17 °C Rethymno, GR
30/11/2022

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Μνησιπήμων1 ποιητικός πόνος

 

H σχέση ιστορίας και ποίησης (γενικά της τέχνης) είναι αμφίδρομη, καθώς η πρώτη μπορεί να τροφοδοτεί τη δεύτερη, ενώ η δεύτερη μπορεί να αντανακλά και να προβάλλει την πρώτη.

Ειδικότερα για τη Μικρασιατική Καταστροφή, εκτός από ποταμούς δακρύων, χύθηκαν και ποταμοί μελάνης αρδεύοντας το γραπτό λόγο πολλών Ελλήνων (ακόμη και ξένων), πεζό και ποιητικό.

Μερικά τέτοια δείγματα αείμνηστων πια Ρεθυμνιωτών ποιητών ακολουθούν στη συνέχεια με αφορμή τη συμπλήρωση φέτος 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, που σηματοδότησε το τέλος της τρισχιλιετούς παρουσίας του Ελληνισμού στην «Καθ’ ημάς Ανατολή» και παράλληλα το τέλος της «Μεγάλης Ιδέας» και τη λήξη του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων που ξεκίνησε με την Επανάσταση του 1821, της οποίας τη διακοσιετηρίδα εορτάσαμε το προηγούμενο επετειακό έτος….

* * *

Ο Παντελής Πρεβελάκης (1909-1986), δεκαπεντάχρονος τότε, στο ποίημά του «Φευγιό» (Περιοδικό Αθηνά, Τ. 16, 1.8.1924), θρηνεί την προσφυγιά του ’22:

Κρατώντας εις το χέρι το ποτήρι

ο λειτουργός του Ύψιστου ο ασπρομάλλης

παππάς και στ’ άλλο το μοσκοθυμιατήρι

ξορκά θρησκείας να μην πιστέψουν άλλης (…)

Τα μέρη που τους θρέψαν, π’ αγαπήσαν

κλαίν’ τα κι απ’ τα μάτια δάκρυα κυλάν.  

Και μαργαριταρένιο πίσω του σημάδι

αφήνει απ’ τα δάκρυα του ο κόσμος

ο ερμοσπίτης που λαφιασμέν’ ομάδι

του Γολγοθά χαράσσει μονοπάτι ο δόλιος. (…)

Στην τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής αναφέρεται και στο επύλλιό του «Στρατιώτες» (1928). Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται στους Κρήτες στρατιώτες που πολέμησαν και πολλοί θυσιάστηκαν στη Μικρασιατική εκστρατεία και κλείνει με το μοιρολόι μιας μάνας για τον άταφο στρατιώτη γιο της:

Τα νια κορμιά τη λίπαναν την μπούκα του θανάτου (…)

Αν αμολήσω την ψυχή, σα ασκουργιαλός θ’ ανέβει

σ’ ουρανοσίμωτη κορφή μονάχη να κουρνιάσει,

να μοίρεται τη μοίρα της, βαριά βαλαντωμένη.

ν’ αφήσω την καρδούλα μου, θα ’ρθε σαν περιστέρι

να κάτσει απά στο λάκκο σου και σαν αχός να σβήσει.

Μ’ αχ το κορμί μαράθηκεν, αχλιώθηκ η ψυχή μου

και δεν τα ορίζω, σχωρεμό, γιε μου, να σου τα φέρω!

Θέλω στο χώμα να χωθώ, να λιώσω σαν ακνάλι,

να θρέψω ένα γαρούφαλλο, να σε προκάμει ο μόσκος

και να φραθεί η ανέταφη ψυχή που παραδέρνει! (…)

 

Και ο δεκαενιάχρονος τότε συμπάσχων ποιητής ξεσπά:

Χωρίς ανάμπλα, ανήλεος, με τρώει ο καημός και μένα!

* * *

Ο Γιώργος Καλομενόπουλος (1897-1963) μετουσιώνει λογοτεχνικά τον πόνο και την αγανάκτηση από τη διάψευση του μεγαλοϊδεατικού ονείρου στο ποίημα «Όπως μας έρχονται» («Δημοκρατία», 28.4.1923), που αναφέρεται στην επιστροφή από το μικρασιατικό μέτωπο των «προδομένων» στρατιωτών:

Να ’στε σκιές από τα μνήματα

 – Μιας νύχτας μαύρης κολασμένοι;

Να ’στε φαντάσματα ή ονείρατα

 ή βρυκολάκοι αναστημένοι;

Απ’ της Νεράιδας τα φιλήματα

 να ’στε – αλοί σας – στοιχειωμένοι;

Να ’στε ψυχές γιομάτες κρίματα

 ή να ’στε Σεις οι ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΙ;

Σημειωτέον ότι και ο ίδιος στρατεύτηκε ως έφεδρος δεκανέας και υπηρέτησε στη Σμύρνη πλάι στο στρατηγό θείο του Στ. Καλομενόπουλο. Είναι επίσης αξιοσημείωτη η μετάπλαση των συγκινησιακών κραδασμών που προκάλεσε στη νεανική ψυχή του η υπόθεση της Μικράς Ασίας σε μια σειρά ποιημάτων που εντοπίζονται στον τοπικό τύπο από το 1915 και παρακολουθούν τα δρώμενα που οδήγησαν στο εγχείρημα της υλοποίησης της «Μεγάλης Ιδέας».

* * *

Στο γυρισμό των «προδομένων παλληκαριών» αναφέρεται και ο Γιώργης Γεωρβασάκης (1898-1971) στο ποίημά του «Ο γυρισμός τους» («Δημοκρατία», 28.4.1923):

Δεν σας στρώσαμε, καημένοι

 – τώρα – δάφνινα κλωνάρια,

μα, το μέτωπο μη σκύφτε,

προδομένα παλληκάρια,

κι αν στην τόση συμφορά μας

 κι άλλη συμφορά σκορπάτε,

καλώς ήρθατε… περνάτε.

Ο ίδιος στο ποίημά του «Όνειρο» (Γραφή: Οκτ. 1928. Δημοσίευση: «Προμηθεύς», 19.5.1930) αναφέρεται και στο άσβηστο ανάμεσα στ’ αποκαΐδια όνειρο της επαναλειτουργίας της Αγιάς Σοφιάς, που ιδιαίτερα στις μέρες μας ηχεί σαν ισχυρή τραγική ειρωνεία:

Όνειρο, που δε μπόρεσε ο χρόνος να μακρύνει

ούτε στην πιο λαχταριστή του έθνους μας γαλήνη,

γλυκά- γλυκά τη σκέψη μας η λάμψη σου φωτίζει

και τ’ Όνειρο: Αγιά Σοφιά, τον πόνο μας κοιμίζει!(…)

Άμποτε να ’ρθη μια χρονιά, μια υπερκόσμια σκόλη,

και κάτω από τους τρούλλους σου, αδελφωμένοι όλοι,

τη λειτουργιά ν’ ακούσωμε που δεν την είπαν όλη! (,,,)

* * *

Στην τραγική – και για τους «Τουρκοκρητικούς» – Ανταλλαγή των Πληθυσμών αναφέρεται ο Ρεθυμνιώτης Σπύρος Λίτινας (1907-2001) σε ένα έντονα ενσυναισθηματικό ποίημα του στην κρητική διάλεκτο με τίτλο «Το χουσουνάκι» και υπέρτιτλο: «Η ανταλλαγή των πληθυσμών. Το μπαρκάρισμα των Οθωμανών-Μουσουλμάνων από το Ρέθεμνος (3.Αυγούστου 1924)»:

Το Χουσουνάκι κοίτεται ψόφιο στην κοιμητέν του

κι είναι πολλά βαράρρωστο, κι είναι του ποθαμού.

Και δε σκολνά από πάνω ν-του κι η παθιαρέ η Νενέν του…

Νουργάται, κοπανίζεται, βογκά του σκοτωμού.

– Άχι πώς να το διαρμιστεί, που λεν τζη: μάνι-μάνι

να το γλακίξει η γι-άζουδη και δίχως εμιλιά,

εις του Ρεθέμνους – κι αυτοινών, των ίδιω – το Λιμάνι,

που από ’κεια για την Κόκκινη τσι διώχνουνε Μηλιά.

..Και να ποθάνει αν του ήτονε κισμέτιν του -γραμμένο-

στον τόπο μας, το Ρέθεμνος, ας πόθαινε γιαμιάς

να το ’θαφτα στο Ρέθεμνος, τον τόπο μας, τσαμένο,

να μην το διώξουνε κι αυτό στα ξένα σαν εμάς (…)

Η τραγικότητα ιδιαίτερα των Τουρκοκρητικών που δεν ξέχασαν την ελληνική καταγωγή τους και τώρα καλούνται να πληρώσουν το τίμημα της αλλαξοπιστίας τους, αποτυπώνεται στο ποίημά του «Εμείς δεν παραλλάσσομε…». (Τα αθάνατα, απ/σμα), με υπέρτιτλο: «Η Μικρασιατική Καταστροφή μας (3.12.1922)»

Θωρείς το πούρι, Καντηφέ, θωρεί το κι απατός σου

οι Τούρκοι, οι πατριώτες σου, στη Σμύρνη είντα ’κάμασι…

Εσφάξασι κι εκάψασι -ναι, μωρέ, στο θεό σου-

το σόι μας εξεκάμασι… Κατέχεις το κι εσύ.

-Δεν είναι πατριώτες μου, οι Τούρκοι, εμάς, μπιλέ μου-

και Τούρκοι εμείς δεν είμασταν -από νταμάς κιανείς!

Αυτοί ’ναι ξενομπάτες μπε -εν τω κατέχεις, μπρε μου,

εμείς επά εφυτρώσαμε, στην Κρήτη μας κι εμείς. (…)

* * *

Προχωρώ σ’ ένα ποίημα που έγραψε το 1947, εν μέσω εμφυλίου ο εικοσιτετράχρονος τότε φιλόλογος Γιάννης Ευθύβουλου Τσουδερός (1923-2015) με τίτλο «Στ’ όνειρο που χάθηκε το 1922» (Γ.Ε.Τσουδερός, Λυρικά 1988):

Τον τροπαιάτη Άγιο ακλουθούσα

με τ’ όνειρο και με τη φαντασία.

του στοιχειωμένου βασιλιά το θρύλο αναπολούσα

κι έλεγα ποιητής να γίνω, να ψάλλω

τα σήμαντρά σου άγια πόλη.

κι όπως του Ομήρου τη λύρα καρτερούσα,

του Κρόνου ο μύθος ήρθε μες στο νου μου

να μ’ ορμηνεύσει ο χαμός σου.

κι άφησα τη λύρα.

πες μου τώρα,

τι θα μπορούσα πια να γίνω,

για να παρασταθώ στο λυτρωμό σου.

* * *

Συνεχίζω την αναδρομή στα αποτυπώματα που άφησε στη διαδρομή της η ρεθυμνιώτικη ποιητική πένα για τη Μικρασιατική Καταστροφή με κείνα που άφησε ειδικότερα η πένα των ίδιων των προσφύγων και προσφυγογενών του Ρεθύμνου∙ μια πένα βουτηγμένη στο βιωμένο πόνο τους για τις χαμένες αλλά όχι ξεχασμένες πατρίδες…

Περιορίζομαι για την ώρα λόγω χώρου στο λαϊκό λογοτέχνη Στέλιο Κανταρτζή (1921- 2012;) Μικρασιάτη πρώτης γενιάς, ο οποίος στη συλλογή ποιημάτων και διηγημάτων του «Ρεθεμνιώτικοι σφυγμοί» (Ρέθυμνο 1979) και μέσα από το ποίημα του «Μικρά Ασία» μας δίνει τη συγκινητική «μικροϊστορία» του:

Εκεί στο βάθος του γυαλού, ξωπέρα του Αιγαίου

που σιγοκαίει άσβεστος ο πόθος του Σμυρναίου…

Εκεί που εγεννήθηκαν και μένα οι γονείς μου,

υπάρχουν ακατάλυτες οι ρίζες της φυλής μου!!!

Εκεί γεννήθηκα κι εγώ στη χώρα των Ιώνων

που η Ελλάδα χάνεται στα βάθη των αιώνων

 (…)

Αλλ’ όμως, γη Αιολική καημένη μου πατρίδα

κακήν κακώς με διώξανε και δεν σε ξαναείδα.

Κακήν κακώς παραίτησα τα πατρικά μου μέρη

και από θαύμα ξέφυγα το τούρκικο μαχαίρι!

Πονώ για σε, κι ο πόνος μου δεν γιαίνει με τον χρόνο

και η καρδιά μου σπαρταρά στη θύμησί σου μόνο!..

Επίσης στην ποιητική του συλλογή «Αφιέρωμα στις Χαμένες Πατρίδες (Ρέθυμνο 2002) και συγκεκριμένα στο ποίημα «Στη χαμένη μου πατρίδα», μας αφηγείται την επίσκεψή του στο σπίτι που γεννήθηκε. όπου τον υποδέχτηκε η επιγραφή Satilik ( = ΠΩΛΕΙΤΑΙ)!…

Γράφω από το Ρέθυμνο, τη δεύτερη πατρίδα!

Εκείνη που με γέννησε σαν πρόσφυγας την είδα!

Μωρό την εγκατέλειψα, μες στις φασκιές ακόμα!

Στα εβδομήντα πέντε μου της πάτησα το χώμα!

Βέβαια το σπιτάκι μας επήγα και το βρήκα!

Απ’ έξω το εκοίταζα και μέσα δεν εμπήκα!

Η μάνα, ο πατέρας μου και τα προγονικά μου!

Χίλιες μορφές πανάγιες βρεθήκανε μπροστά μου!

Όλους τους ανεγνώρισα! Δεν ξέχασα κανένα!

Και κείνοι με κοιτούσανε αχνά και πονεμένα!

Θλιμμένος απεχώρησα χωρίς καμιά ελπίδα!

Νέα Φωκαία μου γλυκιά! Χαμένη μου πατρίδα !

Και τώρα τι απόμεινε; Να ζούμε χωρισμένοι!

Εγώ Ρωμιός ελεύθερος κι εσύ τουρκοδεμένη!

Στον ίδιο ανήκει η παρακάτω η μαντινάδα που είναι βέβαια κρητικής κατασκευής αλλά προσφυγικής προελεύσεως ή, αλλιώς, κρητική ως σημαίνον αλλά προσφυγική ως σημαινόμενο και φυσικά αυτοαναφορική:

Απού παλεύει με θεριά

τσι λύκους δε φοβάται

κι απού δουλεύει με σφυριά

στσι χτύπους δεν ξυπάται.

 * * *

Επανέρχομαι στον τίτλο για να επισημάνω ότι «μνησιπήμων πόνος» δεν είναι απλώς ο πόνος που προέρχεται από τη μνήμη των παθημάτων και μας παιδεύει με την έννοια του βασανισμού, αλλά και ο πόνος που μας παιδεύει με την έννοια της διαπαιδαγώγησης μέσα από την κριτική και την αυτοκριτική, που μετουσιώνει το φαρμάκι σε φάρμακο, που αναγραμματίζει τη λεπίδα σε ελπίδα, που αναπροσανατολίζει από την κατάδυση στην ανάδυση, από την καταστροφή στη στροφή προς την ανόρθωση! Αυτό άλλωστε μας διδάσκει και η Προσφυγιά του ’22!…

 

Βασικές Πηγές:

Γιώργος Φρυγανάκης: Ρεθυμνιώτικη πένα και πρόσφυγες του ’22, Ρέθυμνο 2011, (σ/ς 317).

Γιώργος Φρυγανάκης: Ρεθυμνιώτες Λογοτέχνες του 20ου αιώνα, Ρέθυμνο 2021, (Ηλεκτρονικό Βιβλίο, σ/ς 307).

 

 1Μνησιπήμων πόνος: Προέρχεται από το απόσπασμα του Αισχύλου «Στάζει δ’ ανθ’ ύπνου προ καρδίας / μνησιπήμων πόνος» (Αγαμέμνων, στ. 179-180) και σημαίνει: «ο πόνος που γεννάει η μνήμη των παθημάτων». (Ετυμολογία: μνησι– (<μιμνήσκω) + πήμων (<πῆμα=πάθημα). Το δίστιχο έχει ενσωματώσει μεταφρασμένο και ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημά του «Τελευταίος Σταθμός» :«Στάζει στον ύπνο, μπρος στην καρδιά, της συμφοράς ο καημός». (Γιώργος Σεφέρης, «Σημειώσεις», Ποιήματα, Αθήνα 1976, Ίκαρος).