«Σήμερα στην Ελλάδα έχουμε κάτι πραγματικά εντυπωσιακό: Δέκα κενές θέσεις για κάθε άνεργο, οι οποίες μάλιστα δεν καλύπτονται», σημείωσε μεταξύ άλλων ο Άρης Αλεξόπουλος, επικεφαλής του Διεθνούς Κέντρου του ΟΟΣΑ στην Κρήτη και καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι μετανάστες αποτελούν περίπου το 11% του πληθυσμού στην Ελλάδα, έναντι 15% στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, ενώ σχεδόν το 45% απασχολείται σε θέσεις χαμηλότερες των προσόντων τους
Οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού αναδεικνύονται σε μία από τις πιο κρίσιμες και σύνθετες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία και επιχειρηματικότητα, επηρεάζοντας άμεσα τη λειτουργία των επιχειρήσεων, τη δυναμική της ανάπτυξης και τη βιωσιμότητα βασικών παραγωγικών κλάδων. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), επτά στις δέκα επιχειρήσεις στην Ελλάδα δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εύρεση προσωπικού, ένα ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα κοντά στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, αλλά με ιδιαίτερα ανησυχητικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Τα ευρήματα της έρευνας παρουσιάστηκαν στο 2ο Ετήσιο Συνέδριο του Διεθνούς Κέντρου του ΟΟΣΑ για τη Δυναμική των Πληθυσμών, που πραγματοποιήθηκε στα Χανιά, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό ούτε περιορίζεται σε συγκεκριμένους τομείς. Αντίθετα, πρόκειται για ένα δομικό ζήτημα που συνδέεται με τη δημογραφική γήρανση, τη μετανάστευση, την αναντιστοιχία δεξιοτήτων και τις αλλαγές στις προτιμήσεις και τις προσδοκίες της νέας γενιάς εργαζομένων, καθώς και την ανάγκη για καλύτερη αξιοποίηση του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού. Για την Κρήτη και ειδικότερα για το Ρέθυμνο, όπου ο τουρισμός, η αγροτική παραγωγή, η μεταποίηση και οι κατασκευές αποτελούν βασικούς πυλώνες της τοπικής οικονομίας, οι ελλείψεις προσωπικού αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς απειλούν να λειτουργήσουν ως τροχοπέδη στην αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας για τα επόμενα χρόνια. Η μετανάστευση μπορεί να αποτελέσει κρίσιμη μεταβλητή για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς, ωστόσο απαιτούνται συνολικές πολιτικές ένταξης, χαρτογράφησης των αναγκών, στοχευμένης διαχείρισης των μετακλητών εργαζομένων. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν μάλιστα στο συνέδριο του ΟΟΣΑ, η δημόσια συζήτηση εστιάζει δυσανάλογα στους αιτούντες ασύλου, παρότι αποτελούν ένα μικρό μέρος των μεταναστευτικών ροών. Η μετανάστευση οφείλει να αντιμετωπίζεται σαν αναπτυξιακή πρόκληση, με πολιτικές που συνδέουν ουσιαστικά την αγορά εργασίας με την κοινωνική ένταξη αυτών των ανθρώπων.

Δομικές ελλείψεις και η πραγματική εικόνα της αγοράς εργασίας
Σύμφωνα με όσα εξήγησε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Άρης Αλεξόπουλος, επικεφαλής του Διεθνούς Κέντρου του ΟΟΣΑ στην Κρήτη και καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, η σημερινή εικόνα της αγοράς εργασίας χαρακτηρίζεται από μια πρωτόγνωρη αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. «Με βάση τις μετρήσεις του ΟΟΣΑ, με δείγματα της τάξης των 800 έως 1.000 επιχειρήσεων ανά χώρα, σχεδόν το 80% των επιχειρήσεων στις χώρες του ΟΟΣΑ δηλώνουν δυσκολίες στην εύρεση ανθρώπινου δυναμικού. Η Ελλάδα βρίσκεται λίγο χαμηλότερα, κοντά στο 70-75%, όμως εκείνο που έχει σημασία είναι ότι το ποσοστό των επιχειρήσεων που δηλώνουν πολύ σοβαρό πρόβλημα είναι ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ». Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το φαινόμενο που αποκαλείται ως «stretching» της αγοράς εργασίας, δηλαδή η αδυναμία κάλυψης κενών θέσεων παρά την ύπαρξη ανεργίας.
«Πριν από την πανδημία, η αναλογία ήταν περίπου ένας άνεργος για κάθε κενή θέση. Σήμερα στην Ελλάδα έχουμε κάτι εντελώς αντίστροφο και πραγματικά εντυπωσιακό: Δέκα κενές θέσεις για κάθε άνεργο, οι οποίες μάλιστα δεν καλύπτονται», σημείωσε μεταξύ άλλων ο κ. Αλεξόπουλος. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους, ανοίγουν θέσεις εργασίας, αλλά δεν μπορούν να βρουν προσωπικό για να τις στελεχώσουν. Το φαινόμενο καταγράφεται με ιδιαίτερη ένταση σε συγκεκριμένους κλάδους, όπως «στον χώρο της υγείας έχουμε σοβαρές ελλείψεις σε νοσηλευτές και παραϊατρικό προσωπικό, στις τεχνολογίες πληροφορικής και σε προγραμματιστές, στον κατασκευαστικό κλάδο και στη βιομηχανία. Στις κατασκευές, μάλιστα, οι επιχειρηματίες που δηλώνουν πολύ σοβαρό πρόβλημα πλησιάζουν το 30%». Για την Κρήτη, το πρόβλημα αποτυπώνεται καθαρά στον τουρισμό, με τις εκτιμήσεις για τη σεζόν του 2025 να κάνουν λόγο για περίπου 80.000 κενές θέσεις σε ξενοδοχεία και επιχειρήσεις εστίασης σε πανελλαδικό επίπεδο, σε ειδικότητες όπως μάγειρες, σερβιτόροι, καμαριέρες, τεχνικοί υποστήριξης και ναυαγοσώστες. Πολλές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να λειτουργήσουν με μειωμένο προσωπικό, άλλες στράφηκαν σε εργαζομένους από το εξωτερικό, ενώ αρκετές βελτίωσαν παροχές διαμονής και σίτισης προκειμένου να προσελκύσουν εργαζόμενους. Οι συνέπειες όμως δεν είναι μόνο επιχειρησιακές, καθώς κάθε κενή θέση εργασίας συνεπάγεται απώλεια παραγωγής, απώλεια φορολογητέου εισοδήματος και απώλεια ασφαλιστικών εισφορών. «Δεν είναι απλώς θέμα επιχειρηματικής δυσκολίας. Είναι θέμα μακροοικονομικό, που επηρεάζει το ΑΕΠ, τα δημόσια έσοδα και τελικά τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος», υπογράμμισε επίσης ο κ. Αλεξόπουλος.
Δεξιότητες, εκπαίδευση και η χαμένη σύνδεση με την αγορά
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας του ΟΟΣΑ είναι ότι οι ελλείψεις δεν οφείλονται μόνο στη δημογραφική συρρίκνωση, αλλά και στην αναντιστοιχία δεξιοτήτων των υποψήφιων εργαζομένων και των απαιτήσεων της αγοράς εργασίας. «Στην Ελλάδα υπάρχει μια διαχρονική αστοχία. Δεν έχουμε επενδύσει στην τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση. Χρειαζόμαστε υδραυλικούς, χειριστές μηχανημάτων, τεχνικούς αυτοκινήτων, αλλά αυτοί οι άνθρωποι απλώς δεν υπάρχουν», τόνισε ο κ. Αλεξόπουλος. Παράλληλα, η ανεργία στους νέους παραμένει σε υψηλά επίπεδα, κοντά στο 19%, υπερδιπλάσια του γενικού ποσοστού. «Όταν υπάρχουν δέκα κενές θέσεις και δεν πηγαίνει κάποιος νέος να τις καταλάβει, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μελετήσουμε βαθύτερα τους λόγους. Ένας λόγος είναι οι χαμηλοί μισθοί. Ένας άλλος είναι η δυνατότητα ιδιοκατοίκησης στο οικογενειακό περιβάλλον, που επιτρέπει σε πολλούς νέους να μένουν εκτός αγοράς εργασίας». Η λύση, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, δεν μπορεί να είναι αποσπασματική, αλλά αντίθετα απαιτείται ένα συνολικό σχέδιο επανασύνδεσης της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς. «Αυτό λύνεται με τη διαμόρφωση ενός πλάνου, που από τη Γ’ Γυμνασίου και μετά θα εξυπηρετεί την όδευση προς την τεχνική εκπαίδευση, με αντίστοιχα προγράμματα όπως οι παλαιότερες σχολές μαθητείας, όλο αυτό το σύστημα πρέπει να ενισχυθεί περισσότερο. Και επίσης μεταλυκειακά πρέπει να υπάρχουν σχολές κατάρτισης. Για όλα αυτά χρειάζεται μία επανάσταση στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης, στα τεχνικά αντικείμενα, ούτως ώστε να γίνει μία καλύτερη αντιστοίχιση των αναγκών, της ζήτησης δηλαδή προς συγκεκριμένες δεξιότητες και της προσφοράς», επεσήμανε ο κ. Αλεξόπουλος. Σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και η ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, καθότι με ποσοστό απασχόλησης περίπου 60%, έναντι 80% των ανδρών, η Ελλάδα υστερεί σημαντικά. «Ιδίως η ένταξη των μεταναστριών, θα μπορούσε να καλύψει κρίσιμα κενά σε τομείς όπως η υγεία, η φροντίδα και ο τουρισμός».
Η στρατηγική αξιοποίηση της μετακλητής εργασίας και της μετανάστευσης
Σε αυτό το πλαίσιο, η μετανάστευση αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για το μέλλον της αγοράς εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι μετανάστες αποτελούν περίπου το 11% του πληθυσμού στην Ελλάδα, έναντι 15% στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, ενώ σχεδόν το 45% απασχολείται σε θέσεις χαμηλότερες των προσόντων τους. «Η αύξηση της μετανάστευσης από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζονται οργανωμένες μετακλήσεις. Να πηγαίνεις στις χώρες όπου υπάρχει διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό, να εντοπίζεις τις ειδικότητες που σου λείπουν, να αναγνωρίζεις προσόντα και πτυχία και μετά να φέρνεις αυτούς τους ανθρώπους εδώ για εργασία», δήλωσε μεταξύ άλλων ο κ. Αλεξόπουλος. Μάλιστα ευρωπαϊκά δείγματα, όπως αυτό της Ισπανίας προβάλλονται ως παραδείγματα προς μίμηση για χώρες όπως η Ελλάδα, με αντίστοιχες δυσκολίες: «Η Ισπανία είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα τελευταία χρόνια έχει εφαρμόσει οργανωμένες και στοχευμένες πολιτικές μετακίνησης εργαζομένων, κυρίως από χώρες της Λατινικής Αμερικής. Το αποτέλεσμα είναι ότι περίπου 2% της αύξησης του ΑΕΠ της οφείλεται στην επιτυχημένη αξιοποίηση μεταναστών». Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι διπλό, αφενός να καλύψει άμεσα τις ανάγκες σε αγροτική παραγωγή, τουρισμό και κατασκευές, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για ανάγκη περίπου 360.000 ξένων εργαζομένων και αφετέρου να μετατρέψει τη μετανάστευση σε εργαλείο κοινωνικής συνοχής και οικονομικής βιωσιμότητας. «Οι πόλεμοι του μέλλοντος θα γίνονται για το ανθρώπινο δυναμικό», σημείωσε ο κ. Αλεξόπουλος και επίσης συμπλήρωσε ότι «αν δεν το αξιοποιήσουμε εμείς, θα το κάνει κάποια άλλη χώρα». Ήδη, όπως σημείωσε, υπάρχουν κινήσεις σε πολιτικό επίπεδο, με την «κυβέρνηση να προχωρά σε νομοθετικές παρεμβάσεις για τις οργανωμένες μετακλήσεις. Είναι ένα μεγάλο στοίχημα: το Υπουργείο Μετανάστευσης να πάψει να ασχολείται μόνο με τη διαχείριση της παράτυπης μετανάστευσης και να εστιάσει σε στοχευμένα προγράμματα που θα συνδέονται άμεσα με τις ανάγκες της παραγωγικής διαδικασίας». Για την Κρήτη και το Ρέθυμνο, όπου οι ανάγκες είναι ήδη ορατές, η επιτυχία ή η αποτυχία αυτών των πολιτικών θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό το αν η ανάπτυξη των επόμενων ετών θα έχει πραγματικό βάθος και διάρκεια.












