Αναρίθμητοι οι ήρωες που κάνουν περήφανο τον τόπο τους. Συμβαίνει όμως κάποιοι «δικοί» μας άνθρωποι, να έχουν διαδραματίσει και ένα ιδιαίτερα ιστορικό ρόλο σε κάποιες από τις μεγάλες στιγμές, όπως για παράδειγμα κατά την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο το 1974.
Ένας από αυτούς και ο Βασίλειος Μανουράς. Ήταν ο αξιωματικός που αρνήθηκε να παραδώσει το αεροδρόμιο της Λευκωσίας στους Τούρκους. Παράκουσε τις οδηγίες της ελληνικής πρεσβείας, ακολουθώντας τον δρόμο που του έδειχνε η βαθειά δημοκρατική του συνείδηση.


Και τι να πούμε περισσότερο για τον Στέλιο Πετρουλάκη Πτέραρχο που αρνήθηκε να ακολουθήσει άνωθεν διαταγές, υπερασπιζόμενος με κίνδυνο να καταδικαστεί για ανυποταξία, το ήθος και την εθνική περηφάνια του Έλληνα αξιωματικού. Κι έτσι έμεινε να θεωρείται μια από τις εμβληματικές μορφές με περαιτέρω ακόμα εθνική δράση.


«……..Εκείνη την μοιραία μέρα δεν είχε ξεκουραστεί καθόλου. Δεν πρόλαβε να ακούσει την ενημέρωση, είχε προσγειωθεί μετά τις 11 το βράδυ. Δεν παρέλαβε χάρτη, δεν ήξερε καν το συνθηματικό της επιχείρησης «ΝΙΚΗ»…..
………..Έγραψε μόνο κάτι ραδιοσυχνότητες πάνω στο πακέτο με τα τσιγάρα του, είχε και ένα δικό του χάρτη με τους αεροδιαδρόμους στην τσέπη.
Ήθελε μόνο να πετάξει. Φορτώνει το Noratlas, ελικοφόρο αεροπλάνο της δεκαετίας του ’50, με όπλα και πυρομαχικά για τους υπερασπιστές της Κύπρου……….
……….Τα πρώτα Noratlas έχουν ήδη απογειωθεί. Κάποια μεταφέρουν καταδρομείς, άλλα εξοπλισμό.
Μαζί με το πλήρωμά του ετοιμάζεται και αυτός για απογείωση.
Τσεκάρει ακόμη μία φορά τα όργανα.
Περιμένει.
Ανάβει τις μηχανές.
Είναι μεσάνυχτα, 21 προς 22 Ιουλίου 1974.
Και τότε ακούει την εντολή…«Σβήστε τις μηχανές».
Με τη δικαιολογία ότι οι απογειώσεις ήταν μέχρι τα μεσάνυχτα ακριβώς, καθώς αν απογειωνόντουσαν αργότερα θα είχε ξημερώσει μέχρι να φτάσουν Κύπρο και θα ήταν εύκολος στόχος για τους Τούρκους.
Θολώνει το μάτι του.
Δεν υπάρχει περίπτωση να μην πετάξει.
Εξαπολύει το χειρότερο υβρεολόγιο που έχει ακουστεί ποτέ σε ασύρματο παγκοσμίως ενάντια σε κάθε υπεύθυνο που δεν τον αφήνει να απογειωθεί.
Δεν καταλαβαίνει τίποτα.
Κατεβαίνει από το αεροπλάνο.
Πάει στο μπροστινό που έχει επίσης σβηστούς κινητήρες και του φράζει τον δρόμο και απαιτεί να κάνει στην άκρη.
Ένας αξιωματικός στον Πύργο Ελέγχου που προσπαθεί να τον ηρεμήσει επικοινωνεί με ανώτατο στέλεχος της Πολεμικής Αεροπορίας.
Καταλαβαίνουν ότι τον Πετρουλάκη δεν τον σταματάει κανείς.
Δίνουν εντολή να απογειωθεί.
Ανάβει τις μηχανές στο Noratlas και φεύγει πριν αλλάξουν γνώμη.
Πετάνε για ώρες, στα 150 μέτρα από τη θάλασσα.
Απόλυτο σκοτάδι.
Σιγή ασυρμάτου.
Φτάνουν Λευκωσία. Βροχή τα εχθρικά και τα φίλια πυρά. Ένα Noratlas έχει ήδη καταρριφθεί παίρνοντας μαζί του δεκάδες παλληκάρια.
Σβήνει τα φώτα, προσγειώνεται χωρίς φώτα.
Τροχοδρομεί, προσπαθεί να βρει βοήθεια για να ξεφορτώσουν το αεροσκάφος, δεν υπάρχει κανείς.
Θα το κάνουν μόνοι τους, οι τρεις του πληρώματος. 3,5-4 τόνους πυρομαχικά σε μισή ώρα. Τα πυρομαχικά που βοήθησαν να μην πέσει και το αεροδρόμιο της Λευκωσίας στα χέρια των Τούρκων.
Απογειώνεται. Ίσως το τελευταίο αεροπλάνο που απογειώθηκε από το αεροδρόμιο της Λευκωσίας πριν κλείσει……».
Η θαυμάσια αυτή περιγραφή ανήκει στον ανεψιό του ήρωα, Γιώργο Πετρουλάκη, (ΠΗΓΗ: Μια ιστορία για την Κύπρο), που ανάρτησε χθες στον προσωπικό του λογαριασμό στο F/B o Δημήτρης Σκαρτσιλάκης με τη φωτογραφία που δημοσιεύουμε. Είναι από τις πιο χαρακτηριστικές και γι’ αυτό την επιλέξαμε.
Χαράλαμπος Αποστολάκης
Ο Χαράλαμπος Αποστολάκης ήταν ένας από τους λαμπρούς λειτουργούς της Μέσης Εκπαίδευσης στο Ρέθυμνο από το 1980 και εξής.

Ήταν εκπαιδευτικός με όραμα και από τους συνεπείς συνδικαλιστές. Η ανάγκη του να μοιραστεί τις εμπειρίες του από την συμμετοχή του στα γεγονότα του Ιουλίου Αυγούστου 1974, μας έδωσε μια ανεπανάληπτη σε ιστορική σημασία έκδοση χάρις στις συγκλονιστικές λεπτομέρειες που παραθέτει. Γράφει μεταξύ άλλων: «Καθώς συγκεντρώνονται οι καταδρομείς κοντά στα αεροσκάφη, πήρα εντολή από τον Ταγματάρχη Μανουρά Βασίλειο να επιβλέψω και να συντονίσω μαζί με τους Διοικητές των Λόχων την επιβίβασή τους.
Πάνω σε κάθε αεροσκάφος ανέβαινε μια διμοιρία με τον οπλισμό της και τον επικεφαλής διμοιρίτη. Μάλιστα θυμάμαι ότι έγραφα ονομαστικές καταστάσεις των καταδρομέων, για κάθε αεροσκάφος, μέχρι και το 7ο στη σειρά, οι οποίες πρέπει να βρίσκονται στο αρχείο της Μοίρας. Κάποια στιγμή έφθασαν δύο στρατιωτικά ΡΕΟ από το Ρέθυμνο, με ένα ανθυπολοχαγό γεμάτα με οπλισμό, για να πάρουμε μαζί μας.
Όταν είχαμε συμπληρώσει και το 7ος στη σειρά αεροσκάφος βλέπομε να πλησιάζουν οι χειριστές τους και να ανεβαίνουν στα πιλοτήρια και χωρίς να τους ρωτήσουμε μας λένε κάποιοι «σε λίγα λεπτά απογειωνόμαστε για την Κύπρο». «Την πτήση μας θα παρακολουθούν αεροσκάφη αναχαίτισης της Π.Α, γι’ αυτό θα είμαστε ασφαλείς»………….
…………..Περί την 22.30 απογειώθηκε «αγκομαχώντας», προφανώς λόγω του μεγάλου φορτίου, το πρώτο αεροσκάφος, το οποίο βλέπομε να ακολουθεί την πορεία Ν.Α αριστερά των Λευκών Ορέων. Η δική μας απογείωση πρέπει να έγινε περί την 23.00 με κατεύθυνση Ν.Α προς τον κόλπο της Σούδας και τα Λευκά Όρη, τα οποία αφού περάσαμε, κατευθυνθήκαμε ανατολικά πετώντας χαμηλά πάνω στη θαλασσιά, προφανώς γιατί έτσι είχε σχεδιαστεί η αποστολή ώστε να αποφύγουμε τον εντοπισμό από τα ραντάρ της Τουρκίας και την πιθανότητα να μας αναχαιτίσουν εχθρικά αεροσκάφη……………….
……………..Γύρω στις 2.30 διέκρινα τα πρώτα φώτα σε ξηρά που φαίνονταν ότι ήταν φώτα εγκαταστάσεων. Πάνω από αυτά το αεροσκάφος μπαίνει στη διαδικασία προσέγγισης. Όμως ξαφνικά κάνει στροφή και επανακτά ύψος. Ίσως οι χειριστές ήθελαν να κάνουν αναγνώριση της περιοχής για να καταλάβουν πού βρίσκονται. Το αεροσκάφος αλλάζει πορεία και κατευθύνεται σε άλλη περιοχή. Δεν πέρασε πολύς χρόνος, ίσως λίγα λεπτά και η πρώτη εικόνα που αντικρίσαμε στο έδαφος ήταν σκόρπιες φωτιές προς διάφορες κατευθύνσεις.
Όμως ξαφνικά καταλάβαμε ότι βαλλόμαστε με αντιαεροπορικά πυρά. Οι διευθύνσεις και οι τροχιές των τροχιοδεικτικών βλημάτων φαίνονται καθαρά. Κάτι σαν θέαμα από ανάσταση στο Βροντάδο της Χίου. Τα πυρά ήταν διασταυρωμένα προφανώς οι Τούρκοι κατέλαβαν, στον χρόνο της πτήσης μας, το αεροδρόμιο της Λευκωσίας, αφού ο θύλακας που είχαν δημιουργήσει με τους αλεξιπτωτιστές στις 20 και 21 Ιουλίου ήταν πολύ κοντά στο αεροδρόμιο.
Το αεροσκάφος μας με κυβερνήτη τον Επισμηναγό Νικόλαο Τζανάκο, βάλλεται με πυρά, αλλά επιχειρεί προσγείωση και τα καταφέρνει. Ενώ τροχοδρομεί και μειώνει ταχύτητα, με αναμμένες τις μηχανές του, πηδάμε γρήγορα στο έδαφος και ακροβολιζόμαστε στις άκρες τους διαδρόμου, παίρνοντας θέσεις μάχης. Μόλις κατέβηκαν οι καταδρομείς γρήγορα το αεροσκάφος μπήκε στη διαδικασία απογείωσης, γιατί πίσω έρχονταν και τα υπόλοιπα αεροσκάφη.
Κάποια στιγμή από τη θέση που βρισκόμασταν ακούσαμε σε απόσταση 100 περίπου μέτρων μια Ελληνική φωνή. Πλησιάσαμε και ήταν αν θυμάμαι καλά ένας Έλληνας Υπολοχαγός επικεφαλής του τμήματος 2έως 3 αρμάτων μάχης. Ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένος μας είπε ότι δεν γνώριζε για την αποστολή των Ελλήνων καταδρομέων, ότι πλησίασε από κοντά με τη δύναμη των ανδρών του για να δει τι γίνεται και ήταν έτοιμος αν εκτοξεύσει πάνω μας θεριστικά πυρά πιστεύοντας ότι ήμασταν Τούρκοι. Ευτυχώς μας έσωσε η μεγάλη ψυχραιμία του να κάνει κοντινή αναγνώριση έχοντας το ένστικτο ότι πιθανόν τα αεροσκάφη να ήταν ελληνικά.
Μετά από αυτό το περιστατικό ήρθαμε σε επαφή με τον επικεφαλής της δύναμης του αεροδρομίου Ταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο ο οποίος ήταν σε έξαλλη κατάσταση βλέποντας από κοντά αυτάπου συνέβαιναν με τα αντιαεροπορικά πυρά και με τα αυτόματα όπλα των διάσπαρτων τμημάτων και με έκδηλη την ανησυχία για τις απώλειες που έβλεπε ότι είχαμε υποστεί. Μας είπε να κινηθούμε γρήγορα σε ένα σημείο στη άκρη του αεροδρομίου, που μας περίμεναν στρατιωτικά αυτοκίνητα για να μας μεταφέρουν σ’ ένα χώρο διασποράς και απόκρυψης. Μάλιστα μας είπε ότι σε λίγο, η ώρα πλησίαζε 5.30 ήταν η ώρα που η Τουρκική αεροπορία άρχιζε τους βομβαρδισμούς και δεν θα έπρεπε να μας εντοπίσουν τα αεροπλάνα τους μέσα στο αεροδρόμιο. Κατά την κίνησή μας στο σημείο που μας υπέδειξε, ένα ημιφορτηγό στρατιωτικό αυτοκίνητο που διέσχιζε το διάδρομο με μεγάλη ταχύτητα μας κτύπησε ξώφαλτσα και τραυμάτισε δύο καταδρομείς
Εάν οι επιτελείς μας είχαν σχεδιάσει μια κεραυνοβόλα καταδρομική επιχείρηση της Α’ Μοίρας Καταδρομών με τα Νοράτλας και αν ο κεντρικός επιχειρησιακός της στόχος ήταν να προσβάλλει η Μοίρα με αιφνιδιασμό το ασταθές προγεφύρωμα των Τούρκων, γιατί αλήθεια έκανε τόσες παραλείψεις ώστε να φτάσει κάτω από τέτοιες συνθήκες στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας, έχοντας απώλειες με φυσική πτώση του ηθικού των ανδρών της;
Είναι φανερό ότι η δράση των Αγγλικών μυστικών υπηρεσιών και η συνεργασία τους με τις Τουρκικές Δυνάμεις δεν είναι ορατή από την πρώτη μέρα της έναρξης των επιχειρήσεων. Έχει επιβεβαιωθεί από Τούρκους αιχμαλώτους που συνελήφθησαν ότι 300 Τούρκοι αξιωματικοί με στολή της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ είχαν φτάσει στην Κύπρο από τις 5 Ιουλίου 1974 για κατασκοπευτικούς λόγους. Οι μετέπειτα εξελίξεις σε όλο το φάσμα των πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά και η προσωπική τραγική εμπειρία που ζήσαμε την επομένη στη μάχη του αεροδρομίου της Λευκωσίας, δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τον θετικό ρόλο των λεγόμενων ειρηνευτικών δυνάμεων του ΟΗΕ, στα σχέδια της Τουρκίας για τη διχοτόμηση της Κύπρου…».
Και βέβαια κάθε σελίδα του βιβλίου του περιέχει ακόμα συγκλονιστικότερες λεπτομέρειες έτσι που να το καθιστούν πολύτιμη πηγή ενημέρωσης για τα γεγονότα εκείνα.
Προκόπης Προκοπάκης
Από τους Ρεθεμνιώτες που έζησε στο «πετσί» του την τερατώδη ανευθυνότητα της χουντικής ηγεσίας σε κείνα τα γεγονότα ήταν και ο Προκόπης.

Ήταν λίγες μέρες πριν πάρει το πολυπόθητο απολυτήριο. Ιούλιο του 1974 βρέθηκε με συναδέλφους του από την Α’ Μοίρα Καταδρομών στην πρώτη γραμμή, ανταποκρινόμενος κι αυτός στο κάλεσμα της μαρτυρικής μεγαλονήσου για βοήθεια.
Είχε πάρει την κανονική του άδεια λίγο πριν απολυθεί, και την περνούσε εδώ στο Ρέθυμνο. Πάνω στις 10 μέρες γίνεται η εισβολή. Την 21η Ιουλίου στις 10:00, τον παίρνει ο υποδιοικητής Αβραμόπουλος τηλέφωνο και του λέει «Έλα Προκοπάκη γιατί φεύγουμε για Ρόδο». Η απόφαση εκείνη την ώρα ήταν η αποστολή να φύγει για Ρόδο, γιατί εν καιρώ πολέμου η Μοίρας τους (Α’ Μοίρα Καταδρομών) είχε ως βάση τη Ρόδο. Μαζεύει τα πράγματά του, παίρνει το μηχανάκι και πάει. Ξεχρέωσε ο νέος που είχε μπει στη θέση του ήταν οδηγός Διοικητή και ξαναπαίρνει το όχημα. Μπαίνει φαλαγγάρχης και κατά τις 7.30 – 8.00 ξεκινήσανε από το Μάλεμε με προορισμό το λιμάνι της Σούδας για να μπούνε στο πλοίο Κύδων και να φύγουνε για Ρόδο. Στα Χανιά μέσα αλλάζει η διαταγή. Προλαβαίνει ο Υποδιοικητής και λέει στον Προκοπάκη να αλλάξει πορεία και να πάει στην 115 (Πτέρυγα Μάχης), στο Αεροδρόμιο στο Ακρωτήρι. Εκεί περίμεναν 13 αεροσκάφη Νoratlas. Είχαν επιβιβαστεί εν τω μεταξύ οι άλλοι φαντάροι, καταδρομείς όλοι. Κάθε αεροπλάνο είχε περίπου 30 άτομα μαζί με αξιωματικούς. Με πρόχειρους υπολογισμούς δηλαδή ήταν συνολικά κάπου 330-350 άτομα. Ο Προκοπάκης μπήκε στο δωδέκατο αεροσκάφος.
Κατά τις 3.30 τη νύχτα φτάσανε στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Τα τρία πρώτα αεροπλάνα όμως καταρρίφθηκαν, κατά λάθος από ελληνικά πυρά. Από το ένα σκοτώθηκαν όλοι εκτός από έναν καταδρομέα, τον Θανάση Ζαφειρίου από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος στάθηκε τυχερός στην ατυχία του, γιατί έσπασε χέρια, πόδια, πλευρά από την πτώση, όμως κατάφερε να επιζήσει γιατί ήταν πολύ γερό παιδί. Από τα άλλα δύο είχαν μόνο τραυματίες. Ήρθαν και τους πήραν από εκεί αυτοκίνητα και τους μετέφεραν στη Λευκωσία, σε μια λεμονοφυτεία απέραντη, όπου φτιάξανε ορύγματα και καμουφλαριστήκανε.
Την άλλη μέρα το απόγευμα τους ήρθε διαταγή να πάνε να καταλάβουνε το αεροδρόμιο πριν τους προλάβουν οι Τούρκοι. Πήγανε στο αεροδρόμιο, πιάσανε θέσεις μάχης γύρω-γύρω, εγκαταστήσανε το βαρύ οπλισμό (ΠΑΟ, πολυβόλα κ.ά.) και περιμένανε. Την άλλη μέρα ήρθαν οι Τούρκοι. Αντισταθήκανε όλοι και εκεί ήταν που ο Μπικάκης από το Ηράκλειο με τέσσερις βολές ακινητοποίησε τέσσερα τεθωρακισμένα.
Στο μεταξύ η οικογένεια του Προκοπάκη ζει φρικτές ώρες αγωνίας. Μάταια έψαξαν δικοί τους άνθρωποι σε επιτελικές θέσεις να μάθουν κάτι για την τύχη του.
Έτσι τον θεώρησαν νεκρό. Είχαν ξεκινήσει και τα μνημόσυνά του.
Μέχρι που μια μέρα έζησαν Ανάσταση στο σπιτικό τους. Ήταν μια σπάνια ευκαιρία για τον Προκόπη συνοδεύοντας τον διοικητή του να βρεθεί σε ένα καμουφλαρισμένο τμήμα διαβιβαστών. Γεμάτος αγωνία ζήτησε από τους συναδέλφους του αν γίνεται να έχει μια επικοινωνία με το σπίτι του. Ευτυχώς στο Αρχηγείο, είχε βάρδια ένας φαντάρος γεμάτος κατανόηση. Πήρε το νούμερο και έκανε τη σύνδεση. Όταν άκουσαν οι γονείς του Προκόπη τη φωνή του ήταν σαν να τους χτύπησε κεραυνός. Κι ήταν απερίγραπτες οι σκηνές που ακολούθησαν.
Ο θρυλικός Μπικάκης
Από ένα τέτοιο αφιέρωμα δεν θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε τον θρυλικό ήρωα Μανόλη Μπικάκη που έκανε περήφανη όχι μόνο την Κρήτη αλλά την Ελλάδα ολόκληρη.

Εικοσάχρονο παλικάρι βρέθηκε σε έναν άγνωστο χώρο, τον οποίο κλήθηκε να υπερασπίσει μαζί με τους υπόλοιπους καταδρομείς. Στο χάος των μαχών έχοντας στη διάθεση του ένα ΠΑΟ (Πυροβόλο Άνευ Οπισθοδρομήσεως) και οκτώ βλήματα είναι σε ένα ύψωμα στα δυτικά της Λευκωσίας στη περιοχή του Αγίου Δομετίου. Μαζί του είναι μόνος ακόμα ένας καταδρομέας από τη Κρήτη. Ενώ δίπλα τους πέφτουν όλμοι, βόμβες από τα τουρκικά αεροπλάνα και ριπές από τα πολυβόλα που έχουν στήσει οι Τούρκοι, χάνονται μεταξύ τους. Ο ένας νομίζει τον άλλο νεκρό. Ο φίλος του Μπικάκη βρίσκει τους υπόλοιπους καταδρομείς και αναφέρει την απώλειά του. Ο Μανώλης Μπικάκης δεν σκέφτηκε καν να εγκαταλείψει τον λόφο και να σωθεί, καθώς έβλεπε απέναντι του να πλησιάζει μια Ίλη τουρκικών αρμάτων Μ48 και να την ακολουθεί ένα τάγμα πεζικού. Άφησε τα άρματα να πλησιάσουν και με το πρώτο βλήμα καταστρέφει το πρώτο κάνοντας το πλήρωμα να το εγκαταλείψει και να τρέχει πανικόβλητο. Επειδή η θέση του από τη βολή έγινε αντιληπτή από τους Τούρκους, σύρθηκε στο χώμα και άλλαξε θέση με ιδιαίτερη δυσκολία αφού θα έπρεπε να μεταφέρει το ΠΑΟ και ακόμα επτά βλήματα. Από τη νέα θέση σημάδεψε το δεύτερο τουρκικό άρμα το οποίο έγινε λαμαρίνες ενώ δεν έζησε κανένας από το πλήρωμα. Δημιουργήθηκε σύγχυση και τα επόμενα δύο τουρκικά άρματα άλλαξαν κατεύθυνση. Ο Μανώλης Μπικάκης έβαλε στο στόχαστρο το επόμενο άρμα το οποίο επίσης κατέστρεψε με μία εύστοχη βολή. Ακολούθησε η καταστροφή ακόμα τριών τουρκικών αρμάτων και η επέλαση τους προς τη Λευκωσία σταμάτησε.
Όταν είδε τους Τούρκους στρατιώτες να τρέχουν να καλυφθούν σε ένα κτήριο, όπλισε και πάλι το ΠΑΟ. Τα δύο τελευταία βλήματα χτύπησαν το κτήριο στο οποίο είχε καλυφθεί το τουρκικό τάγμα πεζικού. Κανείς δεν ξέρει πόσοι σκοτώθηκαν. Κατάφερε μόνος του να αποτρέψει την τουρκική επίθεση η οποία στόχευε στη κατάληψη του Αγίου Δομετίου κάτι που θα σήμαινε περικύκλωση της Λευκωσία και αποκοπή της πρόσβασης στο αεροδρόμιο Λευκωσίας.
Μέσα στο κατακαλόκαιρο ο Μανώλης Μπικάκης έμεινε τρεις μέρες μόνος του αναζητώντας τους άλλους καταδρομείς έχοντας μαζί του ένα πολυβόλο που βρήκε στο ύψωμα. Τα κατάφερε και ενώθηκε με τη μονάδα του και μετά την εισβολή επέστρεψε στην Ελλάδα.
Παρά το ότι ο διοικητής του υπέβαλε αναφορά για να παρασημοφορηθεί, το ελληνικό κράτος ουδέποτε τον τίμησε. Οι στρατηγοί τον άφησαν να ξεχαστεί όπως ξεχάστηκε και η ηρωική του προσφορά στη Κύπρο. Ο Μανώλης Μπικάκης παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια εργαζόμενος ως οικοδόμος στην Κρήτη.
Δεν διεκδίκησε ούτε δάφνες ούτε τιμές. Το 1994 βρήκε τραγικό θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα στον δρόμο Κορίνθου – Πατρών και η ιστορία του έκλεισε με δύο παιδιά που έμειναν ορφανά και «μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες».
Οι φωτογραφίες του Προκοπάκη είναι από αρχείο Νίκου Πολιουδάκη.
Πηγές:
Μαρτυρίες Προκόπη Προκοπάκη
Νίκου Πολιουδάκη: Προκόπη Προκοπάκη 38 χρόνια μετά την εισβολή (εφημερίδα «Ρέθεμνος»).
Μανόλης Μπικάκης: Ένας ξεχασμένος ήρωας («Πρώτο Θέμα»).
Εύας Λαδιά: Μανόλης Μπικάκης («Ρεθεμνιώτικα Νέα»).
Μαρτυρία και σχόλια Χαράλαμπου Αποστολάκη για τα γεγονότα Ιουλίου – Αυγούστου 1974 στην Κύπρο.













