Της ΚΥΡΙΑΚΗΣ Κ. ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ
Το απόγευμα της Δευτέρας 18 Αυγούστου 2025 βρέθηκα με τον πατέρα μου στα Επείγοντα του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου, μετά από αλλεργική αντίδραση έπειτα από τσίμπημα μπουμπουριών. Παρά το γεγονός ότι εισήχθη αμέσως και του χορηγήθηκε η απαραίτητη αγωγή, η εμπειρία μας εκεί αποκάλυψε με τον πιο ωμό τρόπο την αθλιότητα και την επικινδυνότητα των συνθηκών που επικρατούν στο νοσοκομείο.
Εφόσον μετά τη χορήγηση των φαρμάκων έπρεπε να περιμένουμε. Δεν υπήρχε διαθέσιμο κρεβάτι για να ξαπλώσει· έμεινε σε καρέκλα, ενώ εμείς αναγκαζόμασταν να αναζητούμε ξανά τον γιατρό για να ρωτήσουμε τα επόμενα βήματα. Ο γιατρός, εξουθενωμένος, δεν είχε καν τον χρόνο να μας δώσει σαφείς οδηγίες. Και γύρω μας επικρατούσε χάος: το ΕΚΑΒ να μεταφέρει συνεχώς περιστατικά, φορεία στοιβαγμένα στους διαδρόμους, άνθρωποι να λιποθυμούν από την αναμονή, συνοδοί να φωνάζουν και να καταγγέλλουν την κατάσταση, γιατροί να αρνούνται να προχωρήσουν σε πράξεις ελλείψει επιμελητή. Μια εικόνα πλήρους αποδιοργάνωσης.
Και μέσα σε όλα αυτά, κατέφθαναν και οι τουρίστες, συχνά σε κατάσταση μέθης, χωρίς κανένα οργανωμένο σύστημα διαλογής, χωρίς προτεραιοποίηση περιστατικών. Ένα νοσοκομείο που καλείται να καλύψει έναν ολόκληρο νομό και χιλιάδες επισκέπτες το καλοκαίρι, λειτουργεί χωρίς επαρκές μόνιμο ιατρικό προσωπικό, με αποσπασματικές λύσεις, με γιατρούς που έρχονται προσωρινά για να καλύψουν τρύπες. Μια εύθραυστη ισορροπία, που κάθε μέρα απειλεί να καταρρεύσει.
Κι εδώ τίθεται το καίριο ζήτημα: ποιος έχει την ευθύνη;
Η κυβέρνηση: πώς είναι δυνατόν να αφήνει έναν ολόκληρο νομό με ένα υποστελεχωμένο νοσοκομείο, χωρίς μόνιμες θέσεις, χωρίς σταθερότητα, χωρίς επαρκείς υποδομές; Η υγεία δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Δεν είναι «κόστος» που μπορεί να εξοικονομηθεί· είναι θεμελιώδες δικαίωμα και υποχρέωση του κράτους απέναντι στους πολίτες. Όταν ένας ασθενής χρειάζεται να διακομιστεί σε Χανιά ή Ηράκλειο για να σωθεί, ο χρόνος μπορεί να κοστίσει μια ζωή.
Ο Δήμος: Πώς είναι δυνατόν μια πλούσια τοπική κοινωνία, με έναν Δήμο που διαθέτει πόρους, κύρος και επιρροή, να μείνει θεατής μπροστά στην κατάρρευση του πιο κρίσιμου θεσμού – του νοσοκομείου της; Οι πολίτες που δίνουν την ψήφο τους στους τοπικούς άρχοντες, τους εμπιστεύονται ταυτόχρονα και τη ζωή τους.
Ο Δήμος έχει προβεί σε ενέργειες, αλλά είναι προφανές ότι αυτές δεν άγγιξαν καν το πρόβλημα. Πρωτοστάτησε σε συλλογή υπογραφών και κινητοποιήσεις, έφερε το θέμα στο Δημοτικό Συμβούλιο, έστησε συνεργασίες με κοινωνικούς και τουριστικούς φορείς. Παράλληλα, μέσα από την Κοινωνική Υπηρεσία οργανώνει κατ’ οίκον διανομή φαρμάκων υψηλού κόστους, ώστε να διευκολύνει ευάλωτες ομάδες και να αποφορτίσει το νοσοκομείο. Ακόμη, παραχώρησε χώρους για φιλοξενία ιατρών και στήριξε δράσεις εμβολιασμού σε συνεργασία με το νοσοκομείο.
Όμως όλα αυτά, όσο σημαντικά κι αν είναι, είναι παροδικά και σαφώς δεν αρκούν. Η υγεία δεν είναι προνόμιο· είναι θεμελιώδες δικαίωμα και ηθική υποχρέωση μιας κοινωνίας προς τα μέλη της. Οι γιατροί και οι νοσηλευτές στο Ρέθυμνο υπερβάλλουν καθημερινά εαυτούς για να μας κρατήσουν όρθιους. Δεν μπορούμε άλλο να κλείνουμε τα μάτια.
Η ευθύνη είναι διπλή: Τόσο της κεντρικής πολιτείας, που χρόνια τώρα υπονομεύει το ίδιο το Σύνταγμα, αφήνοντας το νοσοκομείο υποστελεχωμένο, και άλλο τόσο και της τοπικής αυτοδιοίκησης, που ενώ δρα, χρειάζεται να πάει ένα βήμα παραπέρα, με πιο αποφασιστικές διεκδικήσεις.
Αν το Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου κλείσει ή υποβαθμιστεί περαιτέρω, οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές θα είναι ανυπολόγιστες. Δεν είναι υπερβολή· είναι η ψυχρή αλήθεια.
Πέρα όμως από τον ανυπολόγιστο ανθρώπινο πόνο, οι συνέπειες θα είναι βαριές και σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Η πόλη θα χάσει ένα από τα βασικότερα στηρίγματα της κοινωνικής συνοχής: την ασφάλεια ότι κάθε πολίτης, ανεξαρτήτως εισοδήματος ή τόπου κατοικίας, μπορεί να λάβει άμεση και ποιοτική φροντίδα υγείας. Αυτό θα δημιουργήσει αίσθημα εγκατάλειψης, ανασφάλεια και κοινωνικές ανισότητες.
Οικονομικά, η απουσία ενός πλήρως λειτουργικού νοσοκομείου θα οδηγήσει σε σημαντική επιβάρυνση των οικογενειών που θα πρέπει να ταξιδεύουν σε άλλες πόλεις για περίθαλψη, με τεράστιο κόστος σε χρόνο και χρήμα. Η τοπική αγορά θα δεχθεί πλήγμα, καθώς το νοσοκομείο αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους εργοδότες της περιοχής, στηρίζοντας εκατοντάδες οικογένειες. Παράλληλα, η εικόνα του Ρεθύμνου ως τουριστικού και πανεπιστημιακού προορισμού θα υποβαθμιστεί, αφού καμία πόλη που φιλοδοξεί να αναπτυχθεί δεν μπορεί να σταθεί χωρίς αξιόπιστες δομές υγείας.
Η διατήρηση και αναβάθμιση του Νοσοκομείου Ρεθύμνου δεν είναι λοιπόν απλώς ζήτημα υγείας· είναι προϋπόθεση κοινωνικής δικαιοσύνης, οικονομικής σταθερότητας και αξιοπρεπούς προοπτικής για το μέλλον της πόλης.
Η κοινωνία του Ρεθύμνου πρέπει να πάψει να θυμάται το νοσοκομείο μόνο όταν το χρειάζεται. Ο κάθε πολίτης μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά, συμμετέχοντας αδιάκοπα σε συλλόγους και πρωτοβουλίες και ασκώντας διαρκή πίεση στους θεσμούς και εκπροσώπους για δεσμεύσεις και σαφές πλάνο υλοποίησης. Επίσης ο εθελοντισμός και οι δωρεές είναι μεγίστης σημασίας στο σημείο αυτό.
Από την πλευρά του, ο Δήμος δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε ευχές ή σε αποσπασματικές δράσεις. Έχει εργαλεία και δύναμη που οφείλει να αξιοποιήσει: Δίνοντας Περισσότερα Κίνητρα στέγασης και διαβίωσης για νέους γιατρούς και νοσηλευτές, ώστε να επιλέξουν το Ρέθυμνο ως τόπο εργασίας. Οφείλει να διεκδικήσει Συνεργασίες με επαγγελματικούς φορείς (τουρισμός, τοπική οικονομία) για τη δημιουργία ταμείου στήριξης του νοσοκομείου. Φυσικά να πρωτοστατήσει σε Δημόσιες καμπάνιες και αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου που να πιέζουν σε εθνικό επίπεδο.
Επιπλέον αρωγή θα είναι η Παραχώρηση επιπλέον δημοτικών υποδομών για μόνιμες ανάγκες στέγασης προσωπικού ή εξοπλισμού. Και τέλος το σημαντικότερο ίσως είναι η Συστηματική συνεργασία με την Περιφέρεια και το Υπουργείο Υγείας, όχι μόνο με επιστολές αλλά με θεσμικές διεκδικήσεις και συμμαχίες.
Το Νοσοκομείο Ρεθύμνου δεν είναι μια απλή δομή και Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια σε μια κοινωνία που ενώνεται. Όσο πιο ξεκάθαρα, οργανωμένα και συλλογικά διατυπώνεται το αίτημα του Ρεθύμνου, τόσο πιο δύσκολο είναι να αγνοηθεί. Η λύση βρίσκεται στη μόνιμη στελέχωση, στον εκσυγχρονισμό των υποδομών και στη σταθερή χρηματοδότηση. Αυτά είναι ευθύνη της Πολιτείας, αλλά θα τα πετύχουμε μόνο αν διεκδικηθούν με ενιαία φωνή από πολίτες και Δήμο.
Δεν μπορούμε, ως πολίτες και ως δήμος, να περιορίζουμε τις απαιτήσεις μας μόνο απέναντι στους γιατρούς, ζητώντας τους απλώς να δουλεύουν περισσότερο. Όσο κι αν προσπαθήσουν, δεν είναι εφικτό να συνεχίσουν να ανταπεξέρχονται σε αυτούς τους εξοντωτικούς ρυθμούς. Ασκούν ένα λειτούργημα που απαιτεί απόλυτη συγκέντρωση, καθαρή σκέψη και άμεση δράση, και όμως δεν τους παρέχουμε τα απαραίτητα «όπλα» για να το επιτελέσουν σωστά και με ασφάλεια.
Γράφω αυτό το άρθρο διότι Μέχρι να ζήσω αυτή την εμπειρία, δεν είχα αντιληφθεί σε τι κατάσταση έχει φτάσει το νοσοκομείο μας, ούτε πόσο εκτεθειμένοι είναι οι ίδιοι οι γιατροί, που χωρίς να το θέλουν, γίνονται επικίνδυνοι προς τον ασθενή και τον ίδιο τους τον εαυτό λόγω των ελλείψεων και της εξάντλησης. Γράφω αυτό το άρθρο επειδή φοβάμαι για το αύριο. Φοβήθηκα για τον πατέρα μου, που χρειάστηκε βοήθεια στα Επείγοντα, για τα παιδιά μου που αύριο μπορεί να βρεθούν σε ανάγκη, για τον εαυτό μου, για τον τόπο μου και για τους συμπολίτες μου. Φοβήθηκα γιατί είδα με τα μάτια μου πόσο εύθραυστη είναι η ασφάλεια που θεωρούμε δεδομένη , ποσό επικίνδυνο μπορεί γίνει το σύστημα που οφείλει να μας προστατεύει και πόσο κρίσιμη είναι η στήριξη του νοσοκομείου μας για να ζούμε με ασφάλεια σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο. ΕΣΕΙΣ ΔΕΝ ΦΟΒΑΣΤΕ;
*Η Κυριακή Κ. Αντωνογιαννάκη, BSc in Economics στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, MSc in Business Management στο Πανεπιστήμιο Αθηνών













