Η έντονη εξάρτηση της αγοράς εργασίας από τον τουρισμό οδηγεί σε αυξημένη επισφάλεια, εποχικότητα και επιδείνωση της ποιότητας της απασχόλησης
Ένα αξιοσημείωτο οικονομικό μέγεθος για την Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί η Κρήτη, διατηρώντας σταθερά ένα μερίδιο περίπου 5% στο ΑΕΠ της χώρας, αλλά χωρίς τάση ουσιαστικής διεύρυνσης της συμβολής στο σύνολο της εθνικής οικονομίας, σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ που παρουσιάστηκε χθες κατά τη διάρκεια του 39ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ στο Ηράκλειο με τίτλο «Περιφέρεια Κρήτης: Παραγωγή, απασχόληση, ανάπτυξη». Η μελέτη παρουσιάζει μεταξύ άλλων το αναπτυξιακό πρότυπο της Κρήτης και αναλύει κρίσιμες πτυχές της οικονομίας της (αγροτροφικό σύστημα, μεταποίηση, τουρισμός, εξαγωγές). Όπως επισημαίνει παρά τη σχετικά καλή της θέση στο ελληνικό πλαίσιο, η Περιφέρεια εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου, γεγονός που αναδεικνύει ότι η αναπτυξιακή της δυναμική δεν βρίσκεται ακόμη σε σύγκλιση με τους ευρωπαϊκούς δείκτες. Στο εσωτερικό της, η οικονομική δραστηριότητα εμφανίζει σαφή χωρική συγκέντρωση: Ο Ν. Ηρακλείου λειτουργεί ως βασικός πόλος παραγωγής, συγκεντρώνοντας σχεδόν τη μισή ΑΠΑ της Περιφέρειας· ενώ το εισοδηματικό προφίλ διαφοροποιείται αισθητά, με τον Ν. Λασιθίου να αναδεικνύεται σε νομό υψηλής επίδοσης και τους υπόλοιπους νομούς, την περίοδο 2009-2022, να κινούνται χαμηλότερα.
Παρά τις ενδοπεριφερειακές ανισότητες, η συνολική εικόνα παραπέμπει σε μια περιφέρεια με εσωτερικές αποκλίσεις μεν, αλλά όχι ακραίες, όπου οι «ισχυροί» πυρήνες συνυπάρχουν με τρωτότητες και εποχικότητα. Η επενδυτική εικόνα είναι συγκριτικά θετική: Η Κρήτη εμφανίζει υψηλότερη επενδυτική ένταση από τον εθνικό μέσο όρο, με ανάκαμψη μετά το 2016 και ειδικά την περίοδο 2021-2022. Ωστόσο, η κατανομή των επενδύσεων και η κλαδική διάρθρωση υποδηλώνουν ότι σημαντικό μέρος της δυναμικής εξακολουθεί να στηρίζεται σε δραστηριότητες συνδεδεμένες με τον τουρισμό, την αγροδιατροφή, τις υποδομές και (σε έναν βαθμό) την ακίνητη περιουσία, ενώ παραμένει περιορισμένη η ισχυρή διείσδυση κλάδων υψηλής τεχνολογίας και έντασης γνώσης. Η Κρήτη παραμένει από τις πιο έντονα αγροτικά εξειδικευμένες περιφέρειες της χώρας, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί ισχυρό τουριστικό προσανατολισμό. Αντίθετα, ο δευτερογενής τομέας και ειδικά η μεταποίηση εμφανίζονται διαχρονικά υποεκπροσωπημένοι. Παράλληλα, οι υπηρεσίες έντασης γνώσης παραμένουν σχετικά αδύναμες, παρά την παρουσία μιας κρίσιμης μάζας πανεπιστημιακών και ερευνητικών δομών. Το συμπέρασμα είναι ότι η ύπαρξη γνώσης και υποστηρικτικών θεσμών δεν αρκεί από μόνη της: λείπουν οι μηχανισμοί που μετατρέπουν αυτή τη γνώση σε παραγωγική εξειδίκευση και σε κλάδους με βάθος, κλίμακα και δυναμική εξαγωγών.
Οι πολλαπλασιαστές δείχνουν ότι οι υπηρεσίες έχουν τη μεγαλύτερη συμβολή στο προϊόν, ενώ η απασχόληση ενισχύεται κυρίως σε κλάδους έντασης εργασίας, όπως η γεωργία και ο τουρισμός. Αυτό οδηγεί σε μια βασική αντίφαση: Δημιουργούνται θέσεις εργασίας χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας. Ο πρωτογενής τομέας εμφανίζει χαμηλή παραγωγικότητα, ενώ η βιομηχανία, αν και πιο παραγωγική, παραμένει μικρού μεγέθους. Ο τουρισμός αποτελεί τον κεντρικό άξονα της οικονομίας, με υψηλή συμβολή στο εισόδημα και στις εξαγωγές υπηρεσιών. Η επιτυχία του βασίζεται στον συνδυασμό ικανοποιητικής δαπάνης και μεγάλης διάρκειας παραμονής, επιτρέποντας τη συνύπαρξη μαζικού και ποιοτικού τουρισμού. Ωστόσο, η έντονη εξάρτηση της αγοράς εργασίας από τον τουρισμό οδηγεί σε αυξημένη επισφάλεια, εποχικότητα και επιδείνωση της ποιότητας της απασχόλησης.
Συνολικά, το αναπτυξιακό πρότυπο της Κρήτης χαρακτηρίζεται από υψηλή παραγωγή δραστηριότητας, αλλά περιορισμένη ικανότητα διαρθρωτικού μετασχηματισμού. Η υπερεξάρτηση από τον τουρισμό και τον πρωτογενή τομέα, σε συνδυασμό με την αδύναμη μεταποίηση και τις περιορισμένες δραστηριότητες γνώσης, καθιστούν την οικονομία ευάλωτη. Η βασική πρόκληση είναι η μετάβαση σε ένα πιο διαφοροποιημένο και ανθεκτικό μοντέλο ανάπτυξης. Αυτό προϋποθέτει ενίσχυση της μεταποίησης, ανάπτυξη κλάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας, αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου και καλύτερη διασύνδεση της γνώσης με την παραγωγή. Παράλληλα, απαιτείται αναβάθμιση της ποιότητας της απασχόλησης, ενίσχυση της καινοτομίας και στοχευμένες κοινωνικές πολιτικές. Η έμφαση πρέπει να μετατοπιστεί από τη μεγέθυνση της ζήτησης στη βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανθεκτικότητας, ώστε να επιτευχθεί βιώσιμη μακροχρόνια ανάπτυξη.













