύρω γύρω στο χωριό. Το βράδυ της Τετάρτης μας ελένε όλοι να συγκεντρωθείτε στην εκκλησία ή στο σχολείο. Πήγαμε στην εκκλησία εκεί στο σχολείο μας εκλείσανε μέσα, ήρθανε και οι Γερμανοί μέσα. Ορισμένες γυναίκες εδιαβάζανε παρακλήσεις, άλλες εκοιμόντανε άλλες εκλαίγανε, καθένας με τον πόνο του».

Τα γεγονότα της Παρασκευής

Και για τα γεγονότα της Παρασκευής, δυο μέρες μετά την έφοδο, είχαμε μια ακόμα γλαφυρή περιγραφή.

«Την Παρασκευή το πρωί μας εξυπνάνε πιο πρωί και μας λένε να πάτε να πάρετε ό,τι μπορείτε και θα συγκεντρωθείτε εδώ στην εκκλησία από κάτω, αυτοκίνητο δεν ερχόταν τότε και θα φύγομε για τις Μέλαμπες, όλοι. Μονομεριάσαμε, πήραμε ίσα πάνω, ξυπόλυτοι, ρακένδυτοι, πεινασμένοι, γιατί δεν είχαμε, ήταν και τέλη της εποχής που δεν υπήρχε επάρκεια στο ψωμί. Όλες οι οικογένειες δεν είχαμε ψωμί να φάμε. Προχωρούσαμε, ελαλούσαμε τα ζώα, τα σέρναμε, τρέχαμε από δω από κει, δρόμο δρόμο μας επαρακολουθούσανε οι Γερμανοί. Φτάνοντας στις Μέλαμπες δεν μας εβάλανε μέσα από το χωριό, από τον δρόμο που κατέβαινε στον αμαξωτό, αλλά μας εβάλανε απ΄έξω από τα σπίτια, από τα χωράφια και κατεβαίνουμε στον αμαξωτό. Στον αμαξωτό, έρχεται ο διοικητής από το Τυμπάκι πρέπει να ήτανε με ένα τζιπάκι με έναν διερμηνέα Σακτουριανό, που τον εγνωρίζαμε και μας εγνώριζε. Και του φωνάζανε οι γυναίκες. Αντώνη Αντώνη σώσε μας. Λέει μη φοβάστε, δεν θα σας κάνουνε τίποτα, τη μάνα μου δεν μπορώ να κρατήσω. Ήτανε και η μάνα του μέσα στον κλοιό. Θα προχωρήσετε ό,τι σας ελένε θα κάνετε, θα πάτε μέχρι πιο πέρα, σιγά-σιγά θα αρχίσουν να σας αφήνουν στα χωριά…

Καθώς ανεβαίναμε τοποθεσία Λάμια, γυρίζουμε και κοιτάζομαι και μας εβγόρισε το κάτω χωριό και ανάβανε οι φωτιές και οι καπνοί και κλαίγαμε παιδί μου και φεύγαμε, και μας λαλούσανε με τα ζώα μας μαζί».

Σύμφωνα με τον κ. Μιχάλη Αποστολάκη, κάποια Ζαμπία Βασιλάκη – Παπαδάκη αρνήθηκε να εγκαταλείψει το χωριό παρά την απειλή των Γερμανών. Υποχρεώθηκε να απομακρυνθεί τελικά αλλά σταμάτησε σε ένα ύψωμα έξω από το χωριό κι από εκεί είδε που το ανατίναζαν. Και μετά γύρισε …

Σύμφωνα με μαρτυρίες κάποιοι που επέβαιναν σε φορτηγά με κατεύθυνση τη Φορτέτζα σκέφτηκαν να αποδράσουν. Οι ψυχραιμότεροι όμως τους συγκράτησαν για να μη γίνει χειρότερο κακό.

Τα πάντα για τη σωτηρία συνανθρώπου

Τότε συνέβη κι ένα συγκλονιστικό γεγονός αλλά για ιδιαίτερους λόγους απλά θα το σκιαγραφήσουμε. Αξίζει όμως αναφοράς γιατί δείχνει πόσο δεμένοι ήταν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή και πως δεν υπολόγιζε κανένας ούτε την καλή του φήμη για να σώσει ψυχές. Αυτό το στοιχείο όμως δείχνει επίσης ότι οι ναζί συλλάμβαναν για εκτέλεση συστημένους αγωνιστές.

Κάποια κοπέλα από το Μιξόρρουμα εργαζόταν δακτυλογράφος στη Γκεστάπο. Κάποια στιγμή της έφεραν μια λίστα ανδρών για εκτέλεση και ανάμεσα στο ονόματα είδε και αυτό ενός κουμπάρου της που είχε οικογένεια με παιδιά.

Μη ξέροντας πώς αλλιώς να βοηθήσει μόλις μπήκε ο προϊστάμενος της άρχισε να δείχνει σημεία συντριβής κι όταν αυτός ζήτησε να μάθει τη συμβαίνει εκείνη δεν δίστασε να του πει ότι ο «αγαπημένος» της ήταν στη λίστα προς εκτέλεση. Φαίνεται πως ήταν πολύ πειστική γιατί ο Γερμανός πήρε μια πένα και έσβησε το όνομα του υποτιθέμενου αγαπημένου της γραμματέως του.

«Απάνθρωπα βασανιστήρια»

Οι όμηροι που βρέθηκαν στις φυλακές της Φορτέτζας πέρασαν απάνθρωπα βασανιστήρια για να αποκαλύψουν αντιστασιακούς.

Μας έλεγε κάποια κυρία ότι πηγαίνοντας η μητέρα της να επισκεφθεί τον αδελφό της στην Αγυιά, δυσκολεύτηκε να τον γνωρίσει γιατί του έλειπε όλο το τρίχωμα της κεφαλής. Για να μην την ανησυχήσει της είπε ο έρημος πως αναγκάστηκε να κουρευτεί με την ψιλή για να αποφύγει τις ψείρες. Και την παρηγόρησε λέγοντας πως μέχρι να γυρίσει στο σπίτι τα μαλλιά του θα είχαν μεγαλώσει πια…Τόση γενναιότητα έκρυβαν μέσα τους οι λεβέντες εκείνοι.

Όποιος τώρα είχε χρήματα εκείνη την περίοδο της σκληρής συναλλαγής, μπορούσε να σώσει τον δικό του άνθρωπο από την εκτέλεση. Αλίμονο στους φτωχούς και ανήμπορους.

Άλλη μάνα πάλι βρέθηκε μπροστά σε φοβερό δίλημμα. Ήταν και τα δυο της παιδιά στη φυλακή, αλλά ένα μόνο είχε δικαίωμα να σώσει. Ποιο όμως; Κοπέλι της το ένα, κοπέλι της και το άλλο.

Είχαν και οι εξόριστοι στον δρόμο τους τις δικές τους περιπέτειες. Μας είχε αφηγηθεί κάποια κυρία.

«O αδελφός μου είχε παραμορφωθεί από τα βασανιστήρια …» μας είχε πεί η Κλεονίκη Ανυφαντάκη

«Όλα τα γυναικόπαιδα πέρασαν από τις Μέλαμπες. Η αδερφή μου ήταν τεσσάρων χρονών, την άφησε η μαμά μου στην θεία μου, γιατί ήταν στον δρόμο το σπίτι της, και μετά τους προχώρησαν και έφτασαν μέχρι το Σπήλι. Εκεί λοιπόν η μαμά μου έκλαιγε και έλεγε ένας χριστιανός να βαπτίσει το παιδί μου, είναι αβάπτιστο το παιδί μου. Εκείνη την στιγμή, ήταν δύο χωροφύλακες, νέα παιδιά που τους είχαν επιτάξει οι Γερμανοί, και περνούσανε από δίπλα της και την άκουσαν. Ο ένας λοιπόν της είπε, κυρία μου τώρα πρόσεχε, όταν δεν είναι οι Γερμανοί μπροστά, μπες σε ένα σπίτι αν μπορέσεις και αν ξέρεις και εγώ θα σε δω και θα γυρίσω να σου βαπτίσω το παιδί σου».

Από άλλη πάλι μαρτυρία μεταφέρουμε:

«Ενιώθαμε σαν τα ζώα κυνηγημένα, που το κυνηγάς και πάει και μπαίνει σε μια τρύπα και τρέμει. Δεν μπορούσαμε ούτε να μιλήσουμε, μόνο τρέμαμε. Αφού βλέπαμε τις μανάδες μας και κλαίγανε τι να κάνομε εμείς… Ήσαν ορισμένοι όμως χωροφύλακες που είχαν επιστρατεύσει, Έλληνες, και με τον τρόπο τους εσημώνανε, έλεγαν μη φοβόσαστε, έπαιρναν και μικρά παιδάκια και τα κρατούσανε στους ώμους τους, να ναι καλά οι άνθρωποι.

«Από τους έγκλειστους στη Φορτέτζα κάθε Σάββατο απέλυαν καμιά δεκαριά άτομα, οχτώ, δέκα, καμιά φορά δώδεκα άτομα. Τελικά πήραν εικοσιπέντε τους οποίους μετέφεραν στις φυλακές της Αγιάς στα Χανιά».

Τελικά εκτέλεσαν 15 στις 16 Σεπτεμβρίου 1944. Κατά την εκταφή αργότερα, βρέθηκαν με δεμένα τα χέρια κάτω απ’ τα γόνατα με καλώδιο και κομμένο το κεφάλι!

Γεγονότα με παραψυχολογικές προεκτάσεις

Χρόνια αργότερα θέλησαν οι παράγοντες του χωριού να μεταφέρουν τα οστά των ηρώων τους στο χωριό για να αναπαυθούν οι ψυχές στο πάτριο έδαφος. Κι εκεί, κατά τη διαδικασία συνέβησαν τα εξής περίεργα.

Μας είχε αφηγηθεί ο τότε κοινοτάρχης:

«Πάμε στον δήμο Χανίων, έλειπε ο δήμαρχος, βρίσκουμε τον αντιδήμαρχο, είχαμε κάνει και μια συντεχνία εδώ πέρα με κάποιον και του λέμε αυτό και αυτό και λέει τη Δευτέρα, θα ρθει ο δήμαρχος από την Αθήνα, έχουμε διακόψει μια συνεδρίαση την Παρασκευή, θα τη συνεχίσομε τη Δευτέρα, στείλε τε μας ένα φαξ και του λέει ο παπάς εντάξει θα στο στείλω απ’ την Επισκοπή. Πήγε στην Επισκοπή τη Δευτέρα το πρωί, του ‘στειλε το φαξ, λέει να ‘ρθούνε να τα πάρουνε και πήγαμε μετά και συσκευάσαμε.

Επί τρεις φορές, έβαζα το χέρι μου και έλεγα θα πάρω αυτό το κεφάλι και το χέρι μου πήγαινε και έπαιρνε άλλο, επί τρεις φορές. Συσκευάζαμε το κιβώτιο, πήγαμε το κλειδί στον δεσμοφύλακα των φυλακών, του το δώκαμε, μας εκέρασε ο άνθρωπος και μετά εφύγαμε. Άμα φύγαμε από τη Σούδα, όταν επερνούσαμε στο Καλάμι, του λέω παπά Αντώνη, κάτι μου συνέβη όταν παίρναμε τα κεφάλια και μου λέει κι εσένα; Και του λέω εσύ ίντα αντιλήφθηκες κι μου λέει πε μου και μετά θα σου πω. Και του λέω αυτό κι αυτό επί τρεις φορές, θα πάρω αυτή και έπαιρνε άλλη το χέρι μου, και με λέει ακριβώς το ίδιο και εγώ, επί τρεις φορές».

Κι αυτοί που έμειναν πίσω έζησαν ανείπωτη δυστυχία κι ας είχαν περάσει χρόνια από τότε.

Χαρακτηριστικές οι παρακάτω αφηγήσεις:

«Εκτέλεσαν τον πατέρα μου οι Γερμανοί 16 Σεπτέμβρη του 1944. Η μάνα μου ήταν έγκυος με εμένα έξι μηνών. Γεννήθηκα μετά τον Δεκέμβριο τον ίδιο χρόνο. Η μάνα μου ήταν πολύ δυνατός χαρακτήρας γι’ αυτό κράτησε. Είχε μωρό και την αδερφή μου δύο χρονών. Με μισό γκρεμισμένο σπίτι από τους Γερμανούς, εκεί μέσα με γέννησε, μέσα στα ερείπια και φαντάζομαι πόσο δύσκολα θα ήταν, μου τα λεγε. Την ρωτούσα εγώ, όταν μεγάλωσα πια, πως ήταν τα πράγματα και αυτή μου τα λεγε πόσο δύσκολα περάσανε εκείνα τα χρόνια.

Ειδικά σε αυτή που μόνη της χήρα, να μπορέσει να αναθρέψει δύο παιδάκια μικρά. Άσε, πολύ δύσκολα μας έμεινε το ψυχικό χτύπημα μέσα στην καρδιά μας. Έμεινε και από τον φόβο και από την κακουχία μετέπειτα.

Και μια ακόμα διαπίστωση:

«Αυτούς που σκοτώσανε, ήταν όλοι βενιζελικοί, και το ολοκαύτωμα των Σακτουρίων πρέπει να έγινε από προδοσία».

Τα χρόνια πέρασαν. Οι Σακτουριανοί τιμούν κάθε χρόνο και το ολοκαύτωμα του χωριού και την εκτέλεση των 15 εθνομαρτύρων. Και είναι άξιοι συγχαρητηρίων που διατηρούν την εθνική μνήμη άσβεστη.